Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Πέτερ Μάγιαρ, έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή ένα εκτεταμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, επιχειρώντας να ανατρέψει βασικές επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν.
Μεταξύ των πρώτων κινήσεών του ήταν η άρση των ευρωπαϊκών μπλοκαρισμάτων που είχε επιβάλει η προηγούμενη κυβέρνηση, καθώς και η έναρξη διαλόγου με την Ουκρανία, την οποία ο Όρμπαν είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν ως «Αυτοκρατορία του Κακού».
Στο εσωτερικό, το ουγγρικό κοινοβούλιο ενέκρινε τη μείωση των αποδοχών βουλευτών και υπουργών, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ανώτατο όριο δύο πρωθυπουργικών θητειών. Αν και οι κινήσεις αυτές είχαν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα απέναντι στον Βίκτορ Όρμπαν, η κυβέρνηση Μάγιαρ στρέφει πλέον την προσοχή της στην ουσία του συστήματος που είχε οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Το σχέδιο αποδόμησης του συστήματος Όρμπαν
Ο Βίκτορ Όρμπαν είχε σχεδιάσει μηχανισμούς με προοπτική δεκαετιών, ώστε ακόμη και σε περίπτωση εκλογικής ήττας του κόμματός του, δημόσιοι λειτουργοί που θα ήταν δύσκολο να αντικατασταθούν να μπορούν να παρεμποδίζουν το έργο των επόμενων κυβερνήσεων. Παράλληλα, είχαν δεσμευτεί δισεκατομμύρια ευρώ με στόχο να συνεχιστεί η χρηματοδότηση του δικτύου του πρώην πρωθυπουργού.
Χάρη στην άνετη πλειοψηφία δύο τρίτων που διαθέτει στο κοινοβούλιο, η κυβέρνηση του Πέτερ Μάγιαρ και του κόμματος Τίσα έχει πλέον τη δυνατότητα να αποδομήσει σταδιακά αυτές τις δομές.
Απευθυνόμενος στο κοινοβούλιο ο Μάγιαρ χαρακτήρισε τον τρόπο διακυβέρνησης του Όρμπαν ως «μαφιόζικο σύστημα» και δεσμεύθηκε να το εξαλείψει πλήρως μέσω της επιχείρησης που ονόμασε «Καθαρτήριο», μια ονομασία που παραπέμπει στην προτίμησή του σε θρησκευτικούς και ιστορικούς συμβολισμούς.
Παράλληλα, υποσχέθηκε εκτεταμένες έρευνες για να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο μέλη της οικογένειας του Όρμπαν, φίλοι του, ολιγάρχες και υψηλόβαθμα στελέχη του κυβερνώντος τότε κόμματος απέκτησαν παράνομα περιουσιακά στοιχεία, διαβεβαιώνοντας ότι όσα αποκτήθηκαν παράνομα θα ανακτηθούν.
Επιπλέον, έχει δεσμευθεί να μεταρρυθμίσει τους κρατικούς θεσμούς, τη Δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης, ώστε να μην είναι δυνατή η επιστροφή στο μοντέλο πολιτικού ελέγχου των κρατικών θεσμών και της δημόσιας ζωής που χαρακτήρισε την περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν.
Όπως ανέφερε η ουγγρική ενημερωτική ιστοσελίδα 444.hu, «ο Όρμπαν ήθελε να δέσει τα χέρια των επόμενων δέκα κυβερνήσεων. Η κυβέρνηση Μάγιαρ ξηλώνει πλέον αυτό το σχέδιο».
Το πρώτο μεγάλο πακέτο νόμων
Την περασμένη Τρίτη, το κοινοβούλιο ενέκρινε το πρώτο εκτεταμένο νομοθετικό πακέτο που συνδέεται με την επιχείρηση «Καθαρτήριο».
Το μεγαλύτερο μέρος των διατάξεων αφορά μέτρα καταπολέμησης της διαφθοράς, τα οποία αποτελούν βασική προϋπόθεση ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδεσμεύσει περίπου 17 δισεκατομμύρια ευρώ κοινοτικών κονδυλίων προς την Ουγγαρία, τα οποία είχαν παγώσει από τις Βρυξέλλες λόγω των ανησυχιών για φαινόμενα διαφθοράς κατά την περίοδο διακυβέρνησης Όρμπαν.
Ο χρόνος θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμος, καθώς τον Αύγουστο λήγει η προθεσμία εκταμίευσης μίας μεγάλης δόσης ύψους περίπου 10,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, όπως αναφέρει η DW.
Καταργούνται τα ιδρύματα που θεωρούνται σύμβολα της κλεπτοκρατίας
Ανάμεσα στα σημαντικότερα μέτρα περιλαμβάνεται η κατάργηση των ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημοσίου συμφέροντος (KEKVA), ιδιωτικών ιδρυμάτων που διαχειρίζονται πανεπιστήμια, πολιτιστικά ιδρύματα και ιστορικά μνημεία στην Ουγγαρία.
Τα ιδρύματα αυτά δημιουργήθηκαν επί διακυβέρνησης Όρμπαν με στόχο τη μεταφορά δημόσιας περιουσίας αξίας περίπου 5 έως 9 δισεκατομμυρίων ευρώ σε ιδιωτικά χέρια και θεωρούνται σύμβολα του κλεπτοκρατικού συστήματος της προηγούμενης κυβέρνησης.
Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία νέων διοικητικών δομών στα περισσότερα ουγγρικά πανεπιστήμια, οι οποίες στελεχώθηκαν από πρόσωπα πιστά στον Όρμπαν, περιορίζοντας την αυτονομία των πανεπιστημίων.
Το γνωστότερο ίδρυμα αυτού του τύπου είναι το Ματίας Κορβίνος Κολέγιο (MCC), το οποίο θεωρείται η σημαντικότερη σχολή εκπαίδευσης στελεχών και προπαγάνδας του εθνικιστικού δεξιού κόμματος Φιντές.
Το 2020, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Όρμπαν, το MCC έλαβε ως δωρεά το 10% των μετοχών του ουγγρικού πετρελαϊκού ομίλου MOL και της φαρμακευτικής εταιρείας Γκέντεον Ρίχτερ, με τη συνολική αξία της μεταβίβασης να εκτιμάται σε περίπου 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αυστηρότεροι έλεγχοι σε πολιτικούς και δημόσιες συμβάσεις
Το νέο κοινοβούλιο ενίσχυσε επίσης τις αρμοδιότητες της λεγόμενης «Αρχής Ακεραιότητας», ενώ αυστηροποίησε το πλαίσιο δήλωσης περιουσιακών στοιχείων για πολιτικούς και ανώτερους δημόσιους λειτουργούς, καθώς και τις υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας στις δημόσιες συμβάσεις.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Όρμπαν, οι δημόσιοι διαγωνισμοί θεωρούνταν ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς διαφθοράς και παράνομου πλουτισμού.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο επιχειρηματίας Λόριντς Μέσαρος, παιδικός φίλος του Όρμπαν, ο οποίος ξεκίνησε ως υδραυλικός και εγκαταστάτης φυσικού αερίου στο χωριό όπου γεννήθηκε ο πρώην πρωθυπουργός και εξελίχθηκε στον πλουσιότερο άνθρωπο της Ουγγαρίας κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του. Συχνά αναφέρεται ως «το πορτοφόλι του Όρμπαν».
Μεταρρυθμίσεις στα δημόσια μέσα ενημέρωσης
Το κοινοβούλιο υλοποίησε ακόμη μία βασική προεκλογική δέσμευση του Πέτερ Μάγιαρ, εγκρίνοντας την αναδιοργάνωση των δημόσιων μέσων ενημέρωσης και επιβάλλοντας σημαντικούς περιορισμούς στις πολιτικές εκστρατείες μίσους μέσω πανεθνικών διαφημιστικών εκστρατειών και αφισών, πρακτική που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη επί κυβέρνησης Όρμπαν.
Κατά τη διάρκεια των 16 ετών διακυβέρνησης του Όρμπαν, τα δημόσια μέσα ενημέρωσης μετατράπηκαν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σε φορείς προπαγάνδας και διακίνησης ψευδών ειδήσεων, ενώ οι φωνές εκτός του Φιντές εμφανίζονταν εξαιρετικά σπάνια στο πρόγραμμά τους, παρά τη νομική υποχρέωση αντικειμενικής ενημέρωσης.
Οι υφιστάμενοι όμιλοι που διαχειρίζονταν τα δημόσια μέσα καταργούνται και αντικαθίστανται από νέα όργανα, στα οποία θα συμμετέχουν όχι μόνο πολιτικοί αλλά και εκπρόσωποι δημοσιογραφικών οργανώσεων.
Η ανάκτηση των παράνομων περιουσιών και οι επόμενες προκλήσεις
Την ίδια εβδομάδα έγιναν και τα πρώτα βήματα για νέες σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις, καθώς και για συνταγματική μεταρρύθμιση.
Οι περισσότεροι ανεξάρτητοι Ούγγροι αναλυτές θεωρούν σημαντικότερη πρωτοβουλία τη σχεδιαζόμενη ίδρυση της Εθνικής Υπηρεσίας Ανάκτησης και Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων (NVVH).
Πρόκειται για μία από τις βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του Πέτερ Μάγιαρ, με στόχο την ανάκτηση των δισεκατομμυρίων ευρώ που, σύμφωνα με τον ίδιο, κατέληξαν σε πρόσωπα του περιβάλλοντος Όρμπαν μέσω αδιαφανών και συχνά παράνομων διαδικασιών, αλλά και την παραπομπή των εμπλεκομένων στη Δικαιοσύνη.
Ο πολιτικός επιστήμονας Γκάμπορ Τόροκ, μιλώντας στο podcast του 24.hu, χαρακτήρισε τη δημιουργία της NVVH ως «τη σημαντικότερη πολιτική πρωτοβουλία» της κυβέρνησης Μάγιαρ, υποστηρίζοντας ότι ανταποκρίνεται στην κοινωνική απαίτηση να υπάρξει απόδοση δικαιοσύνης και, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «να περαστούν χειροπέδες».
Σύμφωνα με τον ίδιο, καμία ουγγρική κυβέρνηση δεν κατάφερε κάτι αντίστοιχο μετά την πτώση του κομμουνισμού στα τέλη του 20ού αιώνα.
Παράλληλα, ο Πέτερ Μάγιαρ σχεδιάζει την απομάκρυνση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Τάμας Σούλιοκ, τον οποίο έχει χαρακτηρίσει «μαριονέτα του καθεστώτος Όρμπαν», ενώ επιδιώκει και τον περιορισμό των βουλευτικών θητειών σε τρεις. Η τελευταία αυτή πρόταση έχει ήδη προκαλέσει επικρίσεις στην Ουγγαρία.
Σε άρθρο της στην ιστοσελίδα Social Europe, η ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Ζούζανα Σελένι, πρώην στέλεχος του τότε φιλελεύθερου Φιντές στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Μάγιαρ καλείται να αντιμετωπίσει το «μετα-ανελεύθερο τρίλημμα»: να αναστρέψει γρήγορα τις επιπτώσεις της ανελεύθερης διακυβέρνησης, να αποτρέψει την επιστροφή του λαϊκισμού και ταυτόχρονα να τηρήσει αυστηρά τις συνταγματικές αρχές.
Όπως επισημαίνει, η ισορροπία ανάμεσα στην ταχύτητα, την αποτελεσματικότητα και τη νομιμότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση για τον επαναδημοκρατισμό της Ουγγαρίας.












