Μία από τις πιο πολύνεκρες τραγωδίες με θύματα αμάχους στον πόλεμο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν εκτυλίχθηκε στις 28 Φεβρουαρίου στη Μιναμπ, μια μικρή πόλη του νότιου Ιράν, όταν πυραυλικό πλήγμα κατέστρεψε το Δημοτικό Σχολείο «Σατζαρέχ Ταγιεμπέχ». Σύμφωνα με την εισαγγελία της Μιναμπ, συνολικά 156 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους 120 παιδιά, καθώς και μία έγκυος γυναίκα με το αγέννητο παιδί της.
Η 33χρονη δασκάλα Αμαϊνέχ Ναδεμί επιστρέφει καθημερινά στα ερείπια του σχολείου όπου δίδασκε επί έξι χρόνια παιδιά της πρώτης τάξης. Από τις αίθουσες με τους πολύχρωμους τοίχους δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα, ενώ, όπως περιγράφει, το μόνο που θυμίζει πλέον σχολείο είναι «τοίχοι που μυρίζουν θάνατο, θλίψη και το αίμα που χύθηκε εδώ».
Η στιγμή της επίθεσης
Η δασκάλα περιγράφει ότι η σχολική ημέρα είχε ξεκινήσει κανονικά. Επειδή ήταν ο ιερός μήνας του Ραμαζανιού, οι μαθητές συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα προσευχής για απαγγελία του Κορανίου, πριν επιστρέψουν στις τάξεις τους. Όταν ξεκίνησαν οι πρώτες επιθέσεις του πολέμου στο Ιράν, η διευθύντρια ανακοίνωσε ότι το σχολείο θα έκλεινε και οι εκπαιδευτικοί άρχισαν να ειδοποιούν τους γονείς να παραλάβουν τα παιδιά τους.
Στην τάξη της Αμαϊνέχ είχαν απομείνει μόνο πέντε από τις 15 μαθήτριές της, όταν άκουσε μια ισχυρή έκρηξη κοντά στο σχολείο. Όπως αφηγείται, την ώρα που επέστρεφε στην αίθουσα για να πάρει τα παιδιά, ένας πύραυλος έπληξε το κτίριο.
«Μόλις πήγα να φύγω, ο πύραυλος χτύπησε το σχολείο. Κάτι χτύπησε το κεφάλι μου και τα κεφάλια των μαθητριών μου. Εκτοξευθήκαμε όλοι», αναφέρει χαρακτηριστικά. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, πυκνός μαύρος καπνός γέμισε την αίθουσα, ενώ ακολούθησαν νέες εκρήξεις, κραυγές, κλάματα παιδιών και τελικά η κατάρρευση του σχολείου.
Παρά τα τραύματά της, κατάφερε να παραδώσει τα τραυματισμένα παιδιά σε ανθρώπους που βρίσκονταν χαμηλότερα και να βγει από το κτίριο. Εκεί αντίκρισε δεκάδες γονείς να τρέχουν προς το σχολείο, χωρίς να γνωρίζει ακόμη ότι πολλοί μαθητές και εκπαιδευτικοί βρίσκονταν εγκλωβισμένοι κάτω από τα συντρίμμια.
Οι διασώστες και οι εικόνες της καταστροφής
Λίγα λεπτά μετά την επίθεση έφτασαν στο σημείο συνεργεία διάσωσης. Ο διασώστης της Ιρανικής Ερυθράς Ημισελήνου, Ρεζά Μπεσαράτι, περιγράφει ότι οι δρόμοι είχαν γεμίσει από οικογένειες που αναζητούσαν τα παιδιά τους.
Όπως αναφέρει, οι διασώστες έψαχναν με την ελπίδα να βρουν επιζώντες, όμως κανείς δεν είχε επιβιώσει. Τα περισσότερα θύματα είχαν διαμελιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλές οικογένειες αναγνώρισαν τα παιδιά τους μόνο από τα ρούχα ή τα παπούτσια τους. Ο ίδιος παραδέχεται ότι οι εικόνες που αντίκρισε δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό του και ότι για ημέρες δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Η έρευνα για το πλήγμα
Σύμφωνα με ειδικούς, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το πλήγμα προήλθε από αμερικανικές δυνάμεις, καθώς δίπλα στο σχολείο βρισκόταν συγκρότημα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), το οποίο επίσης επλήγη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν αναλάβει επίσημα την ευθύνη, ωστόσο αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα πηγές που γνωρίζουν την εσωτερική στρατιωτική έρευνα, αναφέρουν ότι τα πρώτα συμπεράσματα αποδίδουν το χτύπημα σε παρωχημένα στοιχεία πληροφοριών, τα οποία αντιμετώπισαν λανθασμένα το σχολείο ως μέρος στρατιωτικής εγκατάστασης.
Ανάλυση βίντεο και δορυφορικών εικόνων έδειξε ότι το παρακείμενο συγκρότημα επλήγη από κατευθυνόμενο πύραυλο Τόμαχοκ, ενώ ιστορικές δορυφορικές εικόνες καταγράφουν ότι η περιοχή του σχολείου είχε αποκοπεί από το συγκρότημα των Φρουρών ήδη από το 2016 και λειτουργούσε με ξεχωριστές εισόδους και αυλές. Παράλληλα, στοιχεία που πιστοποιούσαν ότι επρόκειτο για σχολική μονάδα ήταν δημόσια διαθέσιμα στο διαδίκτυο πριν από την επίθεση. Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε ότι η έρευνα συνεχίζεται και δεν προχώρησε σε περαιτέρω σχόλια.
«Αναγνωρίστηκε από τις κάλτσες της»
Σε μικρή απόσταση από τα ερείπια βρίσκεται το κοιμητήριο όπου έχουν ταφεί πολλοί από τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς. Κάθε βράδυ συγγενείς συγκεντρώνονται στους τάφους των αγαπημένων τους, προσεύχονται και καθαρίζουν τις φωτογραφίες των παιδιών τους, όπως αναφέρει το BBC.
Η Μασουμέχ Μεχράν Σεχαμπαντί επισκέπτεται καθημερινά τον τάφο της εννιάχρονης κόρης της, Σεταγές. Θυμάται ότι όταν έφτασε στο σχολείο μετά την επίθεση δεν υπήρχε πλέον κτίριο, αλλά μόνο καπνός και διαμελισμένα σώματα.
Η οικογένεια έμαθε με βεβαιότητα τον θάνατο του παιδιού τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας. Όπως αφηγείται η μητέρα της, οι αρχές τη ρωτούσαν επανειλημμένα τι χρώμα κάλτσες φορούσε η κόρη της. Η μικρή τελικά αναγνωρίστηκε από τις κρεμ κάλτσες της. Η Σεταγές ονειρευόταν να γίνει δασκάλα και συνήθιζε να βάζει τις κούκλες της στη σειρά, λέγοντας ότι ήταν η δασκάλα τους.
«Το μόνο που κρατούσαν ήταν ένα βιβλίο»
Η υπόθεση της Μιναμπ έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από την ιρανική κυβέρνηση σε ομιλίες και διεθνή φόρα ως παράδειγμα του ανθρώπινου κόστους του πολέμου. Παράλληλα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, το περιστατικό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και μεταξύ επικριτών της ιρανικής κυβέρνησης, οι οποίοι θεωρούν ότι κατέστησε αδύνατη την εικόνα ενός πολέμου που πλήττει αποκλειστικά στρατιωτικούς στόχους.
Η Αμαϊνέχ συνεχίζει να επισκέπτεται το κοιμητήριο, περπατώντας ανάμεσα στους τάφους των πρώην μαθητών της, ενώ η μητέρα της Σεταγές εξακολουθεί να κάθεται δίπλα στον τάφο της κόρης της.
«Ποιο ήταν το έγκλημα αυτών των παιδιών; Κρατούσαν όπλα; Κρατούσαν ένα μολύβι, ένα βιβλίο, ένα τετράδιο και μια σχολική τσάντα. Δεν είχαν όπλα. Πήγαν για να μάθουν», λέει συγκλονισμένη.

















