Η Ουάσινγκτον ετοιμάζεται να περάσει από τις απειλές στις πράξεις, ανοίγοντας ένα νέο και εξαιρετικά σκληρό μέτωπο απέναντι στο Ιράν. Λίγες ώρες πριν ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ παρουσιάσει το νέο πακέτο κυρώσεων, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε ο ίδιος τον τόνο με μία λιτή, αλλά απολύτως χαρακτηριστική ανάρτηση στο Truth Social: «Το Ιράν καταρρέει πλήρως».
Η παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου δεν έγινε σε τυχαία χρονική στιγμή. Στις 20:00 ώρα Ελλάδας, ο Μπέσεντ αναμένεται να ανοίξει τα χαρτιά της αμερικανικής κυβέρνησης για τη νέα φάση της οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη, με το Reuters να μεταδίδει ότι το βασικό όπλο της Ουάσινγκτον θα είναι η σημαντική διεύρυνση των δευτερογενών κυρώσεων.
Πρακτικά, το μήνυμα δεν απευθύνεται πλέον μόνο στο Ιράν. Απευθύνεται σε κυβερνήσεις, τράπεζες, εταιρείες, διυλιστήρια και εμπορικά δίκτυα σε ολόκληρο τον κόσμο: όποιος συνεχίσει να προσφέρει οικονομική διέξοδο στην Τεχεράνη κινδυνεύει να πληρώσει το τίμημα στις συναλλαγές του με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
IRAN IS COMPLETELY COLLAPSING!!! President DJT
( TS: Aug 24 2026, 8:41 AM ET ) pic.twitter.com/vAvxvpELwu— Commentary Donald J. Trump Truth Social Posts On X (@TrumpTruthOnX) August 24, 2026
Το πραγματικό βάρος των νέων κυρώσεων
Οι δευτερογενείς κυρώσεις είναι ένα εργαλείο με το οποίο η Ουάσινγκτον μπορεί να μην περιοριστεί στην τιμωρία ιρανικών επιχειρήσεων ή προσώπων, αλλά να στραφεί και εναντίον τρίτων που συναλλάσσονται μαζί τους.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, στο τραπέζι βρίσκεται ουσιαστικά η απειλή αποκλεισμού επιχειρήσεων και χρηματοπιστωτικών φορέων από το σύστημα συναλλαγών που βασίζεται στο δολάριο.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η πίεση μετατρέπεται από διμερές αμερικανοϊρανικό ζήτημα σε διεθνές οικονομικό δίλημμα. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να καταστήσει το κόστος συνεργασίας με το Ιράν μεγαλύτερο από το όφελος, αναγκάζοντας τους εμπορικούς εταίρους της Τεχεράνης να επιλέξουν με ποια πλευρά θέλουν να διατηρήσουν πρόσβαση.
Ο ίδιος ο Μπέσεντ έχει περιγράψει την επιχείρηση ως «οικονομικό D-Day», κάνοντας λόγο για μια πρωτοφανή χρηματοπιστωτική επίθεση. Στο σχέδιο περιλαμβάνεται και η παρουσίαση του δικτύου μέσω του οποίου, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, το Ιράν εξακολουθεί να διοχετεύει πετρέλαιο και να παρακάμπτει τις υπάρχουσες κυρώσεις.
Η Κίνα στο επίκεντρο του δύσκολου διλήμματος
Το μεγάλο ερώτημα αφορά την Κίνα. Το Πεκίνο αποτελεί εδώ και χρόνια τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου και οποιαδήποτε απόπειρα πλήρους οικονομικής απομόνωσης της Τεχεράνης δύσκολα μπορεί να πετύχει χωρίς να αγγίξει κινεζικές επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει ήδη κινηθεί εναντίον ανεξάρτητων κινεζικών διυλιστηρίων και εταιρειών που κατηγορούνται ότι συμμετέχουν στην αγορά και τη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου. Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, το υπουργείο επέβαλε κυρώσεις σε μεγάλο κινεζικό ανεξάρτητο διυλιστήριο και σε δεκάδες εταιρείες και πλοία που, σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, συνδέονταν με το ιρανικό «σκιώδες» δίκτυο μεταφοράς πετρελαίου.
Παράλληλα, τα στοιχεία της Kpler που επικαλείται το Reuters δείχνουν ότι οι εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου από την Κίνα έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά. Από περίπου 823.000 βαρέλια ημερησίως τον Ιούλιο, υποχώρησαν στα 534.000 βαρέλια ημερησίως μέχρι στιγμής τον Αύγουστο, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός περιορίζει τις διαθέσιμες ποσότητες.
Το Πεκίνο, πάντως, έχει απορρίψει τη λογική των μονομερών κυρώσεων και έχει διαμηνύσει ότι θα προστατεύσει τα συμφέροντά του. Έτσι, η «οικονομική D-Day» του Μπέσεντ ενδέχεται να δοκιμάσει όχι μόνο τις αντοχές της Τεχεράνης, αλλά και τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Το ριάλ σε ιστορικό χαμηλό – Η οικονομία ασφυκτιά
Ο Τραμπ επέλεξε να μιλήσει για «πλήρη κατάρρευση» του Ιράν την ημέρα που το ιρανικό νόμισμα κατέγραψε νέο ιστορικό χαμηλό.
Σύμφωνα με το Associated Press, το ριάλ υποχώρησε στα 2,02 εκατομμύρια ανά δολάριο στην ελεύθερη αγορά, ενώ οι πιέσεις στην καθημερινότητα των Ιρανών γίνονται ολοένα και εντονότερες. Οι τιμές βασικών αγαθών έχουν αυξηθεί δραματικά από την έναρξη του πολέμου, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει συρρίκνωση της ιρανικής οικονομίας άνω του 5%.
Η εικόνα αυτή δίνει στην κυβέρνηση Τραμπ το επιχείρημα ότι η στρατηγική της οικονομικής πίεσης αποδίδει. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι η Τεχεράνη βρίσκεται κοντά σε πολιτική υποχώρηση. Παρά την οικονομική φθορά, το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί: τα Στενά του Ορμούζ.
Το Ορμούζ παραμένει η «αχίλλειος πτέρνα» της παγκόσμιας οικονομίας
Η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, λιγότερα από 20 εμπορικά πλοία διέσχισαν το κρίσιμο πέρασμα μέσα στο Σαββατοκύριακο, ενώ οι διελεύσεις που καταγράφονται μέσω συστημάτων AIS παραμένουν περίπου 90% χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση.
Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο της σύγκρουσης. Η αμερικανική πίεση πλήττει βαθιά την οικονομία του Ιράν, αλλά η Τεχεράνη εξακολουθεί να μπορεί να προκαλεί κόστος πολύ πέρα από τα σύνορά της, περιορίζοντας τη ροή ενέργειας από μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν μάλιστα απειλήσει ότι, εάν ο «οικονομικός πόλεμος» κλιμακωθεί, δεν θα επιτρέψουν να εξαχθεί πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο. Μια τέτοια εξέλιξη θα έβαζε ξανά στο επίκεντρο όχι μόνο την ασφάλεια της περιοχής, αλλά και τις τιμές της ενέργειας διεθνώς.
Ο Τραμπ πιέζει, αλλά ταυτόχρονα ψάχνει δίαυλο προς την Τεχεράνη
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Ουάσινγκτον δεν εγκαταλείπει πλήρως τη διπλωματική οδό.
Το Reuters αποκάλυψε ότι ο Τραμπ είχε επικοινωνία την περασμένη εβδομάδα με τον αρχηγό του πακιστανικού στρατού, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, πριν από την επίσκεψή του στην Τεχεράνη. Σύμφωνα με πακιστανικές πηγές, βασικό αίτημα της αμερικανικής πλευράς ήταν να αξιοποιήσει το Ισλαμαμπάντ την επιρροή του προκειμένου να επιστρέψει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο Μουνίρ έφθασε τη Δευτέρα στην ιρανική πρωτεύουσα, σε μια αποστολή που το Πακιστάν παρουσιάζει ως προσπάθεια προώθησης της ειρήνης και της περιφερειακής σταθερότητας.
Η χρονική σύμπτωση δύσκολα περνά απαρατήρητη: την ώρα που ένας μεσολαβητής επιχειρεί να ξανανοίξει τον δρόμο του διαλόγου στην Τεχεράνη, η Ουάσινγκτον ετοιμάζεται να κλείσει σχεδόν κάθε οικονομική έξοδο του Ιράν.
Αυτή είναι πλέον η στρατηγική Τραμπ σε δύο παράλληλες γραμμές: οικονομική ασφυξία από τη μία, ανοιχτή πόρτα για διαπραγμάτευση από την άλλη. Το ερώτημα είναι εάν οι νέες κυρώσεις θα αναγκάσουν την Τεχεράνη να καθίσει στο τραπέζι ή εάν θα οδηγήσουν σε ακόμη πιο επικίνδυνη κλιμάκωση στα Στενά του Ορμούζ.
Οι ανακοινώσεις του Σκοτ Μπέσεντ στις 20:00 αναμένεται να δείξουν μέχρι πού είναι πραγματικά διατεθειμένη να φτάσει η κυβέρνηση Τραμπ. Και, κυρίως, πόσες χώρες είναι έτοιμες να ακολουθήσουν.














