Όταν η Brianna Beyrouti θυμάται τη ζωή της στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, περιγράφει την οικονομική της κατάσταση με μία λέξη: «πνιγόμουν». «Ζούσα πραγματικά με δυσκολία. Κάθε φορά που προέκυπτε το παραμικρό, σκεφτόμουν: “Θεέ μου, τα παιδιά χρειάζονται παπούτσια, πώς θα τα πληρώσω;”. Ως μονογονέας, όλα πέφτουν στους ώμους μου», λέει.
Πέρυσι, η Brianna αποφάσισε να αφήσει πίσω της το Πόρτλαντ, μια μητροπολιτική περιοχή με πληθυσμό περίπου 2,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, και να μετακομίσει μαζί με τα δύο παιδιά της περίπου 3.200 χιλιόμετρα ανατολικά, στο Muncie της Ιντιάνα, σύμφωνα με το BBC.
Πρόκειται για μια μικρή πόλη περίπου 65.000 κατοίκων, με πανεπιστήμιο και μεγάλες εκτάσεις ανοιχτού χώρου. Η οικογένεια επέλεξε το Muncie στο πλαίσιο ενός προγράμματος που προσφέρει 5.000 δολάρια για την κάλυψη μέρους των εξόδων μετακόμισης, με στόχο την ενίσχυση του πληθυσμού.
Για την Brianna, η αλλαγή αποδείχτηκε καθοριστική. Εξακολουθεί να εργάζεται εξ αποστάσεως στην ίδια τράπεζα και ο ετήσιος μισθός της παραμένει στα 107.000 δολάρια, όμως πλέον κατάφερε να αγοράσει για πρώτη φορά δικό της σπίτι. Και το κόστος είναι μικρότερο από το ενοίκιο που πλήρωνε στο Πόρτλαντ. Εκεί έδινε 1.290 δολάρια τον μήνα για ένα διαμέρισμα. Στο Muncie, η μηνιαία δόση του στεγαστικού, μαζί με την ασφάλιση κατοικίας και τον φόρο ακίνητης περιουσίας, ανέρχεται συνολικά σε 1.100 δολάρια.
Παράλληλα, ο χαμηλότερος φόρος εισοδήματος στην Ιντιάνα, αλλά και η μείωση στα ασφάλιστρα του αυτοκινήτου και στους λογαριασμούς ενέργειας, σημαίνουν ότι πλέον έχει περίπου 600 δολάρια περισσότερα τον μήνα διαθέσιμα.
«Μπορώ να ζήσω περισσότερο τη ζωή μου από ό,τι πριν. Όταν τα παιδιά μου θέλουν κάτι, είμαι πολύ πιο πρόθυμη να πω “ναι”. Η ποιότητα της ζωής μου έχει αυξηθεί δραματικά», λέει.
Πόλεις που πληρώνουν για να προσελκύσουν κατοίκους
Η Brianna δεν είναι η μόνη που εγκαταλείπει μια μεγάλη πόλη για μια μικρότερη. Καθώς το υψηλό κόστος ζωής πιέζει όλο και περισσότερο τα αμερικανικά νοικοκυριά, αρκετοί κάτοικοι μεγάλων πόλεων αναζητούν φθηνότερα σπίτια σε μικρότερες περιοχές.
Έκθεση του National Association of Realtors για το 2025 έδειξε ότι, για όσους μετακομίζουν σε άλλη πολιτεία, ο βασικός λόγος είναι πόσο προσιτή είναι οικονομικά. Την ίδια στιγμή, πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες και το Πόρτλαντ έχουν δει τον πληθυσμό τους να μειώνεται τα τελευταία χρόνια, ενώ η εξ αποστάσεως εργασία, που έγινε πολύ πιο διαδεδομένη μετά την πανδημία του κορονοϊού, έκανε ευκολότερη την επιλογή μιας μικρότερης πόλης.
Αντίθετα, το Muncie παρουσιάζει μικρή πληθυσμιακή άνοδο. Ο πληθυσμός του έφτασε τους 65.466 κατοίκους πέρυσι, από 65.194 το 2020, αν και παραμένει αρκετά χαμηλότερος από τους 71.828 κατοίκους του 1990. Για να προσελκύσει εργαζομένους που δουλεύουν εξ αποστάσεως από άλλες πολιτείες, ο δήμος προσφέρει μέσω της πλατφόρμας MakeMyMove το ποσό των 5.000 δολαρίων. Η πλατφόρμα συγκεντρώνει αντίστοιχα προγράμματα μικρών πόλεων σε ολόκληρες τις ΗΠΑ, οι οποίες πληρώνουν συνδρομή για να συμμετέχουν.
Άλλες περιοχές προσφέρουν επιπλέον κίνητρα, όπως δωρεάν εισιτήρια κινηματογράφου, κουπόνια για εστιατόρια ή ακόμα και δωρεάν μπουκάλια κρασί.
I got paid $5,000 to move to a place I’d never heard of Relocation schemes offer support for people who want to swap big cities for a cheaper, quieter life. pic.twitter.com/uEAfm8vQzs
— Asif Patel (@asifpatel) September 14, 2026
Η Brianna και τα παιδιά της είναι μία από περίπου 100 οικογένειες που μετακόμισαν στο Muncie μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος. Η ίδια παραδέχεται ότι δεν είχε καν ακούσει ποτέ για την πόλη πριν εξετάσει την πρόταση.
Συνολικά, η MakeMyMove υποστηρίζει ότι βοήθησε περίπου 1.000 ανθρώπους να μετακομίσουν σε άλλες περιοχές το 2025 και αναμένει ο αριθμός να φτάσει τους 1.500 το 2026.
Από το Σαν Ντιέγκο σε μια πόλη 17.700 κατοίκων
Παρόμοια εμπειρία είχε και η Ελληνίδα επιστήμονας, Έλενα Χρυσοστόμου, η οποία το 2024 εγκατέλειψε το Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας για το Τζάκσονβιλ του Ιλινόι, μια πόλη μόλις 17.700 κατοίκων, όπως αναφέρει το δημοσίευμα.
Η μετακόμισή της ενισχύθηκε με 5.000 δολάρια σε μετρητά και ένα πακέτο παροχών αξίας 4.000 δολαρίων, που περιλάμβανε δωρεάν συνδρομές σε γυμναστήρια και πρόσβαση σε γήπεδα γκολφ. Στο Σαν Ντιέγκο πλήρωνε 3.000 δολάρια για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου. Πλέον έχει δικό της σπίτι τριών υπνοδωματίων με στεγαστικό 1.868 δολάρια. Παράλληλα, άλλαξε δουλειά και αύξησε τον μισθό της κατά 22%, ενώ η διαδρομή προς την εργασία της μειώθηκε από 15 λεπτά σε μόλις ένα λεπτό.
«Ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να αγοράσω μόνη μου ένα σπίτι. Πάντα πίστευα ότι θα χρειαζόμουν σύντροφο και ακόμα κι έτσι, στο Σαν Ντιέγκο θα ήταν πολύ δύσκολο», λέει.
Και οι δύο γυναίκες παραδέχονται ότι η νέα ζωή έχει και μειονεκτήματα: λιγότερες επιλογές σε δραστηριότητες και εστιατόρια, η απόσταση από φίλους και συγγενείς, ενώ για την Brianna υπήρξε και η δυσκολία προσαρμογής των παιδιών της στα νέα σχολεία.
Στο Πόρτλαντ μπορούσε να περπατήσει μέχρι τα πάρκα και τα καταστήματα, ενώ πλέον χρειάζεται το αυτοκίνητο σχεδόν για τα πάντα.
Παρά τις αλλαγές, όμως, δηλώνει ενθουσιασμένη: «Έχω κάνει τη μεγαλύτερη οικονομία που μπόρεσα ποτέ, είμαι ιδιοκτήτρια σπιτιού και μπορώ να κάνω πράγματα με τα παιδιά μου. Μάλιστα, το μικρότερο παιδί μου πήγε διακοπές για πρώτη φορά στη ζωή του».












