Με φόντο τη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας, ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ (CMC), του ανώτατου στρατιωτικού οργάνου της Συμμαχίας, Ναύαρχος Τζουζέπε Κάβο Ντραγκόνε, αναφέρθηκε στις βασικές στρατιωτικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει το ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο όπου το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα και πολυπλοκότητα.
Ο ίδιος μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τη Μαρία Αρώνη, ανέδειξε τον ρόλο της Ελλάδας στη συλλογική άμυνα, επισημαίνοντας ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων χωρών-μελών που ήδη επιτυγχάνουν τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες ύψους 5% του ΑΕΠ. Παράλληλα τονίζει ότι η Ελλάδα εξελίσσεται σε έναν από τους στρατηγικούς κόμβους εφοδιαστικής υποστήριξης της Συμμαχίας.
Ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, εστίασε στις βασικές στρατιωτικές προτεραιότητες της Συμμαχίας, που είναι η ενίσχυση των πραγματικών επιχειρησιακών δυνατοτήτων, η διαλειτουργικότητα των αμυντικών οπλικών συστημάτων, αλλά και η διαρκής υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν πλήρως δεσμευμένες στη Συμμαχία και στο Άρθρο 5, παρά τις επιμέρους προσαρμογές στη διάταξη των δυνάμεών τους και την αναπροσαρμογή των στρατηγικών τους προτεραιοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπογραμμίζει ότι οι εξελίξεις αυτές καθιστούν αναγκαίο, οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς να αναλάβουν «μεγαλύτερο και δικαιότερο μερίδιο ευθύνης» στη συλλογική αποτροπή και άμυνα.
Ο ίδιος υπογράμμισε την ανάγκη το ΝΑΤΟ να επιταχύνει την προσαρμογή του στις νέες μορφές πολέμου και στις τεχνολογικές εξελίξεις που μεταβάλλουν το σύγχρονο πεδίο των επιχειρήσεων.
Παρακάτω ολόκληρη η συνέντευξη:
Οι κύριες στρατιωτικές προτεραιότητες της Συνόδου
Η Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα απαιτητική συγκυρία, χωρίς αμφιβολία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αστάθεια, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης σύγκρουσης που αφορά το Ιράν, ενώ το συνολικό περιβάλλον ασφάλειας είναι λιγότερο προβλέψιμο από ό,τι στο παρελθόν. Για το ΝΑΤΟ, αλλά και για τους 32 Αρχηγούς ΓΕΕΘΑ που εκπροσωπώ, τρεις στρατιωτικές προτεραιότητες είναι απολύτως σαφείς.
Πρώτον, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η δέσμευση που αναλήφθηκε στη Σύνοδο της Χάγης για αμυντικές δαπάνες ύψους 5%, μεταφράζεται σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες: όχι σε έγγραφα ή δηλώσεις, αλλά σε αποθέματα πυρομαχικών, ολοκληρωμένα συστήματα αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και σε ισχυρή εφοδιαστική υποστήριξη. Πρόκειται για τα θεμελιώδη στοιχεία που επιτρέπουν στις Ένοπλες Δυνάμεις να επιχειρούν αποτελεσματικά και να διατηρούν την επιχειρησιακή τους ικανότητα σε βάθος χρόνου.
Δεύτερον, η διαλειτουργικότητα. Αυτό προϋποθέτει μια αμυντική βιομηχανία που να μπορεί να παραδίδει, με ταχύτητα και σε μεγάλη κλίμακα, τα τυποποιημένα στρατιωτικά μέσα και συστήματα που απαιτούνται για μια αξιόπιστη αποτρεπτική στάση. Εάν τριάντα δύο κράτη επενδύουν περισσότερους πόρους, αλλά ο εξοπλισμός και οι δυνάμεις τους δεν μπορούν να επιχειρούν από κοινού, τότε η προσπάθεια αυτή δεν μετατρέπεται σε πραγματική στρατιωτική ισχύ.
Τρίτον, η Ουκρανία. Η στρατιωτική μας υποστήριξη πρέπει να συνεχιστεί χωρίς διακοπή, διότι μια ισχυρή Ουκρανία συμβάλλει άμεσα στην ασφάλεια ολόκληρης της Συμμαχίας.
Η επιτυχία της Συνόδου της Άγκυρας θα κριθεί από το κατά πόσο οι Σύμμαχοι θα αποχωρήσουν έχοντας επιτύχει συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα, πέρα από τις πολιτικές διακηρύξεις. Η αποτροπή δεν οικοδομείται με λόγια, οικοδομείται με μέσα, με ανθρώπους και με υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Για τις προκλήσεις και τον ρόλο της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ
Η Ελλάδα επενδύει συστηματικά στην άμυνα εδώ και πολλά χρόνια. Η γεωγραφική της θέση δεν επιτρέπει διαφορετική προσέγγιση. Πράγματι, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων Συμμάχων που επιτυγχάνουν τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες. Και αυτό δεν αποτελεί μόνο μια τιμητική διάκριση, αλλά μια διαπίστωση που εδράζεται στο ότι η Ελλάδα διαχρονικά και σταθερά επενδύει στην άμυνά της, μετατρέποντας αυτή την επένδυση σε πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Από στρατιωτική σκοπιά, αυτές οι επενδύσεις προσδίδουν στη Συμμαχία ουσιαστικές επιχειρησιακές δυνατότητες σε μια περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας: ισχυρή αεροπορική ισχύ, αξιόπιστη ναυτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και Ένοπλες Δυνάμεις με πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα, όχι απλώς επαρκή χρηματοδότηση στα χαρτιά.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο σταυροδρόμι περιοχών που χαρακτηρίζονται από αστάθεια: της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, της προσδίδει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τη Συμμαχία. Ένας ισχυρός και επιχειρησιακά ικανός Σύμμαχος σε αυτή την περιοχή, ενισχύει τη συνολική αποτρεπτική και αμυντική ικανότητα του ΝΑΤΟ.
Καθώς οι αμυντικές επενδύσεις της Ελλάδας συνεχίζουν να αυξάνονται, θα θέλαμε να δούμε περαιτέρω πρόοδο στην ολοκληρωμένη αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα, στον εκσυγχρονισμό του Πολεμικού Ναυτικού και στην ακόμη στενότερη διαλειτουργικότητα με τους γειτονικούς Συμμάχους. Έτσι, η εθνική επένδυση μετατρέπεται σε συλλογική αποτροπή προς όφελος ολόκληρης της Συμμαχίας.
Η συμβολή της Ελλάδας στη στρατιωτική κινητικότητα και την εφοδιαστική του ΝΑΤΟ
Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν αναδεικνύεται όσο θα έπρεπε, παρότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Η σύγχρονη αποτροπή δεν εξαρτάται μόνο από τα αεροσκάφη, τα πολεμικά πλοία ή τις ταξιαρχίες, αλλά και από την ικανότητα ταχείας μεταφοράς καυσίμων, πυρομαχικών και στρατευμάτων, όταν αυτό απαιτείται.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα στον τομέα αυτό. Διαθέτει λιμένες στρατηγικής σημασίας, αναπτυγμένες οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις, καθώς και άμεση πρόσβαση από τη Μεσόγειο προς τα Βαλκάνια και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας. Πιστεύω ότι η Ελλάδα εξελίσσεται ήδη σε έναν από τους στρατηγικούς κόμβους εφοδιαστικής υποστήριξης της Συμμαχίας και αυτό θα πρέπει να συνεχιστεί.
Ένα πιο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό δίκτυο εφοδιαστικής υποστήριξης δεν είναι πλέον απλώς χρήσιμο – είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ικανότητά μας να ενισχύουμε και να υποστηρίζουμε τις δυνάμεις μας όπου και όταν απαιτείται.
Για τον ρόλο των ΗΠΑ και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ
Θα απέρριπτα την άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απομακρύνονται από τη Συμμαχία. Αυτό που βλέπουμε είναι μια χώρα που παραμένει πλήρως προσηλωμένη στο Άρθρο 5 και στο ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα διαχειρίζεται ευθύνες πραγματικά παγκόσμιας εμβέλειας. Πρόκειται για μια φυσική πραγματικότητα για κάθε μεγάλη δύναμη και όχι για κάτι νέο.
Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα με νηφαλιότητα. Οι πρόσφατες προσαρμογές στη διάταξη των αμερικανικών δυνάμεων είναι υπαρκτές. Έχουν πραγματοποιηθεί αλλαγές, όπως η αναδιάταξη μιας τεθωρακισμένης ταξιαρχίας από την Ευρώπη, ενώ παράλληλα επανεξετάζεται η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ωστόσο, όπως έχει καταστήσει απολύτως σαφές ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης (SACEUR), οι προσαρμογές αυτές δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα υλοποίησης των περιφερειακών αμυντικών μας σχεδίων. Τα αμυντικά μας σχέδια παραμένουν έγκυρα και αξιόπιστα.
Για τον στρατιωτικό μας σχεδιασμό, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι και ο Καναδάς πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο και δικαιότερο μερίδιο ευθύνης στη συλλογική αποτροπή. Αυτός ακριβώς είναι και ο σκοπός της δέσμευσης που αναλήφθηκε στη Σύνοδο της Χάγης: η ανάπτυξη πραγματικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και όχι η επ’ αόριστον εξάρτηση από τις κρίσιμες στρατηγικές δυνατότητες που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν συνεπάγεται μείωση του επιπέδου φιλοδοξίας του ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, σημαίνει μια πιο ισορροπημένη κατανομή των ευθυνών, η οποία ενισχύει τη συνολική ανθεκτικότητα της Συμμαχίας. Η προσπάθειά μας επικεντρώνεται σήμερα στην κάλυψη συγκεκριμένων επιχειρησιακών κενών, όπως οι στρατηγικές δυνατότητες υποστήριξης, η αεράμυνα και η αντιπυραυλική άμυνα, καθώς και η εφοδιαστική υποστήριξη, τομείς στους οποίους η Ευρώπη βασιζόταν παραδοσιακά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για μια θετική και αναγκαία εξέλιξη. Μια Συμμαχία στην οποία κάθε κράτος-μέλος συνεισφέρει ουσιαστικές στρατιωτικές δυνατότητες είναι μια ισχυρότερη Συμμαχία.
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία
Η Ουκρανία μάς έχει διδάξει πολλά, μέσα από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Έχουμε διαπιστώσει πόσο γρήγορα μεταβάλλεται ο χαρακτήρας του πολέμου: μη επανδρωμένα συστήματα χαμηλού κόστους εξουδετερώνουν πανάκριβα οπλικά συστήματα, η τεχνητή νοημοσύνη αξιοποιείται για την υποστήριξη της στοχοποίησης, ενώ ο κυβερνοχώρος και το Διάστημα εξελίσσονται σε πεδία αντιπαράθεσης ήδη από την πρώτη ημέρα μιας σύγκρουσης. Και βεβαίως, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις σημαντικές προκλήσεις που αναδύονται στη γνωσιακή και στην πληροφοριακή διάσταση του σύγχρονου πολέμου.
Επομένως, το ερώτημα αν το ΝΑΤΟ μπορεί να συμβαδίσει με αυτές τις εξελίξεις δεν είναι θεωρητικό, είναι απολύτως επίκαιρο και επείγον. Και θα είμαι απολύτως ειλικρινής: οι παραδοσιακές δομές μας σχεδιάστηκαν για ένα πιο αργό περιβάλλον ή, καλύτερα για ένα ειρηνικό πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από μακροχρόνιες διαδικασίες αμυντικών προμηθειών και χρονοβόρες διαβουλεύσεις. Αυτές οι πρακτικές εξακολουθούν να έχουν την αξία τους, δεν πρέπει όμως να μας καταστήσουν λιγότερο αποτελεσματικούς απέναντι στις σύγχρονες απειλές. Χρειαζόμαστε ταχύτερη λήψη αποφάσεων, πιο γρήγορη παράδοση των νέων τεχνολογιών στις επιχειρησιακές δυνατότητες των διοικητών και στρατιωτικό δόγμα που να εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό που εξελίσσεται και το πεδίο των μαχών.
Αυτό συνδέεται με μια έννοια στην οποία αναφέρομαι συχνά: το ΝΑΤΟ πρέπει να γίνει «αντιεύθραυστο» (antifragile). Δηλαδή, όχι μόνο ανθεκτικό, αλλά ικανό να γίνεται ισχυρότερο μέσα από τις ανατροπές και τις κρίσεις, αντί να περιορίζεται απλώς στην επιβίωσή του απέναντι σε αυτές.
Σημειώνουμε ουσιαστική πρόοδο στους τομείς της καινοτομίας, της ανταλλαγής δεδομένων, καθώς και στα μη επανδρωμένα συστήματα και τα συστήματα αντιμετώπισής τους (counter-drone). Ωστόσο, δεν θα ισχυριστώ ότι κινούμαστε σήμερα με την ταχύτητα που επιβάλλει η εξέλιξη των απειλών. Αυτή είναι η ειλικρινής απάντηση και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η Σύνοδος της Άγκυρας έχει τόσο μεγάλη σημασία.










