Για τους περισσότερους επισκέπτες του συνεδριακού κέντρου Jacob K. Javits στο Μανχάταν, ο χώρος φιλοξενεί σήμερα εκθέσεις αυτοκινήτου, το Comic Con και μεγάλες διοργανώσεις. Λίγοι γνωρίζουν, όμως, ότι κατά την κατασκευή του αποτέλεσε πεδίο δράσης μιας από τις πιο βίαιες συμμορίες στην ιστορία της Νέας Υόρκης, των διαβόητων «Westies».
Η ιστορία της τελευταίας μεγάλης ιρλανδικής συμμορίας της πόλης ζωντανεύει στη νέα τηλεοπτική σειρά «The Westies», η οποία έκανε πρεμιέρα στο MGM+.
Η οικονομική σημασία του έργου τράβηξε γρήγορα το ενδιαφέρον της ιταλικής μαφίας και ειδικότερα της οικογένειας Γκαμπίνο, υπό τον Πολ Καστελάνο. Η προσπάθεια ελέγχου των παράνομων εσόδων οδήγησε σε μια αιματηρή σύγκρουση ανάμεσα στους Ιρλανδούς και τους Ιταλούς μαφιόζους, γνωστή ως ο «Ιρλανδοϊταλικός πόλεμος» της δεκαετίας του 1970.
Ο Σπιλέιν δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι του στο Κουίνς, χωρίς ποτέ να καταδικαστεί κάποιος για τον φόνο του. Το κενό εξουσίας εκμεταλλεύτηκαν ο Τζίμι Κούναν και ο στενός συνεργάτης του, Μίκι Φέδερστοουν, οι οποίοι ανέλαβαν την ηγεσία των Westies. Στη δεκαετία του 1980, η συμμορία εγκατέλειψε την αντιπαράθεση με τους Γκαμπίνο και συμμάχησε μαζί τους, αποκτώντας πρόσβαση σε ακόμα περισσότερες παράνομες δραστηριότητες. Οι Westies ασχολούνταν με τοκογλυφία, παράνομα στοιχήματα, διακίνηση ναρκωτικών, πλαστογραφία και συμβόλαια θανάτου.
Ο δημιουργός της σειράς, Κρις Μπρανκάτο, σχολιάζει ότι «η ιταλική μαφία ήταν οργανωμένο έγκλημα, ενώ οι Westies ήταν… ανοργάνωτο έγκλημα». Όπως εξηγεί, τα μέλη της συμμορίας ήταν γνωστά για την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, την προθυμία τους να αναλαμβάνουν συμβόλαια θανάτου που άλλοι εγκληματίες απέφευγαν και τις ακραίες μεθόδους εξαφάνισης των θυμάτων τους.
Η φήμη τους, ωστόσο, οφειλόταν κυρίως στην ακραία βία. Αν και αριθμούσαν περίπου 20 μέλη, μέχρι το 1986 είχαν συνδεθεί με περίπου 30 ανεξιχνίαστες δολοφονίες. Μέλη της συμμορίας φέρονται να διαμέλιζαν πτώματα, ώστε να εξαφανίζουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους. Η αγριότητά τους ήταν τέτοια, ώστε ακόμα και ο διαβόητος αρχηγός της οικογένειας Τζενοβέζε, Φατ Τόνι Σαλέρνο, ο οποίος αργότερα κατηγορήθηκε και ο ίδιος για πολλαπλές δολοφονίες, φέρεται να χαρακτήριζε τον Μίκι Φέδερστοουν και τους συνεργάτες του «τρελούς».
Η αγριότητα της συμμορίας είχε γίνει θρύλος στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, σε στέκι των Westies είχε εμφανιστεί μέλος της κρατώντας μέσα σε χάρτινο κουτί ανθρώπινα γεννητικά όργανα θύματος δολοφονίας, ενώ κυκλοφορούσαν ακόμα και φήμες ότι είχαν μεταφέρει κομμένο ανθρώπινο κεφάλι μέσα στο ίδιο μπαρ.
Ανάμεσα στα πιο διαβόητα μέλη τους ήταν ο Έντι «The Butcher» Κάμισκι, ο οποίος είχε εργαστεί ως χασάπης και, σύμφωνα με τις Αρχές, χρησιμοποιούσε τις γνώσεις του για να τεμαχίζει ανθρώπινα πτώματα και να εξαφανίζει τα ίχνη των εγκλημάτων.
Η αρχή του τέλους ήρθε το 1985, όταν ο εργάτης, Μάικλ Χόλι, δολοφονήθηκε κοντά στην είσοδο του υπό κατασκευή Javits Center. Ο Φέδερστοουν καταδικάστηκε αρχικά για τον φόνο, όμως αργότερα αποδείχτηκε ότι ήταν αθώος. Μέχρι τότε, όμως, είχε αποφασίσει να συνεργαστεί με τις Αρχές, αποκαλύπτοντας τη δράση της συμμορίας.
Οι καταθέσεις του αποτέλεσαν τη βάση της μεγάλης έρευνας που συντόνισε ο τότε ομοσπονδιακός εισαγγελέας, Ρούντι Τζουλιάνι, μαζί με την αστυνομία της Νέας Υόρκης. Μετά τη συνεργασία του με τις Αρχές, ο Φέδερστοουν εντάχθηκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Ακολούθησαν συλλήψεις κορυφαίων στελεχών των Westies, ενώ ο αρχηγός τους, Τζίμι Κούναν, καταδικάστηκε σε 75 χρόνια κάθειρξης για εκβιασμούς και άλλες εγκληματικές πράξεις.
Με τη διάλυση των Westies τερματίστηκε και ο παράνομος έλεγχος γύρω από το Javits Center, ενώ το μοντέλο έρευνας που εφάρμοσε ο Τζουλιάνι χρησιμοποιήθηκε αργότερα και εναντίον των μεγάλων οικογενειών της ιταλικής μαφίας. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, Τ. Τζ. Ίνγκλις, το Javits Center εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο «χρυσωρυχείο» του οργανωμένου εγκλήματος εκείνης της εποχής, όμως η σύγκρουση τόσων εγκληματικών οργανώσεων γύρω από ένα μόνο έργο ήταν τελικά εκείνη που οδήγησε στην κατάρρευση των Westies.













