Το 1995, το αμερικανικό χρέος ανερχόταν σε 4,97 τρισεκατομμύρια δολάρια, σε μία εποχή όπου η δημοσιονομική πειθαρχία και ένας ισοσκελισμένος προϋπολογισμός αποτελούσαν κεντρικό ζήτημα, όπως στη μάχη του Ρος Περό για την προεδρία το 1992. 23 χρόνια μετά, το 2018, ο Ντόναλντ Τραμπ δεσμεύτηκε για τη μείωσή του, όμως επί της πρώτης μόνο θητείας του το χρέος αυξήθηκε κατά 7,8 τρισ. Το 2025 το χρέος των ΗΠΑ ανερχόταν σε 36,2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σήμερα, μια οικονομία 31-32 τρισ. δολαρίων όπως είναι η αμερικανική, επιβαρύνεται με χρέος 40 τρισ. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να απέχουν μόλις 70 ημέρες από σήμερα, οι Ρεπουμπλικάνοι καλούνται να λάβουν σοβαρά μέτρα, αν δεν θέλουν το χρέος να γίνει άλλος ένας εκλογικός εφιάλτης.
Πώς όμως μειώνεις το χρέος με έναν «παντοτινό πόλεμο» ακόμα σε εξέλιξη, και έχοντας φορτώσει τα οικονομικά της χώρας με τις ακριβότερες φοροαπαλλαγές στην ιστορία των αμερικανικών προϋπολογισμών;
To DOGE και η διόγκωση του χρέους
Το συνολικό εθνικό χρέος των ΗΠΑ έφτανε το 1995 περίπου στα 4,97 τρισεκατομμύρια δολάρια. Οι ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις μιλούσαν συνεχώς υπέρ της καταπολέμησης των χρεών και των ελλειμμάτων. Όπως έκανε και ο Τραμπ στην πρώτη αλλά πολύ περισσότερο στη δεύτερη θητεία του. Θυμάστε το DOGE; Τις προσπάθειες του Έλον Μασκ για την εξάλειψη της κυβερνητικής σπατάλης, τον εκσυγχρονισμό της κυβέρνησης και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της.
Ο Έλον Μασκ έλεγε στον Χάουαρντ Λάτνικ, τον υπουργό Εμπορίου, ότι επρόκειτο να περικόψει έως και 2 τρισεκατομμύρια δολάρια από την κυβερνητική σπατάλη, ποσό που αναλογεί στο 8% του εθνικού προϋπολογισμού.
Ωστόσο ο Μασκ κινήθηκε επιδερμικά, κάνοντας συμβολικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων σε θέσεις μεσαίου επιπέδου στην κυβέρνηση, χωρίς να αγγίζει στην πραγματικότητα τους κινητήριους μοχλούς του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών δαπανών. Έτσι φτάσαμε στο σήμερα και στη διόγκωση του χρέους, με τις ΗΠΑ να βρίσκονται στη μέση ενός ακόμη πολυέξοδου πολέμου χωρίς ορατό τέλος.
Ο βραχνάς της εξυπηρέτησης του χρέους
Η Αμερική έχει φτάσει αυτή τη στιγμή στο σημείο να έχει μια οικονομία των 31-32 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με ένα χρέος που ξεπερνά τα 40 τρισεκατομμύρια, σύμφωνα με τους New York Times . Το δια ταύτα είναι ότι η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ κυμαίνεται στο 100%, γεγονός που δεν αποτελεί καλό σημείο αν καυχιέσαι ότι είσαι η ισχυρότερη οικονομία στον κόσμο. Η χώρα θα πρέπει να δανειστεί περισσότερα από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια φέτος μόνο, για να πληρώσει τους τόκους του χρέους, ένα χρέος που διογκώθηκε λόγω του πολέμου στο Ιράν και των φοροελαφρύνσεων που θεσπίστηκαν πέρυσι. Έτσι, αντί να αποπληρώσει το χρέος, όπως υποσχέθηκε, ο Τραμπ είναι υπεύθυνος για ένα τεράστιο μέρος του σημερινού εθνικού χρέους.
Το Reuters αναφέρει ότι το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 7,8 τρισεκατομμύρια κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ, με περισσότερο από το μισό να συσσωρεύεται κατά τη διάρκεια της πανδημίας στους τελευταίους εννέα μήνες της θητείας του. Μέχρι στιγμής, οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο Τραμπ είναι υπεύθυνος για το 25% έως 30% του εθνικού χρέους της Αμερικής. Αυτό σημαίνει ότι, από τους 45 προέδρους που είχε η χώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ είναι υπεύθυνος για σχεδόν το ένα τρίτο του εθνικού χρέους. Χρειάστηκαν περισσότερα από 210 χρόνια στην Αμερική και σε όλους αυτούς τους προέδρους – από τον Τζορτζ Ουάσινγκτον μέχρι τον Μπιλ Κλίντον – για να συσσωρεύσουν συλλογικά τόσο χρέος όσο έχει συσσωρεύσει ο Ντόναλντ Τραμπ μόνος του.

Οι Αμερικανοί βρίσκονται σε μια οικονομική συγκυρία στην οποία δεν έχουν ξαναβρεθεί ποτέ, όπου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πληρώνει περισσότερα για την εξυπηρέτηση των τόκων του χρέους παρά για τις δαπάνες του Πενταγώνου – και δαπανούν πολλά για το Πεντάγωνο όπως είναι ευρέως γνωστό. Το τελικό συμπέρασμα για τον μέσο Αμερικανό είναι ότι τα επιτόκια για το στεγαστικό του δάνειο, για την πιστωτική του κάρτα, για τις δόσεις του αυτοκινήτου του, αυξάνονται μαζί με το χρέος που συνεχίζει να σκαρφαλώνει.
Η ρητορική των υποσχέσεων και το «πλασάρισμα» της αποτυχίας
Γι’ αυτό και η προσπάθεια να «εξηγηθεί» πολιτικά το χρέος γίνεται δυσκολότερη. Ο Τραμπ μπορεί να επικαλεστεί την πανδημία, τις προηγούμενες κυβερνήσεις, τις διεθνείς κρίσεις και τη σπατάλη του ομοσπονδιακού κράτους. Όμως το βάρος των 40 τρισ. δεν εξαφανίζεται με ένα πολιτικό σύνθημα. Όσο το χρέος αυξάνεται, η αντιπαράθεση για το ποιος φταίει γίνεται λιγότερο πειστική για έναν ψηφοφόρο που βλέπει τον δικό του λογαριασμό να μεγαλώνει. Γιατί το χρέος δεν είναι πρόβλημα μόνο της Ουάσιγκτον, ούτε υπόθεση μόνο οικονομολόγων ή του υπουργού οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ. Αφορά όλους τους ψηφοφόρους.
Αν οι Αμερικανοί αισθανθούν ότι πληρώνουν ήδη το κόστος, το χρέος μπορεί να γίνει πολύ δύσκολο να «πλασαριστεί» με όρους επικοινωνίας και θα εξελιχθεί έτσι σε βασικό παράγοντα που θα κρίνει το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών.

Αν οι Ρεπουμπλικάνοι δεν λάβουν σοβαρά μέτρα για το δημόσιο χρέος, η οικονομική κατάρρευση των ΗΠΑ θα ξεμυτίσει προ των πυλών. Και δεν θα πρόκειται για μια πρόσκαιρη κρίση που θα ξεπεραστεί σε λίγους μήνες, ούτε για μια κατάσταση όπου το υπουργείο Οικονομικών θα μπορεί να εξαγοράσει με ημίμετρα τη σωτηρία της χώρας. Αν η Ουάσινγκτον συνεχίσει να διογκώνει χρέος και ελλείμματα, το αμερικανικό δολάριο κινδυνεύει να χάσει την αξία του, συμπαρασύροντας την οικονομία σε μια πρωτοφανή περιπέτεια με αβέβαιη κατάληξη για τους πολίτες.
Το χρέος και η στρατηγική των ενδιάμεσων εκλογών
Το ανησυχητικότερο ίσως όλων είναι ότι ο Τραμπ αποφεύγει να μιλήσει για το χρέος, για την ακρίβεια, για την σπατάλη ενός ακόμη πολέμου, παρόλο που στις προεκλογικές του ομιλίες υποσχόταν πως θα σταματήσει τον πόλεμο στην Ουκρανία σε μία μέρα, πως θα ρίξει τις τιμές των τροφίμων επίσης σε μία μέρα και πως «στραγγίσει τον βάλτο» της σπατάλης και του χρέους της αμερικανικής οικονομίας σχεδόν αστραπιαία. Η ρητορική των υποσχέσεων έχει πλέον αντικατασταθεί με δηλώσεις και ενέργειες αποπροσανατολισμού. Όταν πρόσφατα ρωτήθηκε για τα θέματα της ακρίβειας, ο Τραμπ απάντησε για την αίθουσα χορού που τελικά κατάφερε να βάλει και πάλι μπρος. Συστηματικά μέτρα για την οικονομία δεν ανακοινώνει κανείς, ενώ ο υπουργός των οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, σύμφωνα με το Newsweek, ισχυρίζεται πως δεν είναι και τόσο απαραίτητες οι «νέες θέσεις εργασίας» για την αμερικανική οικονομία, αφήνοντας πολλούς να πονηρεύονται πως όλη αυτή η απραξία ενόψει των εκλογών που πλησιάζουν αμείλικτες, δεν είναι δείγμα ανικανότητας, αδιαφορίας ή απλά μία απόπειρα αποπροσανατολισμού.
Είναι ένα τροχιοδεικτικό σήμα ότι οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν μπορούν πια να κερδηθούν στο πεδίο της αντιπαράθεσης επί των εθνικών ζητημάτων, των οικονομικών επιχειρημάτων και της επίδειξης έργου, αλλά θα διεκδικηθούν με εκλογικά τερτίπια, αμφισβητήσεις αποτελεσμάτων και δικαστικές φιοριτούρες – παλιά του τέχνη κόσκινο του Αμερικανού προέδρου.














