Μια Ινδή νεόνυμφη που δολοφονήθηκε θα μπορούσε να είναι ακόμη ζωντανή, εάν η αστυνομία δεν την είχε συμβουλεύσει να μην εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηρίζει η συντετριμμένη οικογένειά της.
Τέσσερις αστυνομικοί αντιμετωπίζουν διαδικασίες για πιθανή πειθαρχική παράβαση, σχετικά με τον χειρισμό καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας που είχε κάνει η 24χρονη Χαρσίτα Μπρέλα.
Η νεαρή γυναίκα είχε απευθυνθεί στην αστυνομία του Νορθάμπτονσαϊρ τον Αύγουστο του 2024, μετά από καταγγελλόμενη επίθεση από τον σύζυγό της, Πάνκατζ Λάμπα, 23 ετών, στο σπίτι τους στο Κόρμπι.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η Μπρέλα είχε χάσει τη ζωή της, καθώς φέρεται να στραγγαλίστηκε στις 10 Νοεμβρίου στο Κόρμπι.
Η σορός της εντοπίστηκε τέσσερις ημέρες αργότερα στο πορτμπαγκάζ αυτοκινήτου στο Ίλφορντ, στο ανατολικό Λονδίνο, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται ανθρωποκυνηγητό για τον Λάμπα, ο οποίος έχει κατηγορηθεί για τη δολοφονία της και πιστεύεται ότι διαφεύγει στην Ινδία.
Η αδελφή του θύματος, Σόνια Νταμπάς, δήλωσε στη Daily Mail ότι η οικογένεια ήθελε να επιστρέψει η 24χρονη στην Ινδία για να είναι ασφαλής, ωστόσο, όπως υποστηρίζει, της είχε μεταφερθεί από αστυνομικό ότι δεν μπορούσε να φύγει από τη χώρα λόγω της ενεργής υπόθεσής της.
«Ήταν τρομοκρατημένη εκείνη την περίοδο και θέλαμε να επιστρέψει στην Ινδία, όπου θα ήταν ασφαλής», ανέφερε. «Αλλά μου είπε ότι η αστυνομικός τής είπε πως ούτε η ίδια ούτε ο Πάνκατζ μπορούσαν να φύγουν από τη χώρα επειδή η υπόθεση ήταν ανοιχτή. Αυτό είναι το χειρότερο για εμάς. Αν είχε επιστρέψει τότε, όπως θέλαμε όλοι, σήμερα θα ζούσε».
«Αντί γι’ αυτό, εκείνος κατάφερε να διαφύγει χωρίς έλεγχο μετά τη δολοφονία της. Έφτασε στην Ινδία χωρίς κανείς να τον σταματήσει».
Η μητέρα της, Σουντές Κουμάρι, πρόσθεσε ότι η κόρη της ήταν «πολύ αθώα και άπειρη» και εμπιστεύτηκε τις οδηγίες που της δόθηκαν, ενώ βρισκόταν μόνη της σε ξένη χώρα.
Ο πατέρας της, Σατμπίρ Σινγκ Μπρέλα, ανέφερε ότι η κόρη του έδειχνε «συντετριμμένη» μετά τη μεταφορά της σε καταφύγιο κακοποιημένων γυναικών και πως την προέτρεπε να επιστρέψει στην Ινδία.
«Ήταν εντελώς διαλυμένη, της έλεγα συνεχώς “παιδί μου, γύρνα σπίτι”», είπε. «Αν δεν της είχαν πει ότι δεν μπορεί να φύγει, θα είχαμε κλείσει εισιτήρια και θα την είχαμε φέρει πίσω αμέσως».
Η αστυνομία του Νορθάμπτονσαϊρ παρέπεμψε την υπόθεση στο Γραφείο Ανεξάρτητου Ελέγχου Αστυνομίας (IOPC), το οποίο διαπίστωσε ότι τέσσερις αστυνομικοί ενδέχεται να έχουν παραβεί επαγγελματικά πρότυπα συμπεριφοράς.
Σύμφωνα με το IOPC, δύο ντετέκτιβ αντιμετωπίζουν κατηγορίες για σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, ενώ ένας λοχίας και ένας ανώτερος αξιωματικός έχουν επίσης παραπεμφθεί για τον ρόλο τους στην εποπτεία της υπόθεσης.
Η αστυνομία επιβεβαίωσε ότι οι διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη, ενώ ο δράστης παραμένει ασύλληπτος.














