--°C Athens

Το μεγάλο παζάρι του Ερντογάν: Η Τουρκία ζητά ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα – Τα ανοίγματα των ΗΠΑ, ΕΕ και οι «κόκκινες γραμμές» Ελλάδας, Κύπρου

Το μεγάλο παζάρι του Ερντογάν: Η Τουρκία ζητά ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα – Τα ανοίγματα των ΗΠΑ, ΕΕ και οι «κόκκινες γραμμές» Ελλάδας, Κύπρου

Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν κινείται πλέον μόνο ως μια δύσκολη σύμμαχος του ΝΑΤΟ ή ως μια χώρα με παγωμένη ενταξιακή πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κινείται ως δύναμη που επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφία της, τη στρατιωτική της ισχύ, την αμυντική της βιομηχανία και τον ρόλο της σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Η Άγκυρα βλέπει ότι η συγκυρία τη βοηθά. Η Ευρώπη αναζητά επειγόντως τρόπους να ενισχύσει την άμυνά της. Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ πιέζουν τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος. Το ΝΑΤΟ προσπαθεί να κρατήσει ενιαία τη Συμμαχία σε μια περίοδο πολέμου στην Ουκρανία, αναταράξεων στη Μέση Ανατολή και αβεβαιότητας στη σχέση Ουάσιγκτον-Βρυξελλών.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Ερντογάν στέλνει ένα απλό μήνυμα προς όλους: η Τουρκία δεν είναι πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά παίκτης που πρέπει να υπολογιστεί.

Η επίσκεψη στην Άγκυρα της Κάγια Κάλας, της Μάρτα Κος και του Μάγκνους Μπρούνερ, λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, δεν ήταν μια απλή διπλωματική χειρονομία. Ήταν ένδειξη ότι οι Βρυξέλλες αναζητούν ξανά λειτουργικούς διαύλους με την Τουρκία, σε πεδία όπως η ασφάλεια, η μετανάστευση, η ενέργεια, το εμπόριο, η συνδεσιμότητα και η οικονομική συνεργασία.

Την ίδια ώρα, από την Ουάσιγκτον έρχεται το μήνυμα ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να ανοίξει επιλεκτικά την αμυντική σχέση με την Άγκυρα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την προώθηση της πώλησης κινητήρων F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Παράλληλα, το ζήτημα των F-35 δεν έχει εξαφανιστεί από το τραπέζι, έστω κι αν εξακολουθεί να σκοντάφτει στους ρωσικούς S-400 και στις ισχυρές αντιρρήσεις του Κογκρέσου.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνθετο γεωπολιτικό παζάρι. Η Τουρκία ζητά ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα. Οι ΗΠΑ δοκιμάζουν μια πιο συναλλακτική σχέση με τον Ερντογάν. Η ΕΕ αναζητά ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη συνεργασίας και στην πολιτική δυσπιστία. Και η Ελλάδα με την Κύπρο προσπαθούν να αποτρέψουν μια θεσμική αναβάθμιση της Άγκυρας χωρίς προηγούμενη αλλαγή συμπεριφοράς.

Η Άγκυρα πουλά στη Δύση την αναγκαιότητά της

Η τουρκική στρατηγική είναι καθαρή: η Άγκυρα θέλει να εμφανιστεί ως χώρα χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη και στην ευρύτερη περιοχή.

Η Τουρκία προβάλλει τον εαυτό της ως τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, ως δύναμη με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, ως κόμβο ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και ως συνομιλητή που μπορεί να μιλά με διαφορετικά στρατόπεδα.

Αυτό είναι το βασικό επιχείρημα Ερντογάν: η Τουρκία μπορεί να είναι ενοχλητική, αλλά είναι χρήσιμη.

Η Άγκυρα το αξιοποιεί σε όλα τα επίπεδα. Στο ΝΑΤΟ ζητά άρση περιορισμών και εμπάργκο στην αμυντική βιομηχανία. Στις ΗΠΑ ζητά επαναφορά της εμπιστοσύνης σε κρίσιμα εξοπλιστικά προγράμματα. Στην ΕΕ ζητά πρόσβαση σε οικονομικά, θεσμικά και αμυντικά εργαλεία. Στην ευρύτερη περιοχή ζητά αναγνώριση του ρόλου της από τη Λιβύη μέχρι τη Συρία και από τη Γάζα μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα.

Δεν πρόκειται για επιστροφή της Τουρκίας στη Δύση με τους παλιούς όρους. Πρόκειται για προσπάθεια της Τουρκίας να διαπραγματευτεί εκ νέου τους όρους της σχέσης της με τη Δύση.

Η ευρωπαϊκή άμυνα ως μεγάλο έπαθλο

Το πιο κρίσιμο πεδίο είναι πλέον η ευρωπαϊκή άμυνα.

Το πρόγραμμα SAFE, με δάνεια έως 150 δισ. ευρώ για κοινές αμυντικές προμήθειες και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, δεν είναι ένα απλό χρηματοδοτικό εργαλείο. Είναι το νέο πεδίο όπου θα κριθεί ποιοι θα μπουν στις αλυσίδες παραγωγής, ποιοι θα έχουν πρόσβαση σε συμπαραγωγές, ποιοι θα συνδεθούν με την ευρωπαϊκή αμυντική αγορά και ποιοι θα μείνουν εκτός.

Για την Τουρκία, η πρόσβαση σε τέτοιες πρωτοβουλίες θα είχε τεράστια σημασία. Δεν θα σήμαινε μόνο οικονομικό όφελος για τις τουρκικές αμυντικές εταιρείες. Θα σήμαινε θεσμική αναγνώριση της Τουρκίας ως μέρους του ευρωπαϊκού αμυντικού οικοσυστήματος.

Αυτό ακριβώς επιδιώκει η Άγκυρα. Να μη μείνει απλώς πελάτης, προμηθευτής ή εξωτερικός συνεργάτης, αλλά να αντιμετωπιστεί ως συνδιαμορφωτής της ασφάλειας της Ευρώπης.

Το πρόβλημα για την Αθήνα και τη Λευκωσία είναι ότι η Τουρκία ζητά αυτή την πρόσβαση χωρίς να έχει αλλάξει τα βασικά στοιχεία της περιφερειακής της συμπεριφοράς. Διατηρεί το casus belli έναντι της Ελλάδας, προβάλλει τη Γαλάζια Πατρίδα, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και επιμένει σε λύση δύο κρατών στο Κυπριακό.

Επομένως, για την Ελλάδα και την Κύπρο, το SAFE δεν είναι τεχνικός φάκελος. Είναι δοκιμασία ευρωπαϊκής αξιοπιστίας.

Η Ευρώπη θέλει την Τουρκία, αλλά δεν την εμπιστεύεται πλήρως

Η στάση της ΕΕ είναι γεμάτη αντιφάσεις.

Από τη μία πλευρά, οι Βρυξέλλες γνωρίζουν ότι η Τουρκία έχει απομακρυνθεί από τα ευρωπαϊκά πρότυπα σε ζητήματα κράτους δικαίου, δημοκρατίας και θεμελιωδών ελευθεριών. Η ενταξιακή πορεία παραμένει παγωμένη και κανείς δεν πιστεύει σοβαρά ότι η Τουρκία βρίσκεται κοντά σε πλήρη ευρωπαϊκή ενσωμάτωση.

Από την άλλη πλευρά, η ΕΕ χρειάζεται την Τουρκία. Τη χρειάζεται στη μετανάστευση, στην ενέργεια, στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή, στις μεταφορές, στο εμπόριο, στη συνδεσιμότητα και στη διαχείριση κρίσεων που αγγίζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η κοινή ανακοίνωση μετά τις συνομιλίες του Χακάν Φιντάν με την ευρωπαϊκή αντιπροσωπεία στην Άγκυρα έδειξε ακριβώς αυτή τη νέα ισορροπία. Οι Βρυξέλλες δεν άνοιξαν ενταξιακή πόρτα. Άνοιξαν όμως ξανά την πόρτα της πρακτικής συνεργασίας.

Στο τραπέζι βρίσκονται ζητήματα όπως η τελωνειακή ένωση, η οικονομική συνεργασία, το εμπόριο, το SEPA, η σταδιακή επανεκκίνηση δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στην Τουρκία και οι κοινές προκλήσεις ασφάλειας.

Η ΕΕ, με απλά λόγια, δεν εμπιστεύεται πλήρως την Τουρκία, αλλά δεν μπορεί και να την αγνοήσει.

Αυτή η αμφιθυμία είναι το περιθώριο μέσα στο οποίο κινείται ο Ερντογάν.

Η Ουάσιγκτον κινείται πιο συναλλακτικά

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εικόνα είναι διαφορετική. Η κυβέρνηση Τραμπ βλέπει την Τουρκία με πιο ωμό, συναλλακτικό τρόπο.

Η πώληση κινητήρων General Electric F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN δεν είναι το ίδιο πράγμα με επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Είναι όμως πολιτικό σήμα. Δείχνει ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να δώσει στην Άγκυρα ένα πρώτο άνοιγμα στον τομέα της αμυντικής τεχνολογίας, παρά τις αντιδράσεις στο Κογκρέσο.

Για την Τουρκία, οι κινητήρες αυτοί είναι κρίσιμοι. Το KAAN αποτελεί τη βιτρίνα της τουρκικής φιλοδοξίας για αμυντική αυτονομία. Όμως η ανάπτυξή του εξακολουθεί να χρειάζεται δυτική τεχνολογία. Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο της Άγκυρας: θέλει να εμφανίζεται ως ανεξάρτητη αμυντική δύναμη, αλλά χρειάζεται την πρόσβαση στα αμερικανικά συστήματα για να ολοκληρώσει το άλμα.

Το πραγματικό μεγάλο θέμα, βέβαια, παραμένουν τα F-35.

Η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα λόγω των S-400. Η αμερικανική νομοθεσία και το Κογκρέσο εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό εμπόδιο. Όμως οι δηλώσεις από την Ουάσιγκτον ότι εξετάζονται τρόποι για πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία, υπό συγκεκριμένους νομικούς όρους, δείχνουν ότι το ζήτημα δεν έχει ταφεί.

Ο Ερντογάν το γνωρίζει. Και γι’ αυτό προσπαθεί να κρατήσει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά: KAAN, F110, F-16, F-35, S-400, αμυντική βιομηχανία και ευρωπαϊκή άμυνα αποτελούν κομμάτια του ίδιου παζαριού.

Οι S-400 παραμένουν η μεγάλη σκιά

Όσο η Τουρκία διατηρεί τους ρωσικούς S-400, η πλήρης αποκατάσταση της αμυντικής σχέσης με τις ΗΠΑ παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.

Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι το ρωσικό σύστημα δεν μπορεί να συνυπάρχει με δυτική τεχνολογία αιχμής, ιδίως με τα F-35. Το Κογκρέσο έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 περνά μέσα από την πλήρη αντιμετώπιση του ζητήματος των S-400.

Η Άγκυρα, από την πλευρά της, αναζητά φόρμουλα που να μην εμφανίζεται ως ταπεινωτική υποχώρηση. Δεν θέλει να δείξει ότι επιστρέφει άρον-άρον στο δυτικό στρατόπεδο εγκαταλείποντας πλήρως την πολυδιάστατη πολιτική της. Θέλει να λύσει το πρόβλημα χωρίς να χάσει πρόσωπο ούτε απέναντι στη Μόσχα ούτε στο εσωτερικό της ακροατήριο.

Αυτός είναι ο λόγος που κάθε σενάριο για απομάκρυνση, αποθήκευση, απενεργοποίηση ή μεταβίβαση των S-400 αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Είναι το κλειδί που μπορεί να ανοίξει ή να κρατήσει κλειστή την πόρτα των F-35.

Οι κόκκινες γραμμές Ελλάδας και Κύπρου

Για την Αθήνα, το βασικό ζήτημα δεν είναι αν η Τουρκία έχει στρατηγική αξία. Έχει. Το ζήτημα είναι αν αυτή η αξία μπορεί να μετατραπεί σε θεσμικό προνόμιο χωρίς κανέναν όρο.

Η ελληνική κόκκινη γραμμή είναι σαφής: η Τουρκία δεν μπορεί να αποκτά πρόσβαση σε ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία σαν κανονικός εταίρος, ενώ διατηρεί απειλή πολέμου κατά κράτους-μέλους της ΕΕ.

Το casus belli δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι επίσημη απειλή. Και όσο παραμένει, η Αθήνα έχει ισχυρό θεσμικό επιχείρημα απέναντι σε όσους θέλουν να εντάξουν την Τουρκία στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική χωρίς προϋποθέσεις.

Για την Κύπρο, το ζήτημα είναι ακόμη πιο υπαρξιακό. Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού και προωθεί λύση δύο κρατών, αντίθετα με το πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών και της ΕΕ.

Η πρόσφατη ένταση με τον αποκλεισμό της Κύπρου από προπαρασκευαστικές διαδικασίες για την COP31, την οποία θα φιλοξενήσει η Τουρκία, ανέδειξε ξανά το ίδιο πρόβλημα: η Άγκυρα επιχειρεί να μεταχειρίζεται την Κυπριακή Δημοκρατία σαν να μην είναι πλήρες και ισότιμο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα της Λευκωσίας. Δεν μπορεί η ΕΕ να συζητά αναβάθμιση της συνεργασίας με μια χώρα που δεν αναγνωρίζει ένα από τα κράτη-μέλη της.

Το ΝΑΤΟ ως μοχλός πίεσης προς την Ευρώπη

Η Τουρκία επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη θέση της στο ΝΑΤΟ για να πιέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επιχείρημά της είναι ότι δεν μπορεί να θεωρείται κρίσιμη για τη Συμμαχία, αλλά προβληματική για την ευρωπαϊκή άμυνα.

Με άλλα λόγια, η Άγκυρα λέει στους Ευρωπαίους: εφόσον ζητάτε από το ΝΑΤΟ να στηρίξει την ασφάλειά σας και εφόσον η Τουρκία είναι βασικός πυλώνας του ΝΑΤΟ, δεν μπορείτε να με αφήνετε έξω από τα ευρωπαϊκά σχήματα άμυνας.

Αυτό είναι επικίνδυνο επιχείρημα για την Αθήνα και τη Λευκωσία, γιατί επιχειρεί να μετατρέψει τις ελληνικές και κυπριακές ενστάσεις από ζητήματα αρχής σε δήθεν εμπόδια στη συμμαχική συνοχή.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ένα «όχι». Πρέπει να είναι θεσμική και ευρωπαϊκή: η ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να χτιστεί πάνω σε αντιφάσεις. Δεν μπορεί να χρηματοδοτείται ή να ενισχύεται αμυντικά μια τρίτη χώρα που απειλεί, αμφισβητεί ή δεν αναγνωρίζει κράτη-μέλη της Ένωσης.

Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν πρέπει να εμφανιστούν ως χώρες που μπλοκάρουν την ασφάλεια της Ευρώπης. Πρέπει να εμφανιστούν ως χώρες που ζητούν η ευρωπαϊκή άμυνα να έχει κανόνες, όρους και πολιτική συνοχή.

Το ζήτημα της δημοκρατίας μπαίνει πιο χαμηλά

Υπάρχει και μια ακόμη κρίσιμη διάσταση: όσο αυξάνεται η στρατηγική αξία της Τουρκίας, τόσο μειώνεται η δημόσια δυτική πίεση για το κράτος δικαίου και τις πολιτικές ελευθερίες.

Οι ανησυχίες για τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση στην Τουρκία δεν έχουν εξαφανιστεί. Η υπόθεση Ιμάμογλου, η πίεση στην αντιπολίτευση, οι περιορισμοί σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και η συνολική σκλήρυνση του εσωτερικού πολιτικού περιβάλλοντος παραμένουν στο τραπέζι.

Όμως στη δημόσια διπλωματία της Δύσης, αυτά τα θέματα συχνά περνούν σε δεύτερο πλάνο. Προηγούνται η άμυνα, η ενέργεια, η μετανάστευση, η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή και η συνοχή του ΝΑΤΟ.

Για τον Ερντογάν, αυτό είναι σημαντικό κέρδος. Η εικόνα του ως οικοδεσπότη, συνομιλητή και αναγκαίου συμμάχου λειτουργεί ως διεθνής νομιμοποίηση σε μια περίοδο που στο εσωτερικό αντιμετωπίζει πολιτική φθορά και αυξανόμενη κριτική.

Η Δύση δεν έχει εγκαταλείψει πλήρως το ζήτημα των αξιών. Αλλά στην περίπτωση της Τουρκίας δείχνει όλο και περισσότερο πρόθυμη να τις βάλει πίσω από την ασφάλεια.

Η ελληνική στρατηγική

Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να εμφανιστεί ως χώρα που απλώς αντιδρά σε κάθε τουρκική κίνηση. Έχει συμφέρον να εμφανιστεί ως αξιόπιστος δυτικός πυλώνας που θέτει συγκεκριμένους όρους.

Η Αθήνα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: στρατηγικές υποδομές, Σούδα, Αλεξανδρούπολη, ενεργειακούς διαδρόμους, ναυτιλιακό αποτύπωμα, αμυντικές συμφωνίες με ΗΠΑ και Γαλλία, συμμετοχή στα ευρωπαϊκά σχήματα άμυνας και σταθερή εικόνα χώρας που παραμένει στον δυτικό πυρήνα χωρίς αμφισημίες.

Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά με την Τουρκία. Η Άγκυρα πουλά αναγκαιότητα. Η Αθήνα πρέπει να πουλήσει αξιοπιστία.

Το ελληνικό μήνυμα πρέπει να είναι καθαρό: ναι στη συμμαχική συνοχή, ναι στην ευρωπαϊκή άμυνα, ναι στη συνεργασία ΝΑΤΟ-ΕΕ, αλλά όχι σε λευκή επιταγή προς μια Τουρκία που διατηρεί απειλές, αμφισβητήσεις και αναθεωρητικές πρακτικές.

Αυτό δεν είναι αντιτουρκική θέση. Είναι ευρωπαϊκή θέση.

Το πραγματικό ερώτημα για τη Δύση

Η Άγκυρα θέλει να μετατρέψει τη στρατηγική της αξία σε πρόσβαση: στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, στην αμερικανική τεχνολογία, στη δυτική πολιτική νομιμοποίηση και στα μεγάλα τραπέζια αποφάσεων.

Οι ΗΠΑ δείχνουν διατεθειμένες να δοκιμάσουν επιλεκτικά ανοίγματα. Η ΕΕ κινείται πιο πραγματιστικά, γνωρίζοντας ότι χρειάζεται την Τουρκία σε πολλά μέτωπα. Η Ελλάδα και η Κύπρος υπενθυμίζουν ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να χτιστεί αγνοώντας την ευρωπαϊκή κυριαρχία.

Αυτό είναι το πραγματικό βάθος του παζαριού.

Ο Ερντογάν δεν ζητά απλώς όπλα, κινητήρες, προγράμματα ή διευκολύνσεις. Ζητά να αναγνωριστεί η Τουρκία ως κεντρικός συνδιαμορφωτής της ευρωπαϊκής και ευρωατλαντικής ασφάλειας.

Και εκεί ακριβώς αρχίζει η σύγκρουση με τις ελληνικές και κυπριακές κόκκινες γραμμές.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να αναγνωρίζεις ότι η Τουρκία είναι αναγκαία. Και άλλο να της δίνεις ρόλο χωρίς να έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος εταίρος.

Διαβάστε Σχετικά