Με το Ισραήλ και την Τουρκία να βρίσκονται ένα βήμα πριν από τη σύγκρουση για τη Συρία, έχει σημασία να σταθούμε στο κουρδικό ζήτημα που για πολλούς αναλυτές είναι μια βασική παράμετρος στην εξίσωση.
Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, ως απάντηση στη στήριξη που παρείχε η Μόσχα στο κόμμα του Μπαάθ ακόμη και από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, οι Αμερικανοί άρχισαν να επενδύουν στις κουρδικές οργανώσεις και τα τελευταία 60 χρόνια, αυτές οι σχέσεις απέκτησαν σημαντικό βάθος. Οι ΗΠΑ είχαν καταφέρει να κινητοποιήσουν κουρδικές οργανώσεις στην περιοχή τόσο κατά την επίθεσή τους στο Ιράκ όσο και κατά την επίθεσή τους στη Συρία. Με την πτώση του Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (HTS) – παρακλάδι του Μετώπου αλ-Νούσρα – ήρθε στην εξουσία στη Δαμασκό αφού έπαψε να χαρακτηρίζεται τρομοκρατική οργάνωση. Οι Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG)/Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), στις οποίες οι ΗΠΑ έχουν πραγματοποιήσει σημαντική πολιτική και στρατιωτική επένδυση, εξαναγκάστηκαν να ενσωματωθούν στο συριακό κράτος. Οι Κούρδοι ήλεγχαν πόρους, κόμβους και δομές ασφαλείας. Κι αυτό, με τη στήριξη των Αμερικανών ως επιβράβευση για τις μάχες ενάντια στους εξτρεμιστές του καλούμενου Ισλαμικού Κράτους, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ήττα του ISIS, όταν άλλοι γείτονες της Συρίας «φλέρταραν» με τους τζιχαντιστές.
Αυτή ήταν η μία εξέλιξη που επηρέασε τη στάση της Τουρκίας. Η άλλη ήταν η έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Ιρανικού Κουρδιστάν είναι μία από τις οργανώσεις Κούρδων ανταρτών που διαθέτουν στρατόπεδα και βάσεις στην περιφέρεια του ιρακινού Κουρδιστάν και μυστική παρουσία στο δυτικό Ιράν, όπου οι κάτοικοι είναι στην πλειονότητά τους Κούρδοι, συμπεριλαμβανομένης της Πιρανσάρ.
Οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας του Ιράν και κουρδικών ένοπλων ομάδων σημειώνονται τακτικά το τελευταίο διάστημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Ιανουάριο, καθώς το Ιράν συγκλονιζόταν από διαδηλώσεις, οι κυριότερες ιρανικές κουρδικές οργανώσεις ένωσαν τις δυνάμεις τους για να σχηματίσουν τον Συνασπισμό Πολιτικών Δυνάμεων του Ιρανικού Κουρδιστάν. Όταν, τον επόμενο μήνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις επιθέσεις τους κατά του Ιράν, πληθώρα αναφορών έκανε λόγο για μια επικείμενη κουρδική επίθεση, η οποία ενδεχομένως να τύγχανε άμεσης υποστήριξης από τα δύο εμπόλεμα μέρη. Μάλιστα, όταν άρχιζε ο πόλεμος, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, είχε συνηγορήσει υπέρ εφόδου κουρδικών παρατάξεων εναντίον του ιρανικού στρατού, προτού πάρει πίσω τις δηλώσεις αυτές. Το Ιράν από την πλευρά του απείλησε πως θα έβαζε στο στόχαστρο βάσεις στο ιρακινό Κουρδιστάν αν Κούρδοι μαχητές περνούσαν τα σύνορα.
Η Άγκυρα έχοντας τις δικές της προτεραιότητες με τους Κούρδους στη βόρεια Συρία και με το Ισραήλ σε ανοιχτή αντιπαράθεση ενεπλάκη και με δηλώσεις και επί του πεδίου. Το Ισραήλ πραγματοποίησε στις 18 Αυγούστου οκτώ αεροπορικές επιδρομές εναντίον της βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βορειοδυτική Συρία.
Από τα πλήγματα επλήγησαν ο διάδρομος προσγείωσης και απογείωσης, καθώς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης της βάσης. Δεν αναφέρθηκαν θύματα από την επίθεση.
Η νέα ισραηλινή στρατιωτική ενέργεια στη Συρία προκάλεσε την αντίδραση της Ουάσινγκτον, με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ, Τομ Μπάρακ, να χαρακτηρίζει την επίθεση «περιττή κλιμάκωση».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν γνωστοποιήσει ότι εργάζονται για τη δημιουργία ενός μηχανισμού αποφυγής συγκρούσεων και ανεπιθύμητων στρατιωτικών επεισοδίων, στον οποίο θα εμπλέκονται η Τουρκία, το Ισραήλ και η Συρία. Η προεκλογική περίοδος στο Ισραήλ κάνει τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα. Ο Ναφτάλι Μπένετ, ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ, ο οποίος είναι επίσης υποψήφιος για να αντικαταστήσει τον Νετανιάχου στις εκλογές του Οκτωβρίου στο Ισραήλ, το είπε ξεκάθαρα: Αποκάλεσε την Τουρκία ως «το νέο Ιράν».














