--°C Athens

Πόσες φορές έχει εμπλακεί σε πόλεμο η Ελλάδα από το 1821 έως σήμερα: Πότε και γιατί οδηγηθήκαμε σε αιματηρές συγκρούσεις

Πόσες φορές έχει εμπλακεί σε πόλεμο η Ελλάδα από το 1821 έως σήμερα: Πότε και γιατί οδηγηθήκαμε σε αιματηρές συγκρούσεις

Με τις φλόγες του πολέμου να τυλίγουν για μια ακόμη φορά τη Μέση Ανατολή μετά τη σφοδρή πυραυλική επίθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ κατά του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν πριν από ακριβώς μια εβδομάδα και τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που ακολούθησαν, η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με κομμένη την ανάσα. Για εμάς στην Ελλάδα τέτοιες στιγμές λειτουργούν πάντοτε ως υπενθύμιση της δικής μας πολυτάραχης διαδρομής στον χρόνο, καθώς από την εθνική παλιγγενεσία του 1821 έως τη σημερινή γεωπολιτική μας παρουσία, η χώρα σφυρηλατήθηκε μέσα από διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις.

Η ιστορία του τόπου είναι συνυφασμένη με πολέμους, συγκρούσεις και στρατιωτικές επεμβάσεις που καθόρισαν την εδαφική, πολιτική και κοινωνική μας ταυτότητα. Από την Επανάσταση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως τις σύγχρονες συμμετοχές σε διεθνείς αποστολές, ο ελληνικός στρατός βρέθηκε πολλές φορές στο πεδίο μάχης, είτε για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας του, είτε για γεωπολιτικούς λόγους, είτε στο πλαίσιο διεθνών συμμαχιών. Με αφορμή τα όσα συμβαίνουν στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, πάμε να θυμηθούμε τους πολέμους στους οποίους μετείχε η χώρα μας από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως τις μέρες μας.

1. Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας (1821-1829)

Ως αφετηρία θα πάρουμε τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του 1821, έναν πόλεμο που διήρκεσε οκτώ ολόκληρα χρόνια και οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου εθνικού κράτους στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ξεκίνησε με τοπικές εξεγέρσεις έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και άλλες περιοχές αλλά σύντομα πήρε διεθνείς διαστάσεις. Στη ναυμαχία του Ναβαρίνου τον Οκτώβριο του 1829, αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία ήρθαν αντιμέτωπα με τον τουρκο-αιγυπτιακό στόλο τον οποίο και βύθισαν, αποτελώντας σημείο καμπής για την πορεία του πολέμου.

Οι ανθρώπινες απώλειες δεν μπορούν να προσδιοριστούν με απόλυτη ακρίβεια καθώς δεν υπήρξε συστηματική καταγραφή, με αποτέλεσμα να υπάρχουν τεράστιες αποκλίσεις από τους ιστορικούς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Ενδεικτικά, οι πιο μετριοπαθείς κάνουν λόγο για 120.000 ενώ άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό στις 300.000 ή ακόμη και τις 500.000.

2. Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897

Το συγκεκριμένο γεγονός αναφέρεται στα σχολικά βιβλία μονάχα με μια πρόταση στο βιβλίο της έκτης Δημοτικού και με τρεις προτάσεις στο εγχειρίδιο της Γ’ Γυμνασίου. Ο λόγος είναι προφανής. Είναι από τους πολέμους που δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Αφενός τον προκαλέσαμε εμείς και αφετέρου ηττηθήκαμε από τον οθωμανικό στρατό που όχι απλώς διατήρησε με ευκολία τη συνοριακή γραμμή που διέτρεχε τη γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ολύμπου (μια γραμμή που θέλαμε να σπάσουμε προκειμένου να επεκτείνουμε την επικράτειά μας απελευθερώνοντας και τον ελληνισμό που ζούσε εκτός του νεοπαγούς κράτους), αλλά οι Τούρκοι μας αντεπιτέθηκαν σε τέτοιο βαθμό, που μέσα σε μια εβδομάδα είχε περιέλθει στην κυριαρχία τους ολόκληρη η Θεσσαλία. Και υπήρχαν βάσιμοι φόβοι ότι μπορεί να έφθαναν και μέχρι την Αθήνα εάν δεν επενέβαιναν δραστικά οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Ήταν η πρώτη φορά από την Επανάσταση του 1821 και την κατάκτηση της Ανεξαρτησίας μας, που το νεότευκτο κράτος δοκιμαζόταν σε μια πολεμική αναμέτρηση και αφορμή αποτέλεσε η απόπειρα ένταξης της Κρήτης στην Ελλάδα. Η άτακτη και ταπεινωτική υποχώρηση του στρατού, με επικεφαλής τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο Α΄ και τους πρίγκιπες, επέφερε την επιβολή πολεμικής αποζημίωσης και διεθνή οικονομικό έλεγχο. Ταυτόχρονα όμως άπαντες αντιλήφθηκαν την ανάγκη εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων που θα γινόταν από τις κατοπινές κυβερνήσεις καθώς ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηλιγιάννης μοιραία εξωθήθηκε σε παραίτηση.

3. Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912–1913):

Η ήττα του 1897 θα δώσει τη σκυτάλη στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, στους οποίους η Ελλάδα συμμετείχε ενεργά με στόχο την απελευθέρωση περιοχών που παρέμεναν υπό οθωμανική κυριαρχία. Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος ξεσπά τον Οκτώβριο του 1912, όταν η χώρα μας μαζί με τη Σερβία, τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο συγκροτούν τη Βαλκανική Συμμαχία εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με στόχο να την εκδιώξει από τα ευρωπαϊκά εδάφη.

Η Ελλάδα κινητοποίησε περίπου 125.000 άνδρες, υπό την πολιτική ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου και τη στρατιωτική διοίκηση του διαδόχου Κωνσταντίνου. Οι δυνάμεις μας θα πετύχουν διαδοχικές νίκες στην Ελασσόνα και στο Σαραντάπορο, προελαύνοντας ταχύτατα προς τη Μακεδονία. Στις 26 Οκτωβρίου 1912 απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη, λίγες ώρες πριν φτάσουν βουλγαρικές δυνάμεις, γεγονός που αν μη τι άλλο είχε καθοριστική σημασία. Παράλληλα, το Πολεμικό Ναυτικό, με ναυαρχίδα το θωρηκτό «Αβέρωφ», εξασφάλισε την κυριαρχία στο Αιγαίο μετά τις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου, αποτρέποντας τους Οθωμανούς από το να στείλουν ναυτικές ενισχύσεις. Ο πόλεμος διήρκεσε περίπου οκτώ μήνες και ολοκληρώθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Μάιος 1913), βάσει της οποίας η Οθωμανική Αυτοκρατορία απώλεσε σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά της εδάφη δυτικά της γραμμής Αίνου – Μηδείας. Η Ελλάδα διπλασίασε σχεδόν την έκτασή της και αύξησε θεαματικά τον πληθυσμό της, ενσωματώνοντας τη Μακεδονία, την Ήπειρο και νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

4. Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος (1913)

Εκδηλώθηκε τον Ιούνιο του 1913, όταν η Βουλγαρία, δυσαρεστημένη από τη διανομή των εδαφών της Μακεδονίας, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον ελληνικών και σερβικών δυνάμεων. Η Ελλάδα, έχοντας ήδη αναπτύξει ισχυρό στρατό στη Μακεδονία, αντέδρασε άμεσα. Σημαντικές μάχες διεξήχθησαν στο Κιλκίς – Λαχανά, όπου ο στρατός μας πέτυχε καθοριστική νίκη, καθώς και στην περιοχή της Δοϊράνης και της Κρέσνας. Η σύγκρουση επεκτάθηκε γρήγορα, καθώς η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία στράφηκαν επίσης κατά της Βουλγαρίας, επιταχύνοντας την ήττα της. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913), η Ελλάδα κατοχύρωσε οριστικά τη Θεσσαλονίκη και απέκτησε την ανατολική Μακεδονία έως τον ποταμό Νέστο.

Οι απώλειες για τον ελληνικό στρατό ανήλθαν σε περίπου 5.000 νεκρούς και 20.000 τραυματίες. Η έκβαση του πολέμου παγίωσε τη θέση μας ως σημαντικής περιφερειακής δύναμης στα Βαλκάνια, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε νέες εθνικές εντάσεις που θα επηρέαζαν καθοριστικά τις εξελίξεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

5. Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1917-1918)

Η είσοδος της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε αποτέλεσμα εντονότατης πολιτικοστρατιωτικής κρίσης που μας έφθασε στα πρόθυρα του εμφυλίου και έμεινε στην Ιστορία ως Εθνικός Διχασμός. Από το 1914 που ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έως το 1917 η χώρα παρέμεινε τυπικά ουδέτερη, με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ να τάσσεται υπέρ της ουδετερότητας και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο να υποστηρίζει τη συστράτευση με τις δυνάμεις της Αντάντ (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) που αντιμάχονταν τις Κεντρικές Δυνάμεις που απάρτιζαν η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία. Το 1916 οι Σύμμαχοι αποβίβασαν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, συγκροτώντας το Μακεδονικό Μέτωπο, ενώ ο Βενιζέλος σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας. Μετά την απομάκρυνση του βασιλιά τον Ιούνιο του 1917, η Ελλάδα εισήλθε επισήμως στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ.

Η χώρα κινητοποίησε περίπου 250.000 άνδρες, συγκροτώντας δώδεκα μεραρχίες που εντάχθηκαν στο Συμμαχικό Στρατηγείο Ανατολής υπό τον Γάλλο στρατηγό Φρανσέτ ντ΄Εσπέρεϋ. Οι ελληνικές δυνάμεις συμμετείχαν ενεργά στην τελική συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου 1918 (Διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου), με καθοριστική τη συμβολή τους στη μάχη του Σκρα τον Μάιο του 1918, όπου σημειώθηκε σημαντική νίκη έναντι των βουλγαρικών θέσεων. Η κατάρρευση της Βουλγαρίας οδήγησε σε αλυσιδωτές εξελίξεις και επιτάχυνε το τέλος του πολέμου στα Βαλκάνια.

Οι ελληνικές απώλειες υπολογίζονται σε περίπου 5.000 νεκρούς και άνω των 20.000 τραυματιών. Η συμμετοχή μας ενίσχυσε τη διεθνή διαπραγματευτική της θέση στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1919, συμβάλλοντας στις εδαφικές διεκδικήσεις που ακολούθησαν στη Θράκη και τη Μικρά Ασία.

6. Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922)

Ήταν η μεγαλύτερη και πιο φιλόδοξη στρατιωτική επιχείρηση που είχε αναλάβει το ελληνικό κράτος έως τότε. Ξεκίνησε τον Μάιο του 1919, όταν στρατεύματά μας αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη με την έγκριση των Συμμάχων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο πλαίσιο της μεταπολεμικής αναδιάταξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η επιχείρηση βασιζόταν στις προβλέψεις της Συνθήκης των Σεβρών (1920), που παραχωρούσε στην Ελλάδα τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης με προοπτική μελλοντικής ένωσης κατόπιν δημοψηφίσματος.

Αρχικά, ο ελληνικός στρατός κατέγραφε συνεχώς επιτυχίες, επεκτείνοντας τον έλεγχό του στη δυτική Μικρά Ασία. Ωστόσο, η άνοδος του εθνικιστικού κινήματος υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ θα άλλαζε ριζικά τους συσχετισμούς. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 όπου ηττήθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και επέστρεψε στον θρόνο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, η Ελλάδα βρέθηκε διπλωματικά απομονωμένη, καθώς η στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων περιορίστηκε σημαντικά.

Το καλοκαίρι του 1921, η ελληνική προέλαση έως τον Σαγγάριο ποταμό δεν κατόρθωσε να κάμψει την τουρκική αντίσταση. Έναν χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 1922, ο τουρκικός στρατός εξαπολύει γενική αντεπίθεση, διασπώντας το μέτωπο στο Αφιόν Καραχισάρ. Η κατάρρευση υπήρξε δυστυχώς ταχεία. Η Σμύρνη πυρπολήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1922 και εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της Ιωνίας κατέφυγαν στη μητέρα πατρίδα για να σωθούν.

Οι συνέπειες υπήρξαν τεράστιες. Πέραν των περίπου 23.000 νεκρών και των δεκάδων χιλιάδων τραυματιών και αιχμαλώτων, με τη Συνθήκη της Λωζάννης (Ιανουάριο του 1923) επιβλήθηκε υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, βάσει θρησκεύματος και όχι εθνικότητας, με περίπου 1,2–1,5 εκατομμύρια πρόσφυγες να εγκαθίστανται στην Ελλάδα. Η Μικρασιατική Εκστρατεία σήμανε το οριστικό τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» και αναδιαμόρφωσε ριζικά τη δημογραφική, κοινωνική και πολιτική φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους.

7. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1940-1944)

Η ελληνική εμπλοκή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκίνησε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν η φασιστική Ιταλία επέδωσε τελεσίγραφο ζητώντας στρατιωτικές διευκολύνσεις. Η άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης υπό τον δικτάτορα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά οδήγησε στην άμεση ιταλική εισβολή από την Αλβανία. Παρά τις αρχικές δυσκολίες, ο ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε και μέχρι τον Δεκέμβριο του 1940 είχε προωθηθεί βαθιά στο αλβανικό έδαφος, καταλαμβάνοντας στρατηγικές πόλεις, όπως η Κορυτσά. Ήταν η πρώτη σημαντική συμμαχική επιτυχία εναντίον των δυνάμεων του Άξονα στην Ευρώπη.

Και μπορεί με τους Ιταλούς να τα καταφέραμε, αλλά δεν μπορούσαμε να τα βάλουμε αμέσως μετά και με τη Βέρμαχτ, τον στρατό της ναζιστικής Γερμανίας που τον Απρίλιο του 1941, η ναζιστική Γερμανία πέρασε τα σύνορά μας. Παρά την αντίσταση σε οχυρά της Γραμμής Μεταξά και τη Μάχη της Κρήτης τον Μάιο του 1941, η χώρα κατελήφθη και τέθηκε εν τέλει υπό τριπλή κατοχή από Γερμανία, Ιταλία και Βουλγαρία. Η περίοδος 1941–1944 σημαδεύτηκε από εκτεταμένη πείνα, οικονομική λεηλασία και μαζικά αντίποινα. Ο μεγάλος λιμός του χειμώνα 1941–1942 προκάλεσε δεκάδες χιλιάδες θανάτους, κυρίως στα αστικά κέντρα.

Παράλληλα, αναπτύχθηκε ισχυρό αντιστασιακό κίνημα, με κορμό το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και τον στρατιωτικό του βραχίονα, τον ΕΛΑΣ, καθώς και άλλες οργανώσεις όπως ο ΕΔΕΣ. Επιχειρήσεις όπως η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου το 1942, είχαν διεθνή απήχηση.

Οι συνολικές απώλειες της Ελλάδας στον πόλεμο (οπλίτες και άμαχοι) εκτιμώνται μεταξύ 300.000 και 500.000 ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων περίπου 60.000 Ελλήνων Εβραίων που εξοντώθηκαν στο Ολοκαύτωμα και όσων πέθαναν από την πείνα. Η Κατοχή άφησε πίσω της κατεστραμμένες υποδομές, βαθιά πολιτική πόλωση και τις προϋποθέσεις για την έκρηξη του Εμφυλίου Πολέμου που ακολούθησε.


8. Εμφύλιος Πόλεμος (1946-1949)

Αποτέλεσε την πιο αιματηρή και βαθιά διχαστική σύγκρουση στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Άλλωστε οι εμφύλιοι είναι οι πιο σκληροί, αδυσώπητοι και ανελέητοι πόλεμοι, μετά το τέλος των οποίων οι αντιμαχόμενες πλευρές θα πρέπει να συνυπάρξουν για να δομήσουν το αύριο. Για το πότε ακριβώς ξεκίνησε οι απόψεις διίστανται. Άλλοι ιστορικοί όπως ο Νίκος Μαραντζίδης θεωρούν ότι ξεκίνησε το 1943, δηλαδή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, άλλοι τον Δεκέμβριο του 1944, δηλαδή σχεδόν έναν μήνα μετά την Απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς και άλλοι τον Μάρτιο του 1946.

Όπως και να το δει κανείς, αντιμέτωπες βρέθηκαν οι κυβερνητικές δυνάμεις – με τη στήριξη αρχικά της Βρετανίας και στη συνέχεια των Ηνωμένων Πολιτειών στο πλαίσιο του Δόγματος Τρούμαν – και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ), που καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ και είχε υλική υποστήριξη από γειτονικά κομμουνιστικά καθεστώτα.

Η σύγκρουση ξεκίνησε με ανταρτοπόλεμο στην ύπαιθρο και κορυφώθηκε το 1948–1949 με μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις στα ορεινά συγκροτήματα του Γράμμου και του Βίτσι. Ο κυβερνητικός στρατός, αξιοποιώντας αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, βαρύ οπλισμό και αεροπορική υπεροχή, πέτυχε τελικά την ήττα έναντι του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949. Η κατάρρευση των ανταρτικών δυνάμεων οδήγησε χιλιάδες μαχητές και πολιτικούς πρόσφυγες στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ.

Οι ανθρώπινες απώλειες εκτιμώνται μεταξύ 35.000 και 50.000 νεκρών, ενώ δεκάδες χιλιάδες τραυματίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Περίπου 700.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν εσωτερικά, ενώ σημαντικός αριθμός παιδιών μετακινήθηκε είτε σε κρατικές δομές είτε σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ο Εμφύλιος ενέταξε οριστικά την Ελλάδα στο δυτικό στρατόπεδο του Ψυχρού Πολέμου και διαμόρφωσε πολιτικές και κοινωνικές τομές που επηρέασαν τη δημόσια ζωή για δεκαετίες.


9. Ο Πόλεμος της Κορέας (1950 – 1953)

Ήταν ένας πόλεμος εκτός συνόρων, πολύ μακριά. Ο ελληνικός στρατός συμμετείχε στον Πόλεμο της Κορέας, στο πλαίσιο της δύναμης του ΟΗΕ που συγκροτήθηκε μετά την εισβολή της Βόρειας Κορέας στη Νότια, τον Ιούνιο του 1950. Η απόφαση ελήφθη σε ένα σαφές ψυχροπολεμικό περιβάλλον, με την Αθήνα να επιδιώκει την ενίσχυση των δεσμών της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση. Τον Νοέμβριο του 1950 αναχώρησε για την Άπω Ανατολή το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα Κορέας (ΕΚΣΕ), αποτελούμενο αρχικά από περίπου 1.000 άνδρες του Στρατού Ξηράς, ενώ λίγο αργότερα στάλθηκε και σμήνος μεταγωγικών αεροσκαφών C-47 της Πολεμικής Αεροπορίας.

Το ελληνικό τάγμα εντάχθηκε στην 1η Αμερικανική Μεραρχία Ιππικού και συμμετείχε σε σκληρές μάχες, όπως στη Χάρι Ριτζ και στο ύψωμα Σκοτς, αποκτώντας αναγνώριση για την αποτελεσματικότητά του. Κατά τη διάρκεια της τριετούς σύγκρουσης υπηρέτησαν στην Κορέα περίπου 10.000 Έλληνες στρατιώτες σε διαδοχικές αποστολές. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε 186 νεκρούς και πάνω από 560 τραυματίες, σύμφωνα με τα επίσημα στρατιωτικά αρχεία. Η συμμετοχή αυτή είχε κυρίως πολιτικοστρατηγική σημασία: ενίσχυσε τη διεθνή θέση της χώρας, συνέβαλε στην ένταξή της στο ΝΑΤΟ το 1952 και εδραίωσε τον προσανατολισμό της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.


10. Η κυπριακή κρίση και η τουρκική εισβολή (1974)

Η κορύφωση της κυπριακής κρίσης σημειώθηκε τον Ιούλιο του 1974, όταν το πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών εναντίον του νόμιμα εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ έδωσε στην Τουρκία το πρόσχημα να ενεργοποιήσει το δικαίωμα επέμβασης που επικαλείτο από τις Συνθήκες Εγγυήσεως του 1960. Στις 20 Ιουλίου 1974 ξεκίνησε η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση «Αττίλας Ι», με απόβαση στην περιοχή της Κερύνειας και αεραποβατικές δυνάμεις στον βόρειο τομέα της Λευκωσίας. Παρά την αρχική αντίσταση της Εθνικής Φρουράς και της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ), η στρατιωτική υπεροχή της Τουρκίας σε αεροπορία και αποβατικά μέσα αποδείχθηκε καθοριστική. Από την Αθήνα εστάλη περιορισμένη στρατιωτική αποστολή ενισχύσεων. Τη νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου 1974 υπό άκρα μυστικότητα μεταφέρθηκε αεροπορικώς στη Μεγαλόνησο ένα τάγμα καταδρομών με μεταγωγικά αεροσκάφη, ωστόσο υπήρξαν σημαντικές απώλειες καθώς ένα από τα ελληνικά αεροσκάφη καταρρίφθηκε από φίλια πυρά κατά την προσγείωσή του στη Λευκωσία.

Μετά από εύθραυστη εκεχειρία και αποτυχημένες διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, η Άγκυρα εξαπέλυσε πολύ γρήγορα και τη δεύτερη φάση επιχειρήσεων («Αττίλας ΙΙ») τον Αύγουστο του 1974, καταλαμβάνοντας περίπου το 37% του νησιού. Οι συνολικές απώλειες εκτιμώνται σε περίπου 3.000 νεκρούς και αγνοουμένους από την ελληνοκυπριακή πλευρά και εκατοντάδες από την τουρκοκυπριακή και τουρκική πλευρά, ενώ περίπου 160.000-200.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους.

Η κρίση οδήγησε στην κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα και στην αποκατάσταση της δημοκρατίας (Μεταπολίτευση). Έκτοτε, η Κύπρος παραμένει διχοτομημένη, με την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο βόρειο τμήμα και ένα άλυτο πολιτικό ζήτημα που συνεχίζει να επηρεάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σύγχρονες διεθνείς αποστολές (1990 – σήμερα)

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική μετατοπίστηκε από την αποκλειστική εστίαση στην εθνική άμυνα σε ενεργή συμμετοχή σε πολυεθνικές επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων. Ως μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 1981, η χώρα μας συμμετέχει σε αποστολές υπό νατοϊκή, ευρωπαϊκή ή οηεϊκή διοίκηση, επιδιώκοντας τόσο τη διεθνή της παρουσία όσο και τη γεωπολιτική της αναβάθμιση.

Η πρώτη σημαντική μεταψυχροπολεμική εμπλοκή σημειώθηκε στον Πόλεμο του Κόλπου (1990–1991), όπου η Ελλάδα δεν συμμετείχε με μάχιμες δυνάμεις στο μέτωπο, αλλά παρείχε διευκολύνσεις, προσωπικό και ναυτική παρουσία στο πλαίσιο των συμμαχικών επιχειρήσεων.

Ακολούθησε η ουσιαστική εμπλοκή στα Βαλκάνια καθώς στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, ελληνικές δυνάμεις εντάχθηκαν στην ειρηνευτική δύναμη IFOR και αργότερα στη SFOR, ενώ στο Κόσοβο η Ελλάδα συμμετείχε στην KFOR μετά το 1999, με στρατιωτικές μονάδες και υποστηρικτικό προσωπικό.

Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η Αθήνα συμμετείχε στην αποστολή ISAF στο Αφγανιστάν, παρέχοντας κυρίως μη μάχιμο έργο, όπως μηχανικό, υγειονομικό και εκπαιδευτικό προσωπικό, καθώς και επιτελείς σε συμμαχικά στρατηγεία. Παρόμοια, στο Ιράκ η ελληνική συνεισφορά περιορίστηκε σε εκπαιδευτικές και υποστηρικτικές δράσεις.

Σημαντική είναι επίσης η ελληνική συμμετοχή σε ναυτικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Ινδικό Ωκεανό, όπως οι αποστολές κατά της πειρατείας (π.χ. επιχείρηση «Atalanta» της ΕΕ) και επιχειρήσεις θαλάσσιας επιτήρησης του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, ελληνικό προσωπικό συμμετέχει διαχρονικά σε ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ σε περιοχές της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Μόλις προ ημερών, μετά το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ από τη μια πλευρά και Ιράν από την άλλη, εστάλησαν στην Κύπρο για την προστασία του νησιού δύο φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού μας («Κίμων» και «Ψαρά») καθώς και δύο ζεύγη μαχητικών αεροσκαφών F-16, με την κυβέρνηση να κάνει λόγο για καθαρά αμυντικού χαρακτήρα κινήσεις που δεν συνιστούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο εμπλοκή στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.

Οι αποστολές αυτές, αν και χαμηλότερης έντασης σε σύγκριση με τους μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα, έχουν σημαντική πολιτικοστρατηγική σημασία. Ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας ως αξιόπιστου συμμάχου, προσφέρουν επιχειρησιακή εμπειρία στις Ένοπλες Δυνάμεις και εντάσσονται στη γενικότερη στρατηγική της χώρας για ενεργό ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, αντανακλούν τη μετάβαση της Ελλάδας από ένα κράτος που αγωνιζόταν για την εδαφική του συγκρότηση σε μια χώρα που λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας στο διεθνές σύστημα.

Διαβάστε Σχετικά