Η συνεχής υποτίμηση των Ιρανών ηγετών από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προκαλεί ανησυχία σε Άραβες και Αμερικανούς αξιωματούχους με γνώση της Μέσης Ανατολής, οι οποίοι φοβούνται ότι αυτού του είδους οι επιθέσεις μπορεί να αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο σε μια πραγματική λήξη του πολέμου που έχει επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το κατά πόσο ο Ντόναλντ Τραμπ είναι διατεθειμένος να δείξει στην ισλαμική ηγεσία της Τεχεράνης τον απαραίτητο σεβασμό ώστε να μπορέσει να παρουσιάσει μια μορφή νίκης στο εσωτερικό της χώρας, ακόμη κι αν αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις που θα αφήσουν το Ιράν στρατιωτικά αποδυναμωμένο. Ωστόσο, το ιστορικό του Τραμπ, ο οποίος συχνά διατηρεί προσωπικές έχθρες, χλευάζει αντιπάλους και επιμένει να εμφανίζεται ως ο απόλυτος νικητής, δεν δημιουργεί αισιοδοξία σε όσους ελπίζουν ότι η διπλωματία μπορεί να οδηγήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης, σύμφωνα με συνομιλίες με δέκα νυν και πρώην Αμερικανούς και Άραβες αξιωματούχους, τους οποίους επικαλέιται το Politico.
«Θέλει απεγνωσμένα να τελειώσει αυτό», ανέφερε ανώτερος αξιωματούχος αραβικής χώρας του Κόλπου που γνωρίζει τις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη. «Όμως οι Ιρανοί αρνούνται μέχρι στιγμής να του δώσουν αυτό που χρειάζεται για να διασώσει την εικόνα του και να αποχωρήσει. Και ο ίδιος δεν φαίνεται να κατανοεί ότι και εκείνοι χρειάζονται να σώσουν το κύρος τους». Όπως και άλλοι συνομιλητές, ο αξιωματούχος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας των διπλωματικών εξελίξεων. Πολλοί εξ αυτών έχουν άμεση εμπειρία στις σχέσεις με το Ιράν και επισημαίνουν ότι η διατήρηση του κύρους αποτελεί κρίσιμο στοιχείο σε κάθε διπλωματική διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα όμως για τους Ιρανούς, τόσο για πολιτισμικούς όσο και για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε την Τρίτη ότι οι διαπραγματεύσεις επικεντρώνονται στη δημιουργία ενός οδικού χάρτη για μελλοντικές συνομιλίες. Το Axios ανέφερε στη συνέχεια ότι οι διαπραγματευτές επεξεργάζονται ένα υπόμνημα για την επίσημη λήξη του πολέμου και για να δοθεί περιθώριο 30 ημερών ώστε να επιτευχθεί μια πιο ολοκληρωμένη και μακροπρόθεσμη συμφωνία. Ο ανώτερος αξιωματούχος του Κόλπου επιβεβαίωσε ότι έχει σημειωθεί πρόοδος προς μια βασική συμφωνία-πλαίσιο.
Ερωτηθείσα για την πορεία των συνομιλιών, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άνα Κέλι, αρκέστηκε να δηλώσει ότι «οι συνομιλίες συνεχίζονται». Ο Μάικλ Ράτνεϊ, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, υποστήριξε ότι ιδανικά ο Τραμπ δεν θα έπρεπε να λέει απολύτως τίποτα όσο οι απεσταλμένοι του διαπραγματεύονται με το Ιράν. «Ούτε ανάρτηση, ούτε δημόσιο σχόλιο, ούτε απειλή, ούτε φιλοφρόνηση. Απλώς να αφήσει τους διαπραγματευτές του να διαπραγματευτούν», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ωστόσο, αυτή δεν είναι η συνήθης τακτική του Αμερικανού προέδρου.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χαρακτηρίσει Ιρανούς αξιωματούχους ως «τρελούς μπάσταρδους» και «ψυχικά ασθενείς», ενώ έχει απειλήσει να βάλει τέλος σε «ολόκληρο τον πολιτισμό» του Ιράν. Παράλληλα, επαναλαμβάνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη νικήσει το Ιράν στον πόλεμο. Οι δηλώσεις αυτές γίνονται ενώ οι Αμερικανοί απεσταλμένοι επιδιώκουν μια διαπραγματευτική λύση σε μια σύγκρουση που έχει επηρεάσει τη διαθεσιμότητα πετρελαίου, λιπασμάτων και άλλων κρίσιμων αγαθών για την παγκόσμια οικονομία.
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη έχει απαντήσει επίσης με προσβολές. Το Ιράν έχει δημοσιεύσει βίντεο με φιγούρες Lego που σατιρίζουν τον Τραμπ, καθώς και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ειρωνικό περιεχόμενο. Στα μέσα Απριλίου, η εφημερίδα Tehran Times, που πρόσκειται στο ιρανικό κράτος, ανέφερε ότι ο Εθνικός Οργανισμός Ψυχολογίας και Συμβουλευτικής του Ιράν «ζήτησε αξιολόγηση της ψυχικής υγείας των Αμερικανών πολιτικών ηγετών, ιδιαίτερα του Ντόναλντ Τραμπ, προς όφελος της παγκόσμιας ειρήνης».
Η περιφρόνηση του Τραμπ προς τη θρησκευτική ηγεσία του Ιράν χρονολογείται σχεδόν πέντε δεκαετίες πίσω και συνδέεται εν μέρει με την ομηρία Αμερικανών μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, όταν ανατράπηκε ο Σάχης. Ο ίδιος έχει επίσης δηλώσει ότι θα αποδεχθεί μόνο μια συμφωνία καλύτερη από εκείνη που είχε επιτύχει ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα με το Ιράν το 2015, συμφωνία από την οποία ο Τραμπ αποχώρησε αργότερα.
Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, δεν δείχνει εμπιστοσύνη απέναντι στον Τραμπ. Ιρανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι εξαπατήθηκαν από την απόφαση της πρώτης θητείας του να αποχωρήσει από τη συμφωνία της εποχής Ομπάμα, ενώ αντέδρασαν έντονα και στις στρατιωτικές επιθέσεις της δεύτερης θητείας του, οι οποίες υπονόμευσαν τις διπλωματικές προσπάθειες. Οι επιθέσεις αυτές κατέστρεψαν μεγάλο μέρος του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και οδήγησαν στον θάνατο πολλών κορυφαίων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Η Άνα Κέλι υποστήριξε ότι «όσα λέει δημόσια το καθεστώς δεν ευθυγραμμίζονται πάντα με όσα λέει ιδιωτικά», προσθέτοντας ότι «ο πρόεδρος θα αποδεχθεί μόνο μια συμφωνία που θα θέτει πρώτα την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ». Σύμφωνα με αξιωματούχους και αναλυτές, είναι συνηθισμένο και οι δύο πλευρές μιας διπλωματικής διαπραγμάτευσης να επιδιώκουν να εμφανιστούν νικήτριες. Το βασικό ερώτημα στην παρούσα κρίση είναι αν κάθε πλευρά μπορεί να ανεχθεί το γεγονός ότι και η άλλη θα ισχυριστεί πως επικράτησε.
Η πυρηνική συμφωνία του 2015 έδειξε ότι το ιρανικό καθεστώς μπορεί να αποδεχθεί μια συμφωνία στην οποία τόσο το ίδιο όσο και οι ΗΠΑ παρουσιάζουν το αποτέλεσμα ως επιτυχία. Κατά τη διάρκεια εκείνης της διαδικασίας, ο Μπαράκ Ομπάμα και οι συνεργάτες του, παρά τις αντιδράσεις πολλών σκληροπυρηνικών απέναντι στο Ιράν, επέδειξαν αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση και σεβασμό προς την Τεχεράνη.
Αντίθετα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ζητήσει την «άνευ όρων παράδοση» του Ιράν, ενώ έχει διατυπώσει απαιτήσεις που ξεπερνούν τις «κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης, όπως η μόνιμη εγκατάλειψη του εμπλουτισμού ουρανίου. Παρότι το ιρανικό καθεστώς θεωρείται καταπιεστικό, εξακολουθεί να ανησυχεί για την εικόνα του απέναντι στους απλούς Ιρανούς πολίτες, σύμφωνα με νυν και πρώην Αμερικανούς και Άραβες αξιωματούχους. Αν ο Τραμπ επιμείνει να παρουσιάζει τις συνομιλίες ως προσωπική του νίκη επί της Τεχεράνης, αυτό θα μπορούσε να εμφανίσει το καθεστώς αδύναμο και να προκαλέσει εσωτερικές αναταραχές.
Ο Νέιτ Σουάνσον, ο οποίος ασχολήθηκε με το Ιράν ως αξιωματούχος εθνικής ασφάλειας σε διάφορες αμερικανικές κυβερνήσεις, μεταξύ αυτών και του Τραμπ, υποστήριξε ότι οι απαιτήσεις του Αμερικανού προέδρου βασίζονται «στη λανθασμένη αντίληψη ότι το Ιράν θα συνθηκολογήσει». Όπως σημείωσε, «αυτό δεν έχει συμβεί και δεν πρόκειται να συμβεί, ανεξάρτητα από την πίεση που δέχεται η χώρα».
Κατά την ενημέρωση Τύπου της Τρίτης, ο Μάρκο Ρούμπιο αναγνώρισε ότι το Ιράν έχει δείξει μεγάλη αντοχή στον οικονομικό πόνο, όμως τόνισε ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός ιρανικών πλοίων και λιμανιών αποσκοπεί στο να φέρει το καθεστώς στα όριά του. Υιοθετώντας μάλιστα ύφος που θύμισε τον Τραμπ, προειδοποίησε το Ιράν για «καταστροφή γενεών» στην οικονομία του, παραπέμποντας στον ράπερ Άις Κιουμπ με τη φράση: «Πρέπει να προσέξουν πριν καταστρέψουν τους εαυτούς τους».
Η ιρανική κουλτούρα δίνει ιδιαίτερη σημασία στη διατήρηση της αξιοπρέπειας και του κύρους. Η ντροπή δεν βαραίνει μόνο το άτομο αλλά και την οικογένεια ή το έθνος συνολικά. Πολλοί Ιρανοί, ακόμη και όσοι αντιπαθούν το ισλαμικό καθεστώς, αντιδρούν έντονα στις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην ιστορία της χώρας τους, όπως στον ρόλο της CIA στο πραξικόπημα του 1953 που ενίσχυσε τη μοναρχία.
Υποστηρικτές της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής δράσης απέναντι στο Ιράν θεωρούν ότι η επιθετική ρητορική του Τραμπ αποτελεί αναγκαία τακτική πίεσης ώστε η Τεχεράνη να προχωρήσει σε περισσότερες παραχωρήσεις σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκεται σε ασυνήθιστα αδύναμη θέση. Παρότι το Ιράν έχει ασκήσει ασφυκτική πίεση στα Στενά του Ορμούζ, ο αμερικανικός αποκλεισμός και η άρνηση του Τραμπ να αποκλείσει νέες στρατιωτικές επιθέσεις του δίνουν σημαντικά πλεονεκτήματα απέναντι στην Τεχεράνη, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι.
Ο Μπεχνάμ Μπεν Ταλεμπλού, αναλυτής για το Ιράν στο συντηρητικό think tank Foundation for Defense of Democracies και υποστηρικτής των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, δήλωσε ότι «μέρος της στρατηγικής του προέδρου φαίνεται να στοχεύει στο να αναγκάσει την Τεχεράνη να επιλέξει ανάμεσα στη διάσωση του κύρους της και στην ίδια της την επιβίωση».
Ορισμένοι διπλωμάτες που παρακολουθούν στενά τις συνομιλίες επισημαίνουν ότι το Ιράν, έχοντας παρακολουθήσει τον Τραμπ επί χρόνια, ενδέχεται να δίνει μεγαλύτερη σημασία σε όσα λένε ιδιωτικά οι απεσταλμένοι του παρά στις δημόσιες δηλώσεις του ίδιου. «Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν έχει σημασία ο τόνος του Τραμπ. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιο παρασκηνιακό κανάλι επικοινωνίας που να αντισταθμίζει αυτή τη στάση», δήλωσε Άραβας διπλωμάτης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι μπορεί να περάσει από τις επιθέσεις στους επαίνους απέναντι σε έναν αντίπαλο. Στις διαπραγματεύσεις του με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν, πέρασε από τον χαρακτηρισμό «Μικρός Πυραυλάκιας» στο να δηλώνει ότι «ερωτεύτηκαν». Ωστόσο, παρά τις ιστορικές πρόσωπο με πρόσωπο συναντήσεις, οι δύο πλευρές δεν κατέληξαν ποτέ σε συμφωνία και η Βόρεια Κορέα συνέχισε να αυξάνει το πυρηνικό της οπλοστάσιο.
Ορισμένοι αξιωματούχοι και αναλυτές εκφράζουν πλέον φόβους ότι το Ιράν μπορεί να ακολουθήσει το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας και να επιδιώξει τελικά την απόκτηση πυρηνικών όπλων ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί σήμερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε, ο Τραμπ δεν απειλεί πλέον με επίθεση την Πιονγκγιάνγκ.
Όπως σημείωσε πρώην ανώτερος δυτικός αξιωματούχος που έχει συμμετάσχει σε επαφές με Ιρανούς αξιωματούχους, η ιρανική ηγεσία «δίνει τεράστια σημασία στην αξιοπρέπεια και στον σεβασμό, παρά τη συχνά εξοργιστική συμπεριφορά της». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι, στα μάτια των Ιρανών, «τα ακραία σχόλια από τον Λευκό Οίκο του Τραμπ υποβαθμίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιβεβαιώνουν τη δική τους αίσθηση αξίας επειδή αντιστέκονται απέναντι σε έναν παρακμιακό και ανήθικο αντίπαλο».














