Λίγο μετά την είσοδο των κατοχικών ναζιστικών στρατευμάτων στην Ελλάδα την άνοιξη του 1941, αξιωματικοί της Βέρμαχτ πέρασαν το κατώφλι του νεοκλασικού Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Στόχος τους ήταν να πάρουν στην κατοχή τους μερικούς από τους σημαντικότερους θησαυρούς της αρχαιότητας, όπως το άγαλμα του Δία, τη Μάσκα του Αγαμέμνονα και χιλιάδες ακόμη αρχαιολογικά ευρήματα, προκειμένου να μεταφερθούν στη Γερμανία, όπως είχε διατάξει ο Αδόλφος Χίτλερ.
Παράλληλα με την «Τελική Λύση» που εφάρμοζε κατά των Εβραίων, με περίπου 70.000 ανθρώπους να εξοντώνονται μόνο στην Ελλάδα και τις φιλοδοξίες του για παγκόσμια κυριαρχία, ο Χίτλερ πίστευε ότι η αρχαία Ελλάδα είχε ιδρυθεί από Άριους. Για τον λόγο αυτό είχε αναθέσει σε ναζιστές ειδικούς της κλασικής αρχαιότητας να αναζητήσουν ευρήματα που, κατά τη δική του αντίληψη, θα αποδείκνυαν τη γερμανική καταγωγή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Ωστόσο, οι προσπάθειές τους απέτυχαν. Δεν βρέθηκαν στοιχεία που να στηρίζουν αυτή τη θεωρία, ενώ οι αξιωματικοί που εισήλθαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο με μεγάλες προσδοκίες βρέθηκαν μπροστά σε άδειες αίθουσες, όπως αναφέρει η nypost. Οι πολύτιμες αρχαιότητες είχαν ήδη εξαφανιστεί, καθώς πολλές είχαν θαφτεί κάτω από τη γη ως μέτρο προστασίας απέναντι στη ναζιστική κατοχή.
Αυτό ακριβώς περιγράφει ο συγγραφέας Στίβεν Τάλτι στο νέο του βιβλίο «The American School of Spies: The Archaeologists Who Fought the Nazis and Saved the Treasures of Ancient Greece», σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα τα κειμήλια διασώθηκαν».
Η πραγματική ιστορία πίσω από μια επιχείρηση που θυμίζει Ιντιάνα Τζόουνς
Το βιβλίο του Τάλτι αφηγείται μια πραγματική ιστορία που θυμίζει τις περιπέτειες του Ιντιάνα Τζόουνς, εστιάζοντας στις προσπάθειες αρχαιολόγων και κλασικών φιλολόγων να προστατεύσουν τους θησαυρούς της αρχαίας Ελλάδας από τα σχέδια του Χίτλερ.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι Ναζί υποστήριζαν επί χρόνια ότι οι Άριοι δημιούργησαν τον πρώτο μεγάλο πολιτισμό της ανθρωπότητας και ότι ο Χίτλερ, μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, είχε ιδιαίτερη εμμονή με την αρχαία Ελλάδα και τα αρχαιολογικά της ευρήματα.
Ιδιαίτερη αδυναμία είχε στον περίφημο «Δισκοβόλο», το γυμνό ανδρικό άγαλμα αθλητή σε στάση πριν από τη ρίψη του δίσκου. Το έργο προβλήθηκε και στην προπαγανδιστική ταινία «Ολυμπία» της σκηνοθέτιδας Λένι Ρίφενσταλ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936.
Η δημιουργία του «Ελληνικού Γραφείου» της OSS
Για την αντιμετώπιση της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα αλλά και της προσπάθειας των Ναζί να αποκτήσουν τις ελληνικές αρχαιότητες, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ ανέθεσε στον στρατηγό Γουίλιαμ «Γουάιλντ Μπιλ» Ντόνοβαν, επικεφαλής της Υπηρεσίας Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS), της υπηρεσίας που αποτέλεσε τον πρόδρομο της CIA, να δημιουργήσει μια μυστική ομάδα πληροφοριών.
Ο Ντόνοβαν ταξίδεψε στην Ελλάδα και σύμφωνα με τον Τάλτι, εντυπωσιάστηκε από το υψηλό ηθικό των κατοίκων. Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισε να δημιουργήσει ένα κλασικό δίκτυο κατασκοπείας, θεωρώντας ότι οι Σύμμαχοι δεν μπορούσαν να βασιστούν αποκλειστικά στις συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις για να νικήσουν τους Γερμανούς.
Το σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία μικρών ανταρτικών ομάδων, στελεχωμένων κυρίως από μέλη της ελληνικής ομογένειας στις ΗΠΑ, οι οποίοι θα λειτουργούσαν ως κατάσκοποι και καταδρομείς. Για τη στελέχωση του δικτύου, ο Ντόνοβαν απευθύνθηκε σε αποφοίτους των πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Γέιλ, αναζητώντας ανθρώπους που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν ως μυστικοί πράκτορες.
Ο αρχαιολόγος που μετατράπηκε σε αρχικατάσκοπο
Ο Ντόνοβαν επέλεξε τον 33χρονο Αμερικανό αρχαιολόγο Ρόντνεϊ Γιανγκ, ο οποίος δεν είχε στρατιωτική εμπειρία, αλλά είχε συμμετάσχει σε ανασκαφές στην Ελλάδα. Εκείνος ανέλαβε να οργανώσει την ομάδα που στην Ουάσινγκτον έγινε γνωστή ως «Greek Desk» («Ελληνικό Γραφείο»).
Η πραγματική του αποστολή ήταν να μετατρέψει επιγραφολόγους, πανεπιστημιακούς, κλασικούς φιλολόγους και αρχαιολόγους σε κατασκόπους.
Ο Γιανγκ καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Η μητέρα του ανήκε στην οικογένεια Μπάλανταϊν, ενώ ο ίδιος μεγάλωσε σε αρχοντικό νεοκλασικού ρυθμού στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ και σε εξοχική κατοικία στο Μπέρναρντσβιλ. Έμαθε ελληνικά στο ιδιωτικό σχολείο Σεντ Πολ στο Νιου Χάμσαϊρ και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση.
Παράλληλα, ήταν γνωστός για την κοινωνική του ζωή και σύμφωνα με τον Τάλτι, είχε χαρακτηριστεί κάποτε ως ο «αγαπημένος των χορών της κοσμικής νεολαίας της Νέας Υόρκης με στιλ Κάρι Γκραντ».
Από τις ανασκαφές στην κατασκοπεία
Ο Γιανγκ εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στην περίφημη Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών. Λίγο μετά την έναρξη της κατοχής τραυματίστηκε σοβαρά από θραύσματα έκρηξης που διαπέρασαν το στομάχι και τα έντερά του. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αθηναϊκή εφημερίδα έγραψε τότε ότι «νέο αμερικανικό αίμα προστίθεται σε εκείνο που χύθηκε το 1821 για την ελληνική ανεξαρτησία».
Παρά τον σοβαρό τραυματισμό του, συνέχισε να διευθύνει το «Ελληνικό Γραφείο» και να εκπαιδεύει τους πράκτορές του, ανάμεσά τους και τη Ντόροθι Χάνα Κοξ, 50χρονη αρχιτέκτονα ανασκαφών και ειδική στα αρχαία νομίσματα. Η OSS της πρότεινε να εργαστεί ως μυστική πράκτορας, χρησιμοποιώντας ως κάλυψη τη συμμετοχή της στην οργάνωση Greek War Relief.
Ο Τάλτι επισημαίνει ότι η χρήση της αρχαιολογίας ως κάλυψης για κατασκοπευτική δράση ήταν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη. Όπως αναφέρει, συνάδελφοί τους είχαν κατηγορήσει ανθρώπους όπως η Κοξ και ο Γιανγκ ότι «εκπορνεύουν την επιστήμη».
Η εκπαίδευση των μυστικών πρακτόρων
Τον Ιούλιο του 1942 οι περισσότεροι από τους νεοσύλλεκτους, ελληνικής κυρίως καταγωγής, ξεκίνησαν τέσσερις εβδομάδες βασικής εκπαίδευσης στην κατασκοπεία. Διδάχθηκαν πώς να δημιουργούν ψεύτικες ταυτότητες, να χρησιμοποιούν κώδικες και κρυπτογραφία, αλλά και πώς να εξουδετερώνουν με μαχαίρι έναν ναζί σκοπό.
Όπως παρατηρεί ο Τάλτι, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν ελάχιστη εμπειρία στην ξένη κατασκοπεία και ο στρατηγός Ντόνοβαν μαζί με τους συνεργάτες του διαμόρφωναν στην πράξη πολλές από τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν.
Ο Γιανγκ απέκτησε το κωδικό όνομα «Pigeon», ενώ η Ντόροθι Κοξ το «Thrush». Η μυστική τους εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε σε εγκατάσταση γνωστή ως «The Farm», πρώην κτήμα αλόγων στη Βιρτζίνια, περίπου 20 μίλια έξω από την Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, ο Ντόνοβαν δημιούργησε και μονάδα καταδρομέων αποτελούμενη από Αμερικανούς δεύτερης γενιάς, παιδιά μεταναστών, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ήταν διατεθειμένοι να πολεμήσουν τους κατακτητές της πατρίδας των γονιών τους.
Τον Ιανουάριο του 1943 ο Ρούζβελτ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για τη δημιουργία τάγματος πεζικού αποτελούμενου από νέους Αμερικανούς δεύτερης γενιάς. Από τους περίπου 1.200 εκπαιδευόμενους που μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Κάρσον στο Κολοράντο, τελικά επιλέχθηκαν 212 για να μεταβούν στην Ελλάδα.
Όπως σημειώνει ο Τάλτι, «επέστρεφαν για να απελευθερώσουν την πατρίδα των γονιών τους».
Οι θησαυροί επέστρεψαν στο φως μετά τον πόλεμο
Στις 4 Ιουνίου 1946 πραγματοποιήθηκε τελετή σε μία από τις μεγάλες αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Παρουσία επιμελητών και κατοίκων της πόλης, εργάτες έφεραν ξανά στο φως τις αρχαιότητες που είχαν παραμείνει κρυμμένες καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.
Χρειάστηκαν ακόμη δύο χρόνια μέχρι να είναι έτοιμο το μουσείο για να ανοίξει εκ νέου τις πύλες του. Αργότερα, το 2013, σύμφωνα με τον Τάλτι, το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε την επιστροφή περισσότερων από 10.000 αρχαιοτήτων που είχαν αφαιρεθεί από τους Ναζί.
Ο Ρόντνεϊ Γιανγκ επέζησε της ναζιστικής κατοχής, όμως σκοτώθηκε το 1974 σε τροχαίο δυστύχημα. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του το γραφείο του στο Τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια παρέμενε σφραγισμένο «σαν ιερό», καθώς θεωρούνταν ο τελευταίος εκπρόσωπος μιας ξεχωριστής γενιάς αρχαιολόγων.













