--°C Athens

Γιατί οι γενίτσαροι δεν πολέμησαν τους Έλληνες επαναστάτες το 1821, αν και αποτελούσαν την ελίτ του οθωμανικού στρατού

Γιατί οι γενίτσαροι δεν πολέμησαν τους Έλληνες επαναστάτες το 1821, αν και αποτελούσαν την ελίτ του οθωμανικού στρατού

Ήταν από τους καλύτερους πολεμιστές της εποχής. Άριστα εξοπλισμένοι, φανατικοί και πειθαρχημένοι. Οι γενίτσαροι της οθωμανικής ακμής -προϊόν του αναγκαστικού εξισλαμισμού νέων χριστιανικής καταγωγής από τα Βαλκάνια- αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της οθωμανικής δύναμης, χαρίζοντας στην αυτοκρατορία ένδοξες νίκες και μεγάλες κατακτήσεις. Εκείνοι άλλωστε ήταν που κατάφεραν να εκπορθήσουν τα τείχη της Βασιλεύουσας, στις 29 Μαΐου του 1453. Εκείνοι ήταν που έσωσαν από βέβαιο θάνατο τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, τη νύχτα της 17ης Ιουνίου 1462, όταν ο διαβόητος Βλάχος ηγεμόνας Βλαντ Γ’ Τσέπες (πιο γνωστός ως… «κόμης Δράκουλας») επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στο οθωμανικό στρατόπεδο. Ήταν επίσης αυτοί που έφθασαν μέχρι τα τείχη της Βιέννης το 1529 προκαλώντας τον φόβο και τον τρόμο στη δυτική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, όμως, έλαμψαν διά της απουσίας τους. Γιατί άραγε;

Την απάντηση μας τη δίνει ο μελετητής της στρατιωτικής ιστορίας και καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, Νίκος Γιαννόπουλος, μέσα από το νέο του βιβλίο «21 Ιστορίες για το 1821 – Γνωστά και άγνωστα γεγονότα του Αγώνα» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».

Περισσότερο επιβάρυναν παρά ενίσχυαν το κράτος

Όπως αναφέρει, το επίλεκτο σώμα των γενίτσαρων, που για αιώνες αποτελούσε τη βασική στρατιωτική δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε με την πάροδο του χρόνου μετατραπεί σε έναν θεσμό που περισσότερο επιβάρυνε παρά ενίσχυε το κράτος. Αν και αρχικά δημιουργήθηκε ως ένα άριστα οργανωμένο και πειθαρχημένο στράτευμα, σταδιακά εξελίχθηκε σε μια κλειστή και προνομιούχα ομάδα επαγγελματιών στρατιωτών, η οποία λειτουργούσε αποκομμένη από την υπόλοιπη κοινωνία. Η εσωστρέφεια αυτή καλλιέργησε έντονα μια συντηρητική νοοτροπία στις τάξεις της, με αποτέλεσμα να αντιστέκονται βίαια σε κάθε προσπάθεια των σουλτάνων να εκσυγχρονίσουν τον στρατό ή να εισαγάγουν νέες στρατιωτικές πρακτικές εμπνευσμένες από την Ευρώπη.

Συν τοις άλλοις, οι στρατιωτικές εκστρατείες τους προσέφεραν πλούσια λάφυρα, τα οποία αποτελούσαν για αυτούς σημαντική πηγή εισοδήματος. Ωστόσο, από τον 18ο αιώνα και έπειτα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν πλέον σε φάση παρακμής. Οι απώλειες εδαφών και η στρατιωτική πίεση από ευρωπαϊκές δυνάμεις περιόρισαν δραστικά τις ευκαιρίες για νέες κατακτήσεις. Έτσι, πολλοί γενίτσαροι άρχισαν να στρέφονται προς τις ίδιες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας για να εξασφαλίσουν εισοδήματα, συχνά μέσω λεηλασιών κατά του χριστιανικού πληθυσμού.

Πλήρωναν για να γίνουν γενίτσαροι

Την ίδια περίοδο αλλοιώθηκε και ο τρόπος εισόδου των ανδρών στο σώμα. Η ιδιότητα του γενίτσαρου, την οποία παλαιότερα αποκτούσε κανείς μέσω αυστηρών διαδικασιών επιλογής και εκπαίδευσης, άρχισε να μετατρέπεται σε προνόμιο που μπορούσε να εξασφαλιστεί μέσω οικονομικής συναλλαγής ή πολιτικών διασυνδέσεων. Με τον καιρό, πλήθος περιθωριακών στοιχείων επιδίωκε να ενταχθεί στο σώμα, καθώς η θέση προσέφερε προνόμια και οικονομικά οφέλη χωρίς απαραίτητα να απαιτεί στρατιωτική δράση. Με αυτόν τον τρόπο, η ιδιότητα του γενίτσαρου κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο αγοραπωλησίας και να περνά στα χέρια όσων διέθεταν την εύνοια ισχυρών προσώπων της εποχής. Όπως ήταν φυσικό, η πρακτική αυτή υπονόμευσε σταδιακά την πειθαρχία και την αποτελεσματικότητα του στρατεύματος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1820, όταν ήταν έτοιμη να ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, ο αριθμός των ατόμων που εμφανίζονταν καταγεγραμμένοι στα μητρώα των γενίτσαρων είχε φθάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Περίπου 135.000 άνθρωποι λάμβαναν μισθό και σίτιση από την Υψηλή Πύλη. Εκτός από τις απολαβές αυτές, οι γενίτσαροι απολάμβαναν και σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις, γεγονός που καθιστούσε την ένταξη στο σώμα ακόμα πιο ελκυστική.

Παρά τον τεράστιο αυτό αριθμό, η πραγματική στρατιωτική συμβολή τους ήταν πολύ μικρότερη από ό,τι θα περίμενε κανείς. Πολλοί από τους καταγεγραμμένους δεν συμμετείχαν σε πολεμικές επιχειρήσεις, αρνούνταν να πάνε στα πεδία των μαχών, με αποτέλεσμα η οθωμανική διοίκηση να καταφεύγει στη στρατολόγηση άλλων δυνάμεων, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Έλληνες επαναστάτες.

Οι χήρες δεν δήλωναν τον θάνατο του συζύγου για να λαμβάνουν τον μισθό τους

Ο αριθμός των 135.000 ατόμων πάντως, σύμφωνα με τον κ. Γιαννόπουλο, ήταν πλασματικός αφού ένα σημαντικό ποσοστό όσων εμφανίζονταν ως γενίτσαροι… δεν βρίσκονταν καν εν ζωή. Οι χήρες πολλών στρατιωτών συνέχιζαν να λαμβάνουν τους μισθούς και τις παροχές των συζύγων τους μετά τον θάνατό τους, κάτι που επιβάρυνε περαιτέρω τα οικονομικά της αυτοκρατορίας. Παράλληλα, ορισμένοι αξιωματικοί διατηρούσαν στα χαρτιά ονόματα νεκρών ή ανύπαρκτων στρατιωτών στις μονάδες τους, ώστε να εισπράττουν οι ίδιοι τα αντίστοιχα ποσά.

Στην πράξη, μεγάλος αριθμός γενίτσαρων είχε εγκαταλείψει τη στρατιωτική δραστηριότητα και ασχολούνταν με εμπορικές ή άλλες οικονομικές δραστηριότητες στις περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι. Η καθημερινότητά τους συνδεόταν πλέον περισσότερο με την τοπική οικονομία παρά με τις ανάγκες της αυτοκρατορικής άμυνας. Αποτέλεσμα ήταν να μην δείχνουν ιδιαίτερη προθυμία να εγκαταλείψουν τις επιχειρήσεις τους για να συμμετάσχουν σε πολεμικές εκστρατείες. Συνήθως έπαιρναν τα όπλα μόνο όταν θεωρούσαν ότι απειλούνταν τα προνόμια που απολάμβαναν ή όταν υποψιάζονταν ότι κάποιος σουλτάνος σχεδίαζε να περιορίσει τη δύναμή τους, δημιουργώντας ένα νέο, σύγχρονο στρατιωτικό σώμα ευρωπαϊκού τύπου που θα μπορούσε να στραφεί εναντίον τους.

Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, οι γενίτσαροι είχαν αναλάβει και καθήκοντα αστυνόμευσης. Στην πράξη όμως η παρουσία τους συχνά συνδεόταν με φαινόμενα εκβιασμού και αυθαίρετης επιβολής χρηματικών απαιτήσεων. Ολόκληρες γειτονιές της πόλης υποχρεώνονταν να καταβάλλουν χρήματα για να εξασφαλίσουν την «προστασία» τους, ενώ παρόμοιες πρακτικές εφαρμόζονταν και σε εμπορικές δραστηριότητες. Πλοιοκτήτες και ιδιοκτήτες αποθηκών κατέβαλλαν ποσά ώστε να αποφύγουν προβλήματα ή παρενοχλήσεις, γεγονός που δείχνει ότι το σώμα είχε μετατραπεί σε παράγοντα πίεσης μέσα στην ίδια την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας.

Οι στασιαστές επιτίθενται στο οθωμανικό παλάτι

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ είχε βιώσει από νωρίς τις συνέπειες της τεράστιας δύναμης που είχαν αποκτήσει οι γενίτσαροι μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η προσωπική του εμπειρία από τις συγκρούσεις με το σώμα αυτό υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα πολιτική του. Ο πατέρας του, Σελίμ Γ΄, είχε επιχειρήσει το 1807, δηλαδή μόλις 14 χρόνια πριν από τον εθνικοαπελευθερωτικό μας Αγώνα, να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις στον στρατό, επιδιώκοντας να εντάξει τους Γιαμάκ (ένα παραδοσιακό στρατιωτικό σώμα με ομοιότητες προς τους γενίτσαρους) σε έναν νέο στρατιωτικό σχηματισμό που είχε δημιουργήσει μυστικά ήδη από το 1792. Το σώμα αυτό, γνωστό ως «Νέα Τάξη», ήταν οργανωμένο και εκπαιδευμένο σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα, στοχεύοντας στον εκσυγχρονισμό των οθωμανικών ενόπλων δυνάμεων.

Η προσπάθεια αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις. Οι Γιαμάκ σε συνεργασία με τους γενίτσαρους εξεγέρθηκαν και στράφηκαν εναντίον του σουλτάνου. Οι στασιαστές λοιπόν επιτέθηκαν στο παλάτι, ανάγκασαν τον Σελίμ να εγκαταλείψει τον θρόνο και ανακήρυξαν νέο σουλτάνο τον εξάδελφό του, Μουσταφά Δ΄. Οι αιματηρές συγκρούσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση της «Νέας Τάξης», ενώ ο έκπτωτος ηγεμόνας μαζί με τον γιο του κρατήθηκαν αιχμάλωτοι στο παλάτι.

Η κατάσταση άλλαξε τον Ιούλιο του 1808, όταν ένας ισχυρός στρατιωτικός από τα Βαλκάνια, πιστός στον Σελίμ, βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη επικεφαλής των δυνάμεών του με στόχο να αποκαταστήσει τον νόμιμο σουλτάνο. Μόλις πληροφορήθηκε την προσέγγιση του στρατού ο Μουσταφά όμως, διέταξε την άμεση εκτέλεση του Σελίμ. Στη συνέχεια, οι άνθρωποί του άρχισαν να αναζητούν τον νεαρό Μαχμούτ, καθώς η εξόντωσή του θα άφηνε τον ίδιο τον Μουσταφά ως μοναδικό επιζώντα της δυναστείας των Οσμανιδών.

Ο Μαχμούτ κατάφερε να κρυφτεί μέσα στο παλάτι. Μέχρι τη στιγμή που τα στρατεύματα του βαλκανικού στρατηγού εισέβαλαν στην Κωνσταντινούπολη και κατέλαβαν το παλάτι, επικρατώντας των αντιπάλων τους. Ο Μουσταφά συνελήφθη και εκτελέστηκε, ενώ ο Μαχμούτ ανακηρύχθηκε αμέσως νέος σουλτάνος.

Παρά την αλλαγή εξουσίας, η ένταση με τους γενίτσαρους δεν άργησε να επανεμφανιστεί. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς οι τελευταίοι ξεσηκώθηκαν και επιτέθηκαν ξανά στο παλάτι. Ο νέος ηγεμόνας αντέδρασε δυναμικά, διατάζοντας το οθωμανικό ναυτικό να βομβαρδίσει τις θέσεις των εξεγερμένων μέσα στην πόλη. Οι συγκρούσεις υπήρξαν εξαιρετικά σφοδρές και θεωρήθηκαν από τις πιο καταστροφικές που είχε γνωρίσει η Κωνσταντινούπολη μετά την Άλωσή της το 1453. Τελικά, η αιματοχυσία σταμάτησε έπειτα από παρέμβαση της θρησκευτικής ηγεσίας. Οι γενίτσαροι αναγνώρισαν τον Μαχμούτ ως σουλτάνο και εκείνος, με τη σειρά του, τους παρείχε αμνηστία για την εξέγερση.

Τα δραματικά αυτά γεγονότα άφησαν βαθύ αποτύπωμα στον χαρακτήρα και στις αποφάσεις του νεαρού μονάρχη. Από εκείνη την περίοδο και μετά, ένας από τους βασικούς στόχους της πολιτικής του έγινε η οριστική εξουδετέρωση των γενίτσαρων. Εκτός από το γεγονός ότι είχαν συμβάλει στην πτώση και τον θάνατο του πατέρα του, το σώμα αυτό λειτουργούσε ως διαρκής απειλή για τη σταθερότητα της εξουσίας του, θυμίζοντας σε πολλούς έναν οθωμανικό αντίστοιχο των πραιτωριανών.

Ωστόσο, ο Μαχμούτ ήταν αποφασισμένος να κινηθεί διαφορετικά από τον Σελίμ. Αντί για μια απότομη και ανοιχτή σύγκρουση, επέλεξε μια πιο προσεκτική και σταδιακή στρατηγική που θα προετοίμαζε το έδαφος για την τελική αναμέτρηση. Το πρώτο βήμα στο σχέδιό του ήταν να απομονώσει τους γενίτσαρους από έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους τους: την ανώτατη θρησκευτική ηγεσία της πρωτεύουσας. Με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς άρχισε να αντικαθιστά τις κορυφαίες μορφές του μουσουλμανικού ιερατείου με πρόσωπα που του ήταν απολύτως πιστά, διαμορφώνοντας έτσι ένα πιο ευνοϊκό πολιτικό και θρησκευτικό περιβάλλον για τις μελλοντικές του κινήσεις.

Οι Έλληνες μάχονταν για την ελευθερία τους και οι γενίτσαροι αναποδογύριζαν τα καζάνια

Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ βρέθηκε ανέτοιμος να αντιμετωπίσει άμεσα την κατάσταση. Υποχρεώθηκε να διαθέσει τεράστια ποσά για την αποστολή στρατευμάτων, προκειμένου να καταπνίξει την εξέγερση, ενώ παράλληλα εξακολουθούσε να πληρώνει τα 135.000 μέλη των γενίτσαρων, πολλοί από τους οποίους ήταν ανύπαρκτοι ή ανενεργοί. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε εγκαταλείψει το σχέδιο εξόντωσης αυτού του παρωχημένου και επικίνδυνου όπως αποδεικνυόταν στρατιωτικού σώματος.

Τα χρόνια που ακολούθησαν προετοίμασε προσεκτικά τη διάλυση των γενίτσαρων, την ίδια ώρα που οι Έλληνες κατήγαγαν νίκες πρωτίστως στην Πελοπόννησο και σε ναυμαχίες. Μέχρι το 1826, είχε αντικαταστήσει τη θρησκευτική ηγεσία του κράτους, αντικαθιστώντας σταδιακά τους επικεφαλής με πιστούς στον ίδιο ανθρώπους, ενώ παράλληλα ενίσχυε τη στήριξη του κλήρου μέσω της ίδρυσης νέων τζαμιών και της χορήγησης γενναιόδωρων παροχών. Καθώς γνώριζε ότι η τελική αναμέτρηση θα κρινόταν με τα όπλα, είχε συγκροτήσει ένα πιστό σώμα σωματοφυλάκων και είχε δημιουργήσει μυστικά οπλοστάσια εντός του παλατιού του, ώστε να είναι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο.

Παράλληλα, η προπαγάνδα του σουλτάνου φρόντιζε να αναδεικνύει τη σύγκριση ανάμεσα στις επιτυχίες των τακτικών στρατευμάτων του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο και στην αδράνεια των γενίτσαρων. Ανοίγουμε σε αυτό το σημείο μια μικρή παρένθεση για να επισημάνουμε ότι ο σύμμαχός του Μοχάμεντ Άλι (ή Μεχμέτ Αλή πασάς), βάλης της Αιγύπτου (σ.σ. πολιτικο-στρατιωτικός διοικητής της περιοχής θα λέγαμε), ήδη από το 1811, είχε καταργήσει το παραδοσιακό σώμα των Μαμελούκων, την αιγυπτιακή εκδοχή των γενίτσαρων, και είχε δημιουργήσει έναν σύγχρονο στρατό βασισμένο σε ευρωπαϊκά πρότυπα, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα εκσυγχρονισμού και ελέγχου των παραδοσιακών στρατιωτικών ελίτ.

Λίγο μετά την πτώση του Μεσολογγίου, τον Ιούνιο του 1826 ο Μαχμούτ Β΄ προχώρησε σε μια αποφασιστική κίνηση. Ανακοίνωσε το νομοσχέδιο σύστασης τακτικού στρατού με στρατολόγηση μέρους των ίδιων των γενίτσαρων. Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε αμέσως από τους μουσουλμάνους ανώτατους ιεράρχες και τέθηκε στην κρίση της ηγεσίας των γενίτσαρων. Η τελευταία, αιφνιδιασμένη από τη συναίνεση των ιεραρχών, το ενέκρινε.

«Δύο εβδομάδες αργότερα ωστόσο οι γενίτσαροι αναποδογύρισαν τα καζάνια στους στρατώνες τους (η παραδοσιακή εκδήλωση στάσης των γενίτσαρων, που με τον τρόπο αυτό δήλωναν ότι αρνούνται το συσσίτιο που τους πρόσφερε ο ανώτατος άρχοντας) και ξεχύθηκαν στους δρόμους ζητώντας το κεφάλι του σουλτάνου. Την προηγούμενη νύχτα, ομάδες στασιαστών είχαν προσπαθήσει να δολοφονήσουν τα μέλη της κυβέρνησης στις οικίες τους. Ωστόσο, η ηγεσία της αυτοκρατορίας ήδη είχε καταφύγει στην ασφάλεια των τειχών της Κωνσταντινούπολης», όπως διαβάζουμε.

Τους αποκεφάλισε όλους

Η κρίσιμη αναμέτρηση θα διεξαγόταν στο παλάτι το οποίο υπεράσπιζαν 14.000 οπλίτες. Έξω απ’ αυτό συγκεντρώθηκαν 20.000 γενίτσαροι. «Ο Μαχμούτ κατέπλευσε με τον στόλο του, έτοιμος να επαναλάβει τους βομβαρδισμούς του 1808. Σε μια δραματική σύσκεψη στην αίθουσα τελετών του παλατιού ο σουλτάνος απέσπασε από τους θρησκευτικούς ηγέτες τη σύμφωνη γνώμη τους για παραδειγματική τιμωρία των στασιαστών. Λίγο αργότερα οι ιερείς των τζαμιών καλούσαν τους πιστούς να συμπράξουν με τον σουλτάνο. Ο τελευταίος είχε καταφέρει να απομονώσει τους γενίτσαρους απ’ όλα τα ερείσματά τους. Απέμενε η εξόντωσή τους.

Οι οπλίτες του, εξοπλισμένοι από το κρυφό οπλοστάσιο και με τη συμπαράσταση πολυάριθμων ομάδων πιστών ανάγκασαν τους στασιαστές να υποχωρήσουν στο στρατόπεδό τους. Τα σουλτανικά πυροβόλα έβαλαν ανελέητα ισοπεδώνοντας τις εγκαταστάσεις. Στη συνέχεια οι οπλίτες προέλασαν και σκότωσαν όποιον γενίτσαρο βρήκαν ζωντανό. Τους αποκεφάλισαν όλους! Οι 6.000 νεκροί στασιαστές σηματοδότησαν το άδοξο τέλος του άλλοτε πανίσχυρου στρατιωτικού σώματος», γράφει ο κ. Γιαννόπουλος στο βιβλίο του.

Τις επόμενες ημέρες οι σφαγές επεκτάθηκαν και στις επαρχίες, όπου οι γενίτσαροι ήταν εγκατεστημένοι και ασχολούνταν με το εμπόριο. Δίκες παρωδία τους έστελναν στην αγχόνη άσχετα αν είχαν συμμετάσχει ή όχι στην ανταρσία. Παράλληλα, αξιωματούχοι που είχαν στηρίξει στο παρελθόν τους γενίτσαρους είχαν την ίδια μοίρα. Χιλιάδες πτώματα πετάγονταν στον Βόσπορο, ενώ ο πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας, Στρ. Κάνινγκ, έκανε λόγο για σωρούς ακέφαλων πτωμάτων στις εισόδους του παλατιού. Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ απαλλάχθηκε με αυτόν τον τρόπο από ένα επικίνδυνο «βαρίδι». Τώρα ήταν πλέον ελεύθερος να προωθήσει τη δημιουργία τακτικού στρατού. Δεν πρόλαβε όμως να τον χρησιμοποιήσει εναντίον των Ελλήνων επαναστατών…

Διαβάστε Σχετικά