--°C Athens

Ποιος είναι ο Χοσεΐν Ντογκάν που αντικαθιστά τον Λαριτζανί και και πώς συνδέεται με επίθεση στη Βηρυτό το 1983

Ποιος είναι ο Χοσεΐν Ντογκάν που αντικαθιστά τον Λαριτζανί και και πώς συνδέεται με επίθεση στη Βηρυτό το 1983

Ο Χοσεΐν Ντεγκάν είναι ο αντικαταστάτης, σύμφωνα με πληροφορίες, του Αλί Λαριτζανί στη θέση του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας του Ιράν. Ο Χοσεΐν Ντεγκάν ανήκει στον πολύ στενό πυρήνα του ιρανικού στρατιωτικο-ασφαλιτικού κατεστημένου. Η αμερικανική κυβέρνηση τον περιγράφει ως υποστράτηγο των Φρουρών της Επανάστασης και ο Αλί Χαμενεΐ τον είχε ορίσει σύμβουλο του ανώτατου ηγέτη για τις αμυντικές βιομηχανίες και τη διοικητική μέριμνα των ενόπλων δυνάμεων.

Η σταδιοδρομία του δείχνει γιατί θεωρείται πρόσωπο μεγάλου βάρους. Το 1990 ο Χαμενεΐ τον διόρισε διοικητή της αεροπορίας των Φρουρών της Επανάστασης. Το 2013 ο Χασάν Ροχανί τον όρισε υπουργό Άμυνας, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 2017. Μετά την αποχώρησή του από το υπουργείο, μετακινήθηκε ακόμα πιο κοντά στο γραφείο του ανώτατου ηγέτη ως στρατιωτικός σύμβουλος.

Το 2023 ο Χαμενεΐ τον τοποθέτησε επικεφαλής του Ιδρύματος Μοσταζαφάν, ενός από τα ισχυρότερα παρακρατικά οικονομικά ιδρύματα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το AP σημειώνει ότι πρόκειται για έναν οικονομικό κολοσσό με περιουσία δισεκατομμυρίων, ενώ αμερικανικές εκτιμήσεις τον έχουν κατά καιρούς συνδέσει με τεράστιο αποτύπωμα στην ιρανική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι ο Ντεγκάν δεν είναι απλώς ένας πρώην στρατιωτικός: είναι άνθρωπος που έχει περάσει από τις ένοπλες δυνάμεις, το υπουργείο Άμυνας, το γραφείο Χαμενεΐ και έναν από τους κεντρικούς οικονομικούς μηχανισμούς του καθεστώτος.

Πρόκειται για μια μετάβαση με ισχυρό συμβολισμό: από έναν θεσμό που ενώνει στρατό, βιομηχανία όπλων και παρακρατική οικονομική ισχύ, σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα λήψης αποφάσεων για την ασφάλεια του Ιράν.

Πώς συνδέεται με τη Βηρυτό του 1983

Η σκιά της Βηρυτού του 1983 ακολουθεί τον Χοσεΐν Ντεγκάν εδώ και δεκαετίες και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί τόσο ισχυρές αντιδράσεις στη Δύση. Η σύνδεση δεν στηρίζεται σε μια δημόσια, τελεσίδικη προσωπική ποινική καταδίκη για τις επιθέσεις, στηρίζεται όμως σε μια βαριά και επίσημη αμερικανική αποτίμηση του ρόλου του στο ιρανικό δίκτυο ισχύος εκείνης της περιόδου.

Το πιο σαφές στοιχείο προέρχεται από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών. Όταν η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στον Ντεγκάν το 2019, ανέφερε ρητά ότι ήταν διοικητής των δυνάμεων των Φρουρών της Επανάστασης σε Λίβανο και Συρία το 1983, δηλαδή ακριβώς τη χρονιά και στο γεωγραφικό πεδίο όπου σημειώθηκε η πολύνεκρη διπλή επίθεση εναντίον Αμερικανικών και Γαλλικών δυνάμεων στη Βηρυτό. Στην ίδια διατύπωση, οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε από τη Χεζμπολάχ «κατ’ εντολή του ιρανικού καθεστώτος».

Αυτή είναι η ουσία της σύνδεσης: οι ΗΠΑ τοποθετούν τον Ντεγκάν στην κορυφή της ιρανικής στρατιωτικής παρουσίας σε Λίβανο και Συρία την ώρα που οργανώθηκε η επίθεση. Αυτό από μόνο του έχει τεράστιο πολιτικό και ιστορικό βάρος. Δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με δημόσια αποδεδειγμένη ατομική ευθύνη στο ίδιο επίπεδο με ένα προσωπικό κατηγορητήριο που να τον κατονομάζει ως επιχειρησιακό εγκέφαλο της ενέργειας.

Η αμερικανική ιστορική υπηρεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ κινείται στην ίδια κατεύθυνση, με πιο προσεκτική γλώσσα. Αναφέρει ότι η κυβέρνηση Ρήγκαν πίστευε πως οι επιθέσεις της 23ης Οκτωβρίου 1983, όπως και το χτύπημα στην αμερικανική πρεσβεία νωρίτερα την ίδια χρονιά, έγιναν από Σιίτες μαχητές συνδεδεμένους με το Ιράν μέσω της Συρίας. Η Long Commission, η επίσημη αμερικανική επιτροπή έρευνας του Πενταγώνου, δεν ονοματίζει τον Ντεγκάν ως προσωπικό δράστη, όμως περιγράφει την ενέργεια ως τρομοκρατική επίθεση ισοδύναμη με πράξη πολέμου και εκτιμά ότι υπήρχε στήριξη από κράτη ή οργανωμένες πολιτικές οντότητες.

Για να γίνει κατανοητό γιατί η υπόθεση αυτή παραμένει τόσο βαριά, πρέπει να θυμηθεί κανείς τι συνέβη εκείνο το πρωινό στη Βηρυτό. Οι Αμερικανοί και οι Γάλλοι βρίσκονταν στον Λίβανο ως μέρος της πολυεθνικής δύναμης, μέσα στο εκρηκτικό περιβάλλον του λιβανικού εμφυλίου πολέμου. Το πρωί της 23ης Οκτωβρίου 1983, περίπου στις 06:22, ένα παγιδευμένο φορτηγό κατευθύνθηκε προς το αμερικανικό στρατόπεδο, όπου στεγαζόταν το 1ο Τάγμα του 8ου Συντάγματος Πεζοναυτών. Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του Σώματος Πεζοναυτών, το όχημα πέρασε με ταχύτητα τα πρόχειρα εμπόδια, διέσχισε τον χώρο ασφαλείας και έφτασε σχεδόν έως το λόμπι του κτιρίου πριν εκραγεί.

Η έκρηξη ήταν καταστροφική. Η Long Commission την αποτίμησε ως ισοδύναμη με περισσότερες από 12.000 λίβρες ΤΝΤ. Το τετραώροφο κτίριο κατέρρευσε μέσα σε δευτερόλεπτα. Ο απολογισμός στην αμερικανική πλευρά ήταν 241 νεκροί, 220 Πεζοναύτες, 18 ναύτες και 3 στρατιώτες, καθώς και περισσότεροι από 100 τραυματίες. Για το Σώμα Πεζοναυτών, ήταν η πιο φονική ημέρα από την Ιβοζίμα.

Λίγα λεπτά αργότερα, ένα δεύτερο παγιδευμένο φορτηγό χτύπησε το κτίριο Drakkar, όπου στρατωνίζονταν Γάλλοι αλεξιπτωτιστές. Εκεί σκοτώθηκαν 58 Γάλλοι στρατιώτες. Υπήρξαν ακόμη νεκροί και τραυματίες ανάμεσα σε Λιβανέζους πολίτες, ενώ οι επιχειρήσεις απεγκλωβισμού κράτησαν ώρες μέσα σε συνθήκες χάους.

Η έρευνα του Πενταγώνου κατέγραψε και μια δεύτερη διάσταση της τραγωδίας: τα σοβαρά κενά ασφαλείας. Υπήρχαν πάνω από 100 αναφορές πληροφοριών για πιθανές επιθέσεις με παγιδευμένα οχήματα τους προηγούμενους μήνες, όμως η απειλή δεν μεταφράστηκε σε επαρκή αμυντική ετοιμότητα. Η διάταξη φρούρησης, η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού στρατιωτών σε ένα μόνο κτίριο και οι περιορισμοί στους σκοπούς άφησαν ελάχιστο χρόνο αντίδρασης.

Γι’ αυτό και ο Ντεγκάν παραμένει τόσο αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Η επίσημη αμερικανική θέση τον συνδέει με το δίκτυο και τη δομή ισχύος που, κατά την Ουάσιγκτον, βρισκόταν πίσω από το πιο αιματηρό χτύπημα που δέχθηκαν ποτέ οι Αμερικανοί Πεζοναύτες σε καιρό ειρήνης. Η σύνδεση αυτή είναι πολιτικά εκρηκτική, ακόμη κι αν η δημόσια τεκμηρίωση δεν φτάνει στο σημείο μιας αδιαμφισβήτητης ατομικής ποινικής ενοχής. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη Βηρυτό του 1983 να βαραίνει ακόμη το όνομά του.

Διαβάστε Σχετικά