Με εντελώς διαφορετικό πολιτικό βάρος σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές, αναμένεται η φετινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη το Σαββατοκύριακο 5 και 6 Σεπτεμβρίου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Και αυτό διότι θα είναι η τελευταία ΔΕΘ πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές, γεγονός που θα προσδώσει στην πρωθυπουργική ομιλία χαρακτήρα ευρύτερου πολιτικού σχεδιασμού και όχι μόνο παρουσίασης των οικονομικών μέτρων της επόμενης περιόδου.
Από τη συμπρωτεύουσα, ασφαλώς και ο πρωθυπουργός αναμένεται να παρουσιάσει τις κυβερνητικές παρεμβάσεις που θα αφορούν τη βελτίωση της οικονομίας, την αύξηση των εισοδημάτων και την καλυτέρευση της καθημερινότητας των πολιτών. Ταυτόχρονα, όμως, θα ανοίξει περισσότερο τα χαρτιά του για την επόμενη ημέρα, παρουσιάζοντας τους κεντρικούς άξονες της «Ατζέντας 2030», δηλαδή του σχεδίου πάνω στο οποίο η Νέα Δημοκρατία σκοπεύει να οικοδομήσει την πολιτική της πρόταση ενόψει της ερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης που προγραμματίζεται για την άνοιξη του 2027.
Στο Μέγαρο Μαξίμου αντιμετωπίζουν την «Ατζέντα 2030» ως έναν οδικό χάρτη για τα επόμενα χρόνια, ο οποίος θα επιχειρεί να συνδέσει όσα έγιναν κατά τις δύο κυβερνητικές θητείες της ΝΔ με τις προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα την επόμενη περίοδο. Τον συντονισμό της σχετικής προετοιμασίας έχει αναλάβει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, με τη συμμετοχή του υπουργού Επικρατείας, Άκη Σκέρτσου, και του υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, Θανάση Κοντογεώργη.
Το χαρτί της σταθερότητας
Κεντρική θέση στο πολιτικό αφήγημα με το οποίο η Νέα Δημοκρατία θα επιδιώξει να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία αναμένεται να έχει η έννοια της «σταθερότητας». Πρόκειται για έναν όρο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποιεί όλο και συχνότερα, συνδέοντάς τον με τις διεθνείς αναταράξεις αλλά και με τις μεγάλες αλλαγές που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Οι πολεμικές συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, καθώς και οι συνολικές γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή μας, σε συνδυασμό με τις νέες προκλήσεις που δημιουργεί η τεχνολογική μετάβαση και κυρίως η ταχύτατη εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, η κυβέρνηση θέλει να προβάλει την πολιτική σταθερότητα ως βασική προϋπόθεση, ώστε η χώρα να μπορεί να σχεδιάζει σε βάθος χρόνου και να προχωρά σε αλλαγές χωρίς να διαταράσσεται η πορεία της.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία θα στηριχθεί παράλληλα σε έναν απολογισμό των τελευταίων ετών. Στο επίκεντρο θα βρεθούν η πορεία της οικονομίας μετά την πολυετή κρίση, η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η αποκλιμάκωση της ανεργίας από το 18% στο 8%, η άνοδος του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ και οι φορολογικές μειώσεις που έχουν εφαρμοστεί. Πάνω σε αυτή τη βάση, άλλωστε, επιχειρείται να χτιστεί το επόμενο σκέλος του κυβερνητικού σχεδιασμού, με βασικό στόχο τη σταδιακή περαιτέρω ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αλλαγές στο Δημόσιο και νέα τεχνολογική μετάβαση
Ένα από τα βασικά κεφάλαια της «Ατζέντας 2030» θα αφορά τη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρούν ότι, παρά τα βήματα που έχουν γίνει στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, εξακολουθούν να υπάρχουν χρόνιες δυσλειτουργίες που δυσκολεύουν την καθημερινότητα πολιτών και επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, σχεδιάζεται η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με στόχο ένα πιο αποτελεσματικό Δημόσιο, με μεγαλύτερη αξιοποίηση της αξιολόγησης και των νέων τεχνολογιών. Στη σχετική συζήτηση εντάσσεται και το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο έχει ήδη τεθεί ενόψει της επόμενης συνταγματικής αναθεώρησης και συνδέεται από την κυβέρνηση με την αξιολόγηση και τη λογοδοσία. Ταυτόχρονα, το επόμενο βήμα της ψηφιοποίησης του κράτους αναμένεται να περιλαμβάνει πολύ ευρύτερη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Η στόχευση είναι υπηρεσίες που σήμερα απαιτούν χρόνο και σύνθετες γραφειοκρατικές διαδικασίες να μπορούν να παρέχονται ταχύτερα και με λιγότερη ταλαιπωρία για τον πολίτη.
Δημογραφικό και στεγαστικό στην ίδια εξίσωση
Ιδιαίτερη θέση στον σχεδιασμό, όμως, έχει το δημογραφικό, το οποίο αντιμετωπίζεται πλέον ως πρόβλημα με μακροπρόθεσμες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Η κατεύθυνση που εξετάζεται περιλαμβάνει περισσότερα μέτρα στήριξης της οικογένειας και κυρίως των νέων ζευγαριών, ώστε η απόφαση για την απόκτηση παιδιού να μην προσκρούει τόσο έντονα σε οικονομικά ή πρακτικά εμπόδια. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται η διεύρυνση των διαθέσιμων θέσεων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και ολοήμερα σχολεία, αλλά και μέτρα που θα διευκολύνουν τον συνδυασμό οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.
Το δημογραφικό συνδέεται άμεσα, όμως, και με το στεγαστικό. Η δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας σε προσιτή τιμή, ιδιαίτερα για τους νεότερους, θεωρείται ένας από τους παράγοντες που καθυστερούν την οικονομική αυτονόμηση και τη δημιουργία οικογένειας. Για τον λόγο αυτό, προβλέπεται να συνεχιστούν τα προγράμματα που δίνουν κίνητρα για την επαναφορά κλειστών κατοικιών στην αγορά, ενώ στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται και η ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας, είτε μέσω αξιοποίησης ακινήτων του Δημοσίου είτε μέσω δημιουργίας νέου οικιστικού αποθέματος.
Στο επίκεντρο και η ελληνική περιφέρεια
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί, όμως, και η αντιμετώπιση της πληθυσμιακής συρρίκνωσης πολλών περιοχών της χώρας. Η ενίσχυση της περιφέρειας συνδέεται τόσο με το δημογραφικό όσο και με την ανάγκη να περιοριστεί η συνεχής συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στο τραπέζι βρίσκονται, λοιπόν, μέτρα όπως η συνέχιση και διεύρυνση κινήτρων για οικογένειες που επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα σε περιοχές της περιφέρειας, αλλά και η δημιουργία καλύτερων συνθηκών για όσους ήδη ζουν σε νησιά, ορεινές περιοχές και απομακρυσμένα χωριά. Ιδιαίτερη έμφαση αναμένεται να δοθεί στην εξασφάλιση περισσότερων ευκαιριών για τα παιδιά που μεγαλώνουν μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, αξιοποιώντας και τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία στην εκπαίδευση και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες.
Παράλληλα, η ασφάλεια της χώρας αποκτά, τέλος, ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο κυβερνητικό σχέδιο για την επόμενη περίοδο. Η ήδη υπάρχουσα «Ατζέντα 2030» για τον μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί το ένα σκέλος, ενώ το άλλο αφορά την προετοιμασία απέναντι στις λεγόμενες υβριδικές απειλές. Στο πεδίο αυτό εντάσσονται η κυβερνοασφάλεια, η προστασία κρίσιμων υποδομών και δικτύων, αλλά και η δυνατότητα αντιμετώπισης μαζικών μεταναστευτικών ροών σε περιπτώσεις όπου αυτές επιχειρείται να χρησιμοποιηθούν ως μέσο άσκησης πίεσης.














