Στη σκιά των μεγάλων απεργιών που καθιέρωσαν την 1η Μαΐου ως σύμβολο εργατικών αγώνων, υπάρχει μια ιστορία λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου καθοριστική. Δεν εκτυλίχθηκε ούτε στο Σικάγο, ούτε σε κάποιο μεγάλο βιομηχανικό κέντρο με ισχυρά συνδικάτα.
Αντίθετα, γεννήθηκε σε ένα εργοστάσιο του ανατολικού Λονδίνου, από ανθρώπους που, με τα δεδομένα της εποχής, δεν είχαν ούτε φωνή ούτε δύναμη.
Ήταν το καλοκαίρι του 1888, όταν περίπου 1.400 νεαρές εργάτριες, πολλές από αυτές έφηβες, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη δουλειά τους στο εργοστάσιο σπίρτων της Bryant & May. Η καθημερινότητά τους ήταν εξοντωτική: ατελείωτες ώρες εργασίας, πενιχρές αποδοχές και ένα σύστημα προστίμων που μπορούσε να τους στερήσει ακόμη και τα ελάχιστα που κέρδιζαν.
Τα πρόστιμα περιορίστηκαν, οι συνθήκες βελτιώθηκαν και, το σημαντικότερο, οι εργάτριες κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα από τα πρώτα σωματεία γυναικών στη Βρετανία.
Η επιτυχία τους, είχε βαθύ κοινωνικό αντίκτυπο καθώς απέδειξε ότι ακόμη και οι πιο αδύναμοι, όταν δρουν συλλογικά, μπορούν να επιβάλουν αλλαγές.
Η απεργία αυτή θεωρείται σήμερα ένα από τα πρώτα βήματα προς τον λεγόμενο «Νέο Συνδικαλισμό», που έδωσε φωνή όχι μόνο στους ειδικευμένους εργάτες, αλλά και στους ανειδίκευτους, στους φτωχούς, στους «αόρατους» της κοινωνίας.
Στην ουσία, τα κορίτσια των σπίρτων δεν διεκδίκησαν απλώς καλύτερους όρους εργασίας, αλλά το δικαίωμα να υπάρχουν ως εργαζόμενες με αξιοπρέπεια. Και το έκαναν σε μια εποχή που κανείς δεν περίμενε από αυτές να μιλήσουν, πόσο μάλλον να νικήσουν.
Γι’ αυτό και η ιστορία τους ταιριάζει ίσως περισσότερο από πολλές άλλες στο πνεύμα της σημερινής ημέρας. Όχι γιατί είναι η πιο γνωστή, αλλά γιατί θυμίζει κάτι θεμελιώδες. Ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν ξεκινούν πάντα από τους ισχυρούς, αλλά από εκείνους που φωνάζουν, κάποια στιγμή, ότι δεν αντέχουν άλλο.













