Το τελευταίο ανακοινωθέν του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, του MGK, δεν είναι μια απλή απαρίθμηση θεμάτων εξωτερικής πολιτικής. Είναι μια συμπυκνωμένη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται πλέον τη γειτονιά της: όχι ως άθροισμα ξεχωριστών κρίσεων, αλλά ως ενιαίο πεδίο ασφάλειας, επιρροής και ελέγχου.
Στο ίδιο κείμενο χωρούν σχεδόν όλα: PKK/KCK, PYD/YPG, FETÖ, ISIS/Daesh, η επιδίωξη για «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία» και «περιοχή χωρίς τρομοκρατία», η Κύπρος, η Ανατολική Μεσόγειος, η Συρία, το Ιράκ, το Ισραήλ, η Γάζα, η Δυτική Όχθη, ο Λίβανος, η Μαύρη Θάλασσα, η Ρωσία και η Ουκρανία.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής. Η Άγκυρα δεν θέλει να αντιμετωπίζει κάθε μέτωπο χωριστά. Θέλει να τα συνδέει σε μία μεγάλη αφήγηση ασφάλειας. Και μέσα σε αυτή την αφήγηση η Τουρκία δεν εμφανίζεται απλώς ως ενδιαφερόμενο κράτος, αλλά ως δύναμη που θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να κρίνει ποια απειλή είναι πραγματική, ποια συνεργασία είναι αποδεκτή και ποια περιφερειακή αρχιτεκτονική υπηρετεί τη σταθερότητα.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Όταν η Άγκυρα μιλά για «σταθερότητα», δεν εννοεί πάντα το ίδιο πράγμα που εννοούν οι γείτονές της. Συχνά εννοεί μια τάξη πραγμάτων στην οποία η ίδια έχει κεντρικό ρόλο και στην οποία καμία σημαντική εξέλιξη δεν μπορεί να προχωρήσει ερήμην της.
Η τουρκική ανάγνωση της σταθερότητας
Η Τουρκία έχει πραγματική ισχύ. Διαθέτει στρατό, γεωγραφικό βάθος, αμυντική βιομηχανία, drones, διπλωματικά κανάλια, παρουσία στη Συρία, ρόλο στη Λιβύη, επιρροή στον Καύκασο, ειδικό βάρος στο ΝΑΤΟ και ανοιχτές γραμμές με Ρωσία, Ουκρανία, Ιράν, Ιράκ και αραβικό κόσμο.
Δεν είναι θεατής. Είναι παίκτης της περιοχής.
Όμως άλλο πράγμα η όποια ισχύς και άλλο πράγμα το δικαίωμα επιτήρησης.
Το τουρκικό κράτος παρουσιάζει τον εαυτό του ως δύναμη σταθερότητας. Στην πράξη, όμως, η σταθερότητα που περιγράφει μοιάζει συχνά με τουρκική εποπτεία της περιοχής. Σαν να λέει η Άγκυρα στους γείτονες: μπορείτε να οργανώνετε την ασφάλειά σας, αρκεί να μην το κάνετε χωρίς εμάς και κυρίως αρκεί να μην το κάνετε εναντίον των δικών μας συμφερόντων.
Αυτό φαίνεται καθαρά στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία μιλά για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, για την ασφάλεια στα κατεχόμενα και για την ανάγκη να μην υπάρξουν τετελεσμένα στην περιοχή. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο η προστασία μιας κοινότητας. Είναι και κάτι βαθύτερο: η προσπάθεια να διατηρεί η Άγκυρα έναν μόνιμο λόγο πάνω σε ό,τι γίνεται γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ενεργειακές συμφωνίες, θαλάσσιες οριοθετήσεις, ασκήσεις, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, συνεργασίες Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ ή Κύπρου-ΗΠΑ περνούν σχεδόν πάντα από το ίδιο τουρκικό φίλτρο: «Δεν μπορεί να γίνεται τίποτα χωρίς εμάς και χωρίς τους Τουρκοκύπριους».
Έτσι η Κύπρος δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως κυπριακό ζήτημα. Γίνεται εργαλείο με το οποίο η Τουρκία διεκδικεί ρόλο σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό είναι ένα από τα πιο χρήσιμα στοιχεία της τουρκικής στρατηγικής. Όταν η Άγκυρα δεν μπορεί να διεκδικήσει άμεσα ένα θαλάσσιο ή θεσμικό δικαίωμα, το περνά μέσα από την Κύπρο. Και όταν το περνά μέσα από την Κύπρο, μπορεί να το παρουσιάσει όχι ως τουρκική επέκταση, αλλά ως «προστασία δικαιωμάτων».
Η λέξη αλλάζει. Η λειτουργία μένει.
Ένας ενιαίος χάρτης απειλών
Το ίδιο μοτίβο διακρίνεται και στη Συρία, στο Ιράκ, στο Ισραήλ, στον Λίβανο και στη Μαύρη Θάλασσα.
Η Άγκυρα μιλά για «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία» και «περιοχή χωρίς τρομοκρατία». Σε πρώτο επίπεδο, η διατύπωση ακούγεται αυτονόητη. Κανείς δεν θέλει περισσότερη τρομοκρατία. Κανείς δεν θέλει αστάθεια. Κανείς δεν θέλει μόνιμες εστίες βίας γύρω από τα σύνορά του.
Στη γεωπολιτική, όμως, οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες.
Όταν η Τουρκία μιλά για τρομοκρατία, δεν περιγράφει μόνο οργανώσεις. Φτιάχνει και έναν χάρτη νομιμοποίησης. Βάζει στο ίδιο πλαίσιο εσωτερικές απειλές, κουρδικές οργανώσεις στη Συρία, επιχειρήσεις στο Ιράκ, την κατάσταση στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη, την ασφάλεια του Λιβάνου, αλλά και την ανάγκη για νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Με αυτόν τον τρόπο η Άγκυρα κάνει κάτι στρατηγικά σημαντικό: συνδέει διαφορετικά μέτωπα σε ένα ενιαίο αφήγημα.
Δεν είναι πια μόνο το PKK. Δεν είναι μόνο η Συρία. Δεν είναι μόνο η Κύπρος. Δεν είναι μόνο το Ισραήλ. Δεν είναι μόνο η Μαύρη Θάλασσα. Είναι όλα μαζί, κάτω από την ίδια ομπρέλα: η Τουρκία απέναντι στην περιφερειακή αποσταθεροποίηση.
Αυτό της επιτρέπει να εμφανίζεται ως κράτος που δεν αντιδρά αποσπασματικά, αλλά σκέφτεται συνολικά. Και πράγματι, η τουρκική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι σκέφτεται με όρους διασύνδεσης μετώπων: από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι τη Λιβύη, τον Καύκασο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Το ερώτημα είναι τι είδους περιφερειακή τάξη υπηρετεί αυτή η στρατηγική.
Μια τάξη ισορροπίας, όπου όλα τα κράτη έχουν χώρο και κανόνες;
Ή μια τάξη ιεραρχίας, όπου η Τουρκία θεωρεί ότι δικαιούται να έχει τον πρώτο λόγο;
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Τουρκία δεν θέλει απλώς να συμμετέχει στις συζητήσεις για την ασφάλεια. Θέλει να επηρεάζει το ίδιο το λεξιλόγιο της ασφάλειας. Θέλει να ορίζει τι θεωρείται απειλή, τι θεωρείται σταθερότητα, ποια συνεργασία είναι νόμιμη και ποια πρωτοβουλία υπονομεύει την περιοχή.
Αυτό είναι κάτι μεγαλύτερο από μια ανακοίνωση του MGK.
Είναι δόγμα γειτονιάς.
Γιατί αφορά Ελλάδα και Κύπρο
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το μήνυμα δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο.
Η Άγκυρα δεν μιλά μόνο για τα νότια σύνορά της. Μιλά για μια ευρύτερη ζώνη όπου θέλει να έχει λόγο: Ανατολική Μεσόγειος, Κύπρος, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Ιράκ, Μαύρη Θάλασσα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως γείτονες ή ως κράτη-μέλη της ΕΕ. Αντιμετωπίζονται ως τμήματα μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής που η Τουρκία θεωρεί ότι μπορεί να την περιορίσει.
Γι’ αυτό κάθε συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, κάθε ενεργειακό σχήμα, κάθε άσκηση, κάθε ηλεκτρική ή ενεργειακή διασύνδεση, κάθε αμερικανική ή ευρωπαϊκή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο διαβάζεται από την Άγκυρα ως πιθανό στοιχείο «αποκλεισμού».
Η Τουρκία δεν ανησυχεί μόνο μήπως μείνει έξω από ένα project. Ανησυχεί για κάτι βαθύτερο: ότι οι άλλοι θα συνηθίσουν να οργανώνουν την περιοχή χωρίς αυτήν.
Αυτό εξηγεί και την ένταση με την οποία αντιδρά σε πρωτοβουλίες που δεν έχουν απαραίτητα άμεσο στρατιωτικό χαρακτήρα. Ενεργειακές συμφωνίες, θαλάσσιες ζώνες, υποθαλάσσια καλώδια, αμυντικές συνεργασίες, τριμερή σχήματα και ευρωπαϊκές παρουσίες αποκτούν, στην τουρκική ανάγνωση, πολιτικό βάρος πολύ μεγαλύτερο από το τεχνικό τους περιεχόμενο.
Δεν είναι μόνο έργα. Είναι μηνύματα ισχύος.
Και η Άγκυρα δεν θέλει να δεχθεί ότι η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί να οργανωθεί με κανόνες στους οποίους η ίδια δεν έχει καθοριστικό λόγο.
Αυτή είναι η αντίφαση της τουρκικής πολιτικής.
Η Τουρκία είναι πολύ σημαντική για να αγνοηθεί. Αλλά είναι και πολύ δύσκολη για να ενσωματωθεί άνευ όρων.
Γι’ αυτό κατασκευάζει το δικό της αφήγημα: δεν είναι εκείνη το πρόβλημα, είναι οι άλλοι που χτίζουν άδικες, ελλιπείς ή επικίνδυνες αρχιτεκτονικές χωρίς αυτήν.
Το πρόβλημα είναι ότι πίσω από αυτή τη γλώσσα δεν υπάρχει μόνο αίτημα συμμετοχής. Υπάρχει και φιλοδοξία ιεραρχίας.
Η Τουρκία δεν ζητά απλώς να ακουστεί.
Ζητά να επιβλέπει.
Και αυτό είναι το σημείο που πρέπει να καταλάβουν η Αθήνα, η Λευκωσία και όποιος διαβάζει την Ανατολική Μεσόγειο όχι ως χάρτη μεμονωμένων κρίσεων, αλλά ως χάρτη ισχύος.














