Στα Γιάννενα, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Ιθάκη» σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης, βρέθηκε σήμερα Σάββατο, ο Αλέξης Τσίπρας, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της ερημοποίησης της περιφέρειας και των γεωγραφικών ανισοτήτων και αντιπαραβάλλοντας την «ελευθερία της παραμονής» με το μοντέλο της συγκεντρωτικής ανάπτυξης.
Παράλληλα, ο πρώην πρωθυπουργός εξαπέλυσε επίθεση στην κυβέρνηση για ακρίβεια, εργασιακή επισφάλεια, καρτέλ και αδιαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, προτείνοντας μια «νέα μεταπολίτευση» με θεσμικές τομές, ενίσχυση της λογοδοσίας και μια ψηφιακή πλατφόρμα «Διαφάνεια».
Κλείνοντας, παρουσίασε ένα πακέτο επτά παρεμβάσεων για αποκέντρωση, αγροτική παραγωγή, ενεργειακές κοινότητες και θετικές διακρίσεις υπέρ της υπαίθρου, μιλώντας για ανάγκη ενός νέου προοδευτικού σχεδίου με επίκεντρο τη δικαιοσύνη και την κοινωνική ισότητα.
Αναλυτικά, η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα:
Θα επιμείνω, λοιπόν, σε κάτι που έχω ξαναπεί. Και πιστεύω ότι πρέπει να είναι όραμα, στόχος, σχέδιο, για κάθε δημοκρατικό, ανήσυχο, προοδευτικό πολίτη:
Η πατρίδα μας χρειάζεται μια νέα μεταπολίτευση.
Αναβάπτιση των θεσμών και νέους θεσμούς που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες.
Αναβάπτιση της εμπιστοσύνης του πολίτη στην πολιτεία και της πολιτείας στον πολίτη.
Ανατροπές και μόχλευση στο γερασμένο και αναποτελεσματικό πολιτικό σύστημα.
Δίκαιη φορολογία, που θα «θίξει» επιτέλους τον μεγάλο πλούτο.
Άνεμο εντιμότητας και δικαιοσύνης που θα σαρώσει τα παλιά στερεότυπα — με βασικό το πιο πικρό και απογοητευτικό από αυτά: ότι τίποτε δεν γίνεται, ότι δεν αλλάζει η Ελλάδα.
Χρειάζεται, άραγε, αυτές οι αλλαγές να αφορούν και τη μεταρρύθμιση άρθρων του Συντάγματος;
Ενδεχομένως να χρειάζεται, θα πω εγώ.
Αλλά ποιοι θα το κάνουν αυτό;
Εκείνοι που έκαναν το Σύνταγμα κουρελόχαρτο με τις υποκλοπές και τη χειραγώγηση της Δικαιοσύνης και των Ανεξάρτητων Αρχών;
Εκείνοι που συγκάλυψαν τα Τέμπη;
Που βύθισαν τη χώρα στη διαφθορά και δεν λογοδοτούν σε κανέναν;
Που έκαναν έξι χρόνια να ψηφίσουν τον εφαρμοστικό νόμο για την παραγραφή των αδικημάτων των υπουργών, που εμείς φέραμε στην προηγούμενη Συνταγματική Μεταρρύθμιση;
Ή εκείνοι που έγραψαν στα παλιά τους παπούτσια το άρθρο 16 του Συντάγματος;
Και θέλω, με αφορμή την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού για νέα Συνταγματική μεταρρύθμιση, να θέσω ένα ερώτημα:
Μπορεί ο λύκος να φυλάξει τα πρόβατα;
Αν όχι, τότε ούτε ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να φυλάξει — πόσο μάλλον να βελτιώσει — τις συνταγματικές προβλέψεις για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ή για τη συναινετική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ας μην κοροϊδευόμαστε.
Η πατρίδα μας χρειάζεται, όντως, μεγάλες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Δεν χρειάζεται, όμως, άλλη μία απόπειρα εξαπάτησης.
Τι χρειάζεται η δημόσια διοίκηση;
Εκδημοκρατισμό, αξιοκρατία και αξιολόγηση με όρους διαφάνειας και σταθερούς κανόνες.
Καθολική ψηφιοποίηση.
Καλύτερες αμοιβές των λειτουργών της.
Δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο μισθό — έστω σταδιακά.
Και τι ετοιμάζονται να κάνουν;
Να κολακέψουν την υπαρκτή αντίθεση ενός μέρους της κοινωνίας με το «δημόσιο», θέτοντας θέμα μονιμότητας για τους δημόσιους υπαλλήλους.
Αλήθεια, όμως: η μονιμότητα φταίει για τα χάλια του Δημοσίου σήμερα;
Δεν φταίει η αγαπημένη τους αναξιοκρατία;
Το ρουσφέτι, η γραφειοκρατία, η εξυπηρέτηση συμφερόντων και κομματικών στρατών, πάνω και κάτω από το τραπέζι;
Ή μήπως αυτό που επιθυμούν, μέσω της κατάργησης της μονιμότητας, είναι να κάνουν σε όλο το Δημόσιο αυτό που έκαναν με τους μετακλητούς;
Τους αφήσαμε 1.700 και τους έκαναν σήμερα 3.700.
120% αύξηση.
Γέμισαν τα δημόσια γραφεία με γαλάζια παιδιά και αργόμισθους κυβερνητικούς υπαλλήλους — αφού δεν έχουν πού να τους βάλουν.
Αυτό θέλουν να κάνουν και σε όλο το Δημόσιο, με πρόσχημα τη μονιμότητα;
Και την ίδια στιγμή, τα νοσοκομεία δεν έχουν νοσηλευτές και τα σχολεία εκπαιδευτικούς.
Αν αυτή, λοιπόν, δεν είναι απόπειρα εξαπάτησης για να περάσει μια αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση, τότε τι είναι;
Γι’ αυτό και οι προοδευτικές δυνάμεις όχι μόνο δεν πρέπει να ακολουθήσουν τον ολισθηρό δρόμο της συναίνεσης στα παιχνίδια του κ. Μητσοτάκη, αλλά οφείλουν να απομονώσουν και να ακυρώσουν, με κάθε νόμιμο μέσο, αυτή την επιδίωξη.
Μόνο μια καθαρή δημοκρατική-προοδευτική πλειοψηφία, που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές, μπορεί και πρέπει να προχωρήσει στις αναγκαίες συνταγματικές και θεσμικές τομές:
στην κατεύθυνση της δημοκρατίας,
της προστασίας των δημόσιων αγαθών,
της ισότητας στα δικαιώματα και τις ευκαιρίες,
της Δικαιοσύνης.
Φίλες και φίλοι,
Στο βιβλίο μου αναφέρομαι συχνά σε αυτό το ζήτημα: στο ζήτημα των ανισοτήτων και της Δικαιοσύνης. Όχι μόνο γιατί το όραμα για μια δίκαιη κοινωνία ήταν αυτό που σφράγισε την ένταξή μου στην Αριστερά και την ενασχόλησή μου με τα κοινά. Αλλά γιατί πιστεύω βαθιά ότι οι ανισότητες είναι το κεντρικό ζήτημα της εποχής μας. Και η μάχη εναντίον τους, σε όλους τους τομείς της οικονομίας, της πολιτικής και της κοινωνίας, θα καθορίσει το μέλλον του πλανήτη μας, το μέλλον της Ευρώπης, το μέλλον της χώρας μας.
Πιστεύω ότι έχουμε την υποχρέωση — ειδικά σήμερα — απέναντι στην εξουσία των δισεκατομμυριούχων και την ασυδοσία του πλούτου, που καθιστά τη δημοκρατία κενή περιεχομένου, να σηκώσουμε τη σημαία της κοινωνικής ισότητας.
Και ακόμα περισσότερο, πιστεύω ότι έχουμε τη δυνατότητα να την κάνουμε, βήμα-βήμα, πράξη. Με τη δύναμη της κοινωνίας.
Το έζησα — και το ζήσαμε — στα χρόνια της κυβέρνησης της Αριστεράς. Όταν, σε αντίξοες συνθήκες, δουλέψαμε συλλογικά και καταφέραμε να βάλουμε φραγμό στην ανθρωπιστική καταστροφή.
Ίσως δεν τα κάναμε όλα σωστά. Αλλά, δεδομένων των συνθηκών, δεν ήταν μικρά όσα καταφέραμε:
η Ελλάδα του 2015-2019, σε συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας, ήταν η χώρα της πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των πολιτών της στη νοσοκομειακή περίθαλψη.
Ήταν η χώρα της θεαματικής μείωσης της παιδικής φτώχειας, της καταπολέμησης της πείνας, της δημιουργίας ενός ιστού προστασίας των αποκλεισμένων και των ευάλωτων.
Και ναι, κόντρα στην τοξική προπαγάνδα της Δεξιάς — τότε και τώρα — είμαστε περήφανοι γι’ αυτό.
Το 2018, θυμάμαι, μετά από 13 περιφερειακά συνέδρια διαβούλευσης, η κυβέρνησή μας παρουσίασε την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική για τη Βιώσιμη και Δίκαιη Ανάπτυξη, με στόχο το 2030.
Είχαμε τότε 12 χρόνια μπροστά μας. Ξέραμε ότι η χώρα έβγαινε από το καθεστώς των Μνημονίων. Διαθέταμε την εμπειρία για ένα συνολικό σχέδιο αναπτυξιακού μετασχηματισμού με στόχους, χρονοδιαγράμματα και κοινωνική συμμετοχή: 100 μεταρρυθμίσεις, 40 εμβληματικοί ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι. Ένα όραμα: η δίκαιη Ελλάδα.
Η Νέα Δημοκρατία, ένα χρόνο μετά, κέρδισε τις εκλογές και εγκατέλειψε συνειδητά το σχέδιο αυτό. Όπως πέταξε στα σκουπίδια τα επιστημονικά πορίσματα για τις φυσικές καταστροφές. Όπως επιχείρησε να μας παρουσιάσει ως ανίδεους για το πώς λειτουργεί η οικονομία — παρότι εμείς, που παραλάβαμε μια χρεοκοπημένη χώρα, την αφήσαμε με 37 δισ. στα ταμεία, εκτός μνημονίων, με το χρέος ρυθμισμένο και σε τροχιά ανάπτυξης.
Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ας παραδεχτούμε:
ούτε γόνοι, ούτε επαγγελματίες της εξουσίας ήμασταν.
Δεν γεννηθήκαμε σε σαλόνια με πολιτικά τζάκια.
Κι όμως, εμείς — όπως κι αν μας είπαν — σεβαστήκαμε μέχρι και το τελευταίο ευρώ του ελληνικού λαού.
Και αυτοί που ξανάρθαν μετά, τι έκαναν;
Κοιτάξτε γύρω σας.
Στο σπίτι, στην επιχείρηση, στο χωράφι, στις αμοιβές σας.
Αναλογιστείτε ότι από τη χώρα αυτή πέρασε — με το Ταμείο Ανάκαμψης — το σημαντικότερο χρηματοδοτικό εργαλείο για την ανάδυση ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου. Ψάξτε να βρείτε τα αποτελέσματα. Δείξτε μου πού έχουμε σήμερα, στην Ήπειρο, ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα, μια νέα δημόσια υποδομή, κάτι που θα μείνει ως τομή.
Δεν θα βρείτε.
Όπως δεν βρίσκει κανείς σε όλη την Ελλάδα.
Σήμερα, λοιπόν, εδώ από τα Γιάννενα, θέλω να κρούσω τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της ελληνικής περιφέρειας.
Η ύπαιθρος μαραζώνει.
Αν η δημογραφική κρίση αποτελεί μια φορά υπαρξιακό πρόβλημα για τη χώρα, αποτελεί δυο και τρεις για την περιφέρεια.
Και επειδή δεν έχει νόημα να κάνουμε μόνο διαπιστώσεις, θα καταθέσω σήμερα επτά συγκεκριμένες προτάσεις για το μέλλον της περιφέρειας. Για την αντιμετώπιση της ερημοποίησης και την αποκέντρωση.
Ξεκαθαρίζοντας ότι έχουν συγκεκριμένους αποδέκτες:
Τους αγρότες — και ειδικά τους νέους αγρότες — που τους είδαμε στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων, γιατί ξέρουν ότι με αυτήν την πολιτική δεν έχουν μέλλον.
Τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες, τους εργάτες και τις εργάτριες, τους νέους επιστήμονες.
Τους ανθρώπους που πήραν την απόφαση να μείνουν ή να γυρίσουν στον τόπο τους, να δραστηριοποιηθούν σε κοινωνικές και συνεταιριστικές επιχειρήσεις, και δεν την παλεύουν άλλο, βλέποντας τα λεφτά να πηγαίνουν σε κάθε λογής πιθανούς και απίθανους αεριτζήδες.
Δεν απευθύνομαι σε όλους, γιατί πολύ απλά δεν απευθύνομαι στους βολεμένους. Αυτοί έχουν την κυβέρνηση που θέλουν και που τους υπηρετεί. Εμείς, οι υπόλοιποι, οι πολλοί, έχουμε ανάγκη από μεγάλες τομές. Από μια ειρηνική επανάσταση, από πάνω μέχρι κάτω. Μια νέα μεταπολίτευση. Από ρήξεις με τα συμφέροντα που έχουν συμφέρον τα πράγματα να μείνουν όπως ακριβώς είναι.
Πρώτη ρήξη: Μη κερδοσκοπικές ενεργειακές κοινότητες με προτεραιότητα στο δίκτυο.
Για φθηνή και σταθερή ενέργεια για παραγωγή και άρδευση, ενεργειακή αυτονομία των ΟΤΑ, των σχολείων μας, των νοσοκομείων. Για μείωση του κόστους των τροφίμων και ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.
Δεύτερη ρήξη: Θεσμική κατοχύρωση της Κοινοτικά Υποστηριζόμενης Γεωργίας.
Η Κοινοτικά Υποστηριζόμενη Γεωργία δημιουργεί άμεση, σταθερή σχέση μεταξύ παραγωγού και κοινωνίας. Ο αγρότης εξασφαλίζει προβλέψιμο εισόδημα και αξιοπρεπείς όρους παραγωγής, οι καταναλωτές πρόσβαση σε ποιοτική τροφή σε δίκαιη τιμή και το ρίσκο της παραγωγής μοιράζεται συλλογικά. Πρόκειται για ένα δημοκρατικό κοινωνικό συμβόλαιο για την τροφή. Και η θεσμική του κατοχύρωση περιλαμβάνει τη νομική του αναγνώριση, αλλά και τη θεσμοθέτηση φορολογικών κινήτρων και χρηματοδοτικών εργαλείων, τη διασύνδεση με δήμους, σχολεία, κοινωνικές δομές και κοινοτικές πρωτοβουλίες.
Τρίτη ρήξη: Ενίσχυση της τοπικής οικονομίας από ανακατεύθυνση δημόσιων δαπανών.
Κάθε χρόνο, το κράτος δαπανά εκατομμύρια ευρώ για να τροφοδοτήσει σχολεία, νοσοκομεία, κοινωνικές δομές. Κι όμως, αυτά τα χρήματα δεν επιστρέφουν στην τοπική οικονομία. Καταλήγουν σε μεγάλες αλυσίδες και εισαγωγικές εταιρείες, ενώ οι μικροί παραγωγοί αποκλείονται από διαγωνισμούς κομμένους και ραμμένους για τους λίγους. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει ρητά περιβαλλοντικά, ποιοτικά και κοινωνικά κριτήρια στις δημόσιες προμήθειες. Στην Ιταλία, το 70% των τροφίμων στα σχολεία της Ρώμης είναι βιολογικά και το δημόσιο αποτελεί σταθερό αγοραστή για τους τοπικούς παραγωγούς. Αυτή τη νομοθεσία θέλουμε να φέρουμε στη χώρα μας: να γίνει η δημόσια δαπάνη μοχλός τοπικής ανάπτυξης και όχι δώρο στα καρτέλ.
Τέταρτη ρήξη: Τεχνολογική αυτονομία.
Η τεχνολογική εξάρτηση διαπερνά πια όλη την κοινωνία και είναι από τα πιο βαθιά πολιτικά ζητήματα του 21ου αιώνα. Ο αγρότης δεν μπορεί να επισκευάσει το τρακτέρ του γιατί το λογισμικό «ανήκει» σε μια πολυεθνική, ενώ εξαρτάται από εισαγόμενους σπόρους και τεχνολογίες που δεν ελέγχει. Το κράτος πληρώνει εκατομμύρια για λογισμικό σε πολυεθνικές, ενώ τα δεδομένα των πολιτών βρίσκονται σε servers εκτός Ευρώπης.
Όμως υπάρχει και άλλος δρόμος — και υπάρχει εδώ στην Ελλάδα.
Η «Libre Space Foundation» στην Αθήνα έστειλε το 2017 τον πρώτο ελληνικό δορυφόρο ανοιχτού λογισμικού στο διάστημα. Οι «Τζουμέικερς» στην ορεινή Ήπειρο δημιουργούν ανοιχτού σχεδιασμού αγροτικά μηχανήματα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες των μικρών αγροτών. Το «Μπουλούκι», με έδρα τα Κεντρικά Τζουμέρκα, διασώζει παραδοσιακές τεχνικές δόμησης μέσω συνεργασιών με τοπικές κοινότητες. Πολλά εγχειρήματα σε όλη τη χώρα διαδίδουν γνώση για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Γνώση που μοιράζεται.
Τοπική κατασκευή και δημοκρατική διακυβέρνηση δημιουργούν δουλειές και ανάπτυξη.
Αυτή η μετάβαση χρειάζεται πολιτική απόφαση: δικαίωμα στην επισκευή, δημόσιο χρήμα που παράγει δημόσιο κώδικα, ανοιχτούς σπόρους και τοπικά εργαστήρια σε κάθε περιφέρεια.
Πέμπτη ρήξη: Νόμος περί ακαλλιεργησίας για την αξιοποίηση της γης.
Η γη δεν είναι απλώς περιουσιακό στοιχείο. Είναι μέσο παραγωγής, στοιχείο επισιτιστικής ασφάλειας και παράγοντας περιβαλλοντικής ισορροπίας. Η ιδιοκτησία της δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη χρήση της. Η μακρόχρονη ακαλλιεργησία υπονομεύει την εγχώρια παραγωγή, εντείνει την εξάρτηση από εισαγωγές, αυξάνει τον κίνδυνο πυρκαγιών και διάβρωσης και διαλύει τον αγροτικό ιστό. Σε μια χώρα που ερημώνει, η εγκατάλειψη της γης δεν είναι ουδέτερη επιλογή.
Η νομική βάση υπάρχει. Το Σύνταγμά μας προβλέπει «την αναδιανομή αγροτικών εκτάσεων με σκοπό την πιο παραγωγική εκμετάλλευσή τους». Αυτό που λείπει είναι ο εφαρμοστικός νόμος. Το κράτος οφείλει να έχει τη δυνατότητα. Αλλά πριν φτάσει εκεί, οφείλει να παρέχει κίνητρα — φορολογικά και άλλα — για την ενεργοποίηση ή εκμίσθωση ακαλλιέργητης γης, να προχωρά σε υποχρεωτική εκμίσθωση σε ενεργούς αγρότες και συλλογικά σχήματα και, σε έσχατη περίπτωση, σε αναγκαστική απαλλοτρίωση με δίκαιη αποζημίωση.
Το μοντέλο υπάρχει. Στη Γαλλία, οι οργανισμοί SAFER από το 1960 παρακολουθούν τις πωλήσεις αγροτικής γης και παρεμβαίνουν όταν χρειάζεται — παραχωρώντας τη γη όχι στον υψηλότερο πλειοδότη, αλλά σε αυτόν που θα την καλλιεργήσει. Ένας αντίστοιχος ελληνικός φορέας θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας αγροτικής πολιτικής. Με στόχο: ούτε ένα στρέμμα χαμένο!
Έκτη ρήξη: Ενσωμάτωση μεταναστών και προσφύγων στις τοπικές οικονομίες.
Πρόκειται για ένα δύσκολο θέμα, αλλά ας μη κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Υπάρχει ένα αξιακό ζήτημα — η προστασία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας. Ένα ζήτημα ασφάλειας — ο έλεγχος των συνόρων απέναντι στα δίκτυα διακινητών. Αλλά και ένα τρίτο ζήτημα που αφορά την οικονομία: το έλλειμμα εργατικού δυναμικού και την κοινωνική συνοχή των τοπικών κοινωνιών.
Πρώτα και κύρια, η προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι ιερή και αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Αποτελεί ντροπή για τον λαό μας και την ιστορία του να λέμε ότι στις βάρκες αυτές έχουμε εισβολείς. Όχι. Έχουμε ανθρώπους που προσπαθούν να σωθούν από τον πόλεμο, τη βία ή από τη φτώχεια. Δεν μπορεί κάθε λίγο να έχουμε τραγωδίες στη θάλασσα και να δίνουμε συγχαρητήρια. Πρέπει να υπάρξει επιτέλους απόλυτη διαφάνεια και αξιόπιστη έρευνα για το τι έγινε. Όχι άλλη συγκάλυψη.
Δεύτερον, τα σύνορά μας πρέπει να προστατεύονται. Ασφαλώς με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, αλλά να φυλάσσονται. Και όπως εξασφαλίσαμε το 2016 με τη Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, όσοι δεν δικαιούνται άσυλο να επιστρέφονται στην Τουρκία με ευρωπαϊκές εγγυήσεις. Διότι το μεταναστευτικό είναι πρώτα απ’ όλα ευρωπαϊκό και ευρωτουρκικό ζήτημα.
Και την ίδια ώρα, είναι αναγκαία μια άλλη μεταναστευτική πολιτική που να βασίζεται σε ασφαλείς, νόμιμες οδούς και ένταξη των μεταναστών που βρίσκονται στη χώρα — με γνώμονα τις ανάγκες κάθε κλάδου και κάθε περιφέρειας, σε διάλογο με τους συνεταιρισμούς και την τοπική αυτοδιοίκηση. Μια πολιτική που θα συνεισφέρει στην οικονομία, στο δημογραφικό και στο ασφαλιστικό. Που θα δίνει τη δυνατότητα και σε ανθρώπους που ζουν στη χώρα εδώ και χρόνια να δουλέψουν νόμιμα και τίμια, με αξιοπρεπείς συνθήκες, και να συμβάλουν στην ελληνική οικονομία.
Έβδομη ρήξη: Θεσμοθέτηση θετικών διακρίσεων υπέρ της υπαίθρου.
Η ίση μεταχείριση σε άνισες συνθήκες παράγει ανισότητα. Η ύπαιθρος δεν χρειάζεται ίση μεταχείριση. Η ύπαιθρος χρειάζεται θετική διάκριση. Και αυτό σημαίνει:
— Μεταφορικό ισοδύναμο για κατοίκους ορεινών και δυσπρόσιτων περιοχών.
— Μηδενισμός της φορολογίας σε ορεινές περιοχές και χωριά κάτω των 200 μόνιμων κατοίκων.
— Ειδικό νομικό και φορολογικό πλαίσιο για κοινοτικά καταστήματα.
— Επαναφορά του θεσμού των Κοινοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση, ως ζωντανών κυττάρων τοπικής ζωής και αυτοοργάνωσης.
Φίλες και φίλοι,
Αυτές οι 7 ρήξεις ήταν ένα μικρό δείγμα, ένα περίγραμμα της δουλειάς σε βάθος που κάνουμε στο Ινστιτούτο, προκειμένου να σχεδιάσουμε έναν εναλλακτικό προοδευτικό δρόμο για την πατρίδα μας. Με θεσμικές τομές και μεταρρυθμίσεις ουσίας, που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων — όχι με συνθήματα, αλλά με σχέδιο ρεαλιστικών αλλαγών.
Δεν ήρθα, όμως, εδώ να σας υποσχεθώ.
Ήρθα να προτείνω και — κυρίως — να ακούσω.
Θέλω, λοιπόν, να σας καλέσω απλά να σκεφτείτε την περιφέρειά σας, τον δήμο σας, το χωριό σας, τη ζωή σας, σε μια «επόμενη μέρα» όπου η πολιτεία θα προχωρήσει στις επτά κατευθύνσεις που περιέγραψα.
Σκεφτείτε την Ήπειρο:
την εικόνα μιας περιοχής με ενεργειακές κοινότητες,
με κοινοτικά υποστηριζόμενη γεωργία,
με γεύματα στα νοσοκομεία και στα σχολεία μας από τοπικούς παραγωγούς,
με χωριά που θα έχουν ξανά σχολεία που θα ανοίγουν το πρωί.
Αυτή είναι η βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη. Αυτή είναι η ανάπτυξη των πιο δημιουργικών δυνατοτήτων μας. Αυτή είναι και η ανάπτυξη που είναι συμβατή με τους οραματικούς στόχους του ΟΗΕ για ένα μέλλον απαλλαγμένο από την ενεργειακή φτώχεια, τα ορυκτά καύσιμα, την καθημερινή ερημοποίηση των κοινωνιών μας.
Αγαπητοί φίλοι, συμπατριώτες, συντρόφισσες και σύντροφοι,
Θέλω να κλείσω με το εξής.
Τη δεκαετία του 1970, ένας νέος σκηνοθέτης ήρθε εδώ, στη «μικρή μας πόλη», για να θυμηθούμε και τον σπουδαίο Γιαννιώτη, τον Τάκη Χατζή. Ένας νέος σκηνοθέτης, λοιπόν, ήρθε εδώ στα Γιάννενα και δημιούργησε κάτι που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας μας.
Ήταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, που έκανε τα Γιάννενα παγκόσμια. Με τον φακό του. Αυτόν τον φακό που μας έδωσε αυτή τη μοναδική σκηνή στους «Κυνηγούς»: τους ανθρώπους στις βάρκες με τις κόκκινες σημαίες στη λίμνη.
Δεν σας κρύβω ότι συγκινούμαι με αυτή τη φωτογραφία, γιατί είναι δεμένη με την πιο ωραία αφίσα των φοιτητικών μου χρόνων: η φωτογραφία από τους «Κυνηγούς» του Αγγελόπουλου και η φράση του Μπρεχτ: «γιατί να λέμε βίαια τα νερά και όχι τις όχθες που τα περιορίζουν».
Με αφορμή, λοιπόν, αυτή τη νεανική ανάμνηση, θέλω να επανέλθω σε αυτό το διαχρονικό ερώτημα του Μπρεχτ.
Βίαιη δεν είναι η επιθυμία των ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή. Αλλά οι απροσπέλαστες όχθες ενός συστήματος που την περιορίζει.
Αυτές τις μέρες, διαβάζω, χιλιάδες νέοι άνθρωποι της Gen Z ανακαλύπτουν το έργο του Αγγελόπουλου — είτε στις κινηματογραφικές αίθουσες είτε στις τηλεοπτικές πλατφόρμες. Αυτοί οι νέοι που εμείς οι μεγαλύτεροι συχνά λέμε ότι έχουν διάσπαση προσοχής από την πολλή χρήση του κινητού.
Κάτι έχει να μας πει αυτό:
η κοινωνία μας αναζητεί μια μεγάλη αφήγηση.
Όχι ένα απλοϊκό μήνυμα.
Αλλά την αφήγηση εκείνη που δίνει νόημα στις ζωές μας.
Και αν το σκεφτούμε, αυτό ταιριάζει και με την επιλογή αυτών των νέων ανθρώπων που συνάντησα εδώ στα Γιάννενα και που έστησαν αυτό το πλούσιο οικοσύστημα κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.
Αυτοί οι νέοι, που εκεί που δεν το περίμενε κανείς, έδωσαν ζωή στην περιφέρεια. Έφεραν τις δικές τους μουσικές και τις ταίριαξαν στα παραδοσιακά όργανα. Έφεραν το δικό τους κέφι και ζωντάνεψαν τα πανηγύρια. Έφεραν τη δική τους δημιουργικότητα και τις ανησυχίες τους, έφτιαξαν οικολογικές μονάδες, άνοιξαν μονοπάτια στα βουνά, έδειξαν ότι τίποτα δεν πεθαίνει, αν είναι ανοιχτό στο καινούριο.
Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα, λοιπόν, είναι ένα βλέμμα σαν αυτό του Αγγελόπουλου: ένα βλέμμα που θα έχει την περιφέρεια στο επίκεντρο, που θα μετατρέπει το τοπικό σε παγκόσμιο, που θα δημιουργεί τη μεγάλη αφήγηση — αυτή που δίνει περιεχόμενο στη ζωή μας και νόημα στους αγώνες μας.
Γι’ αυτό η προσπάθειά μας, που είναι τέκνο της ανάγκης για μια καλύτερη ζωή, για μια καλύτερη και δίκαιη πατρίδα, η προσπάθειά μας για την ανασύνθεση και επανίδρυση μιας κυβερνώσας αριστερής προοδευτικής παράταξης, δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Απαιτεί σχέδιο, απαιτεί κινητοποίηση, απαιτεί χρόνο.
Μα πάνω απ’ όλα απαιτεί όραμα και έμπνευση.
Για την πατρίδα μας και τις ζωές μας.
Ξέρω ότι δεν σας προτείνω έναν εύκολο δρόμο. Αλλά εμείς εδώ δεν είμαστε για τα εύκολα.
Είμαστε για τα μεγάλα.
Όταν, λοιπόν, το μεγάλο ερώτημα που θέτει στη πλειοψηφία της κοινωνίας μας — σχεδόν στα 4/5 — η σημερινή κυβέρνηση, με την πολιτική της ακρίβειας και των ανισοτήτων, είναι:
Ζωή ή επιβίωση;
Εγώ απαντώ: ζωή.
Και νιώθω ότι το ίδιο απαντάτε κι εσείς.
Και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ.
Γιατί ξέρω από πού προέρχομαι.
Και γι’ αυτό ξέρω πού θέλω να πάμε.
Όλες και όλοι μαζί.














