Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, το Πακιστάν πρωταγωνίστησε στη μεσολάβηση για ειρήνη μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και φαίνεται να δικαιώνεται, οπότε και περιμένει τα ανάλογα οφέλη.
Το Ισλαμαμπάντ μπορεί να μπήκε στη «μαύρη λίστα» του Τραμπ, όταν στην πρώτη θητεία του σταμάτησε την αποστολή 1,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που αποστέλλονταν κάθε χρόνο, μιας και μέχρι τότε η χώρα θεωρούνταν σύμμαχος κατά της τρομοκρατίας, σήμερα όμως ευελπιστεί ότι βρίσκεται στη «σωστή πλευρά» της ιστορίας.
Οι Financial Times έγραψαν ότι το Πακιστάν αντιμετωπίζει ένα υπέρογκο χρέος που γιγαντώθηκε μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν. Τότε, η χώρα πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος από τρομοκρατικές ενέργειες, με τις ζημιές να υπολογίζονται σε περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ως αντάλλαγμα, έλαβε 34 δισεκατομμύρια δολάρια από τις ΗΠΑ για την περίοδο 2002-2017 και την υπόσχεση να λαμβάνει κάθε χρόνο 1,3 δισ. δολάρια για ανοικοδόμηση. Εντούτοις, η χρηματοδότηση σταμάτησε, τα μουσουλμανικά κράτη της ευρύτερης περιοχής το απομόνωσαν, ενώ πρόσφατα βρέθηκε και σε πόλεμο με την Ινδία.
Τα πράγματα ξέφυγαν ακόμη περισσότερο όμως, με τον πόλεμο που έκαναν οι ΗΠΑ στο Ιράν. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εκτόξευσε τις τιμές της ενέργειας, σε βαθμό που οι τράπεζες στο Πακιστάν έφτασαν ένα βήμα πριν την κατάρρευση.
Η χώρα λοιπόν, αποφάσισε να μεσολαβήσει για την επίτευξη ειρήνης, τόσο για να επανέλθουν οι τιμές της ενέργειας στα προπολεμικά επίπεδα, όσο και για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη.
Οι χώρες του Κόλπου όμως, παρότι δύσπιστες προς τις ΗΠΑ που προκάλεσαν τον πόλεμο, καθώς πλήρωσαν κι αυτές τον λογαριασμό, δεν ήθελαν το Πακιστάν να αναμειχθεί, οπότε και απαίτησαν ξαφνικά άμεση αποπληρωμή των δανείων που είχαν χορηγήσει στο Ισλαμαμπάντ.
Ποια είναι τα οφέλη τελικά;
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο τι θα κερδίσει το Πακιστάν, πέρα από το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Φαινομενικά, οι ΗΠΑ φέρεται να ασκούν πιέσεις στα αραβικά συμμαχικά κράτη να συνάψουν αμυντικές συμφωνίες με το Πακιστάν, ώστε η χώρα να επωφεληθεί από τα χρήματα που θα λάβει από τα εξοπλιστικά προγράμματα.
Επιπλέον, αν αποδειχτεί ότι η μεσολάβηση ήταν επιτυχημένη, το Πακιστάν ευελπιστεί να αναδειχθεί σε κρίσιμο παράγοντα της περιοχής, αναγκάζοντας τις γειτονικές δυνάμεις να επενδύσουν στην χώρα, παρόμοια στρατηγική με εκείνη που εφάρμοσαν χώρες όπως το Ομάν.
Ακόμη, επιδιώκει μια διαρκή ειρήνη, καθώς η χώρα περιβάλλεται από εχθρούς ή προβληματικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, συνορεύει με την Ινδία που μόλις πολέμησε, το Αφγανιστάν που κυριαρχούν οι Ταλιμπάν που έχουν βλέψεις στο Πακιστάν, αλλά και με το Ιράν, όπου οι σχέσεις είναι εχθρικές.
«Η σχέση με την κυβέρνηση Τραμπ συνέβαλε στο να αναδειχθεί το Πακιστάν ως μακροπρόθεσμος παράγοντας στην ασφάλεια και τη σταθερότητα της Δυτικής Ασίας και προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για την αξιοποίηση των οικονομικών οφελών που θα προκύψουν από αυτόν τον ρόλο», δήλωσε ο Καμράν Μποκχάρι, ανώτερος μόνιμος ερευνητής στο Συμβούλιο Πολιτικής για τη Μέση Ανατολή στην Ουάσινγκτον.
Η Μαλέχα Λόντι, πρώην πρέσβης του Πακιστάν στις ΗΠΑ και στον ΟΗΕ, διατύπωσε μια διαφορετική άποψη όμως, χαρακτηρίζοντας υπερβολικές τις φιλοδοξίες του Πακιστάν, αλλά και τονίζοντας ότι το ουσιαστικό οικονομικό πρόβλημα αφορά τις συνθήκες που ζει ο λαός.
«Έχει γίνει συνήθεια των κυβερνώντων ελίτ του Πακιστάν να έχουν υπερβολικές φιλοδοξίες στο εξωτερικό για να εξασφαλίσουν γεωπολιτικά οφέλη, ενώ στο εσωτερικό δεν καταβάλλουν επαρκείς προσπάθειες όσον αφορά τις τόσο αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις», είπε και πρόσθεσε: «Όμως το Πακιστάν δεν μπορεί να προοδεύσει όσο εκατομμύρια παιδιά δεν πηγαίνουν στο σχολείο και εκατομμύρια εξακολουθούν να ζουν στη φτώχεια. Η ανάπτυξη χωρίς σχολεία και θέσεις εργασίας δεν είναι παρά αριθμοί σε ένα χαρτί».
















