Το Ιράν επιχειρεί να ανατρέψει το σκηνικό γύρω από τα πυρηνικά του, καταθέτοντας νέες προτάσεις στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, την ώρα που οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει μια εντυπωσιακή στρατιωτική δύναμη στα ανοικτά των ιρανικών ακτών. Παρά τις κινήσεις καλής θέλησης, η Τεχεράνη αποφεύγει την «κόκκινη γραμμή» του Ντόναλντ Τραμπ: μια καθαρή δέσμευση για πλήρη και μόνιμη διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου.
Τις τελευταίες ημέρες, Ιρανοί αξιωματούχοι άφησαν να εννοηθεί ότι η χώρα είναι διατεθειμένη να αποστείλει μέρος των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου –καύσιμο κρίσιμο για την κατασκευή πυρηνικού όπλου– σε τρίτη χώρα, όπως η Ρωσία, επιχειρώντας να απαντήσουν σε κεντρικές ανησυχίες της Ουάσιγκτον. Τα περισσότερα αποθέματα θεωρείται ότι βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα ερείπια πυρηνικών εγκαταστάσεων που χτυπήθηκαν σφοδρά από ΗΠΑ και Ισραήλ τον Ιούνιο, γεγονός που έχει ήδη πλήξει σοβαρά τις ιρανικές υποδομές εμπλουτισμού. Το Ιράν, που επιμένει ότι εμπλουτίζει ουράνιο για ειρηνικούς σκοπούς, παραμένει η μοναδική χώρα χωρίς πυρηνικά όπλα που έχει φτάσει σε καθαρότητα 60%, πολύ κοντά στο 90% που απαιτείται για τη δημιουργία πυρηνικής βόμβας.
Ιράν και πυρηνικά: παζάρι τριετούς παύσης
Στο τραπέζι των συνομιλιών, Ιρανοί διπλωμάτες αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο «παγώματος» του εμπλουτισμού ουρανίου για διάστημα έως τριών ετών, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν την τεχνολογία και τις υποδομές τους. Η πρόταση αυτή, την οποία περιγράφουν περιφερειακοί διπλωμάτες, δεν αλλάζει δραματικά τα δεδομένα, καθώς η Τεχεράνη φέρεται ήδη να έχει ουσιαστικά σταματήσει τον εμπλουτισμό μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις του Ιουνίου. Κυρίως, απέχει πολύ από την αμερικανική απαίτηση για οριστική διακοπή κάθε δραστηριότητας εμπλουτισμού, που ο Τραμπ έχει συνδέσει ευθέως με την αποφυγή στρατιωτικού χτυπήματος.
Παράλληλα, το Ιράν έχει καταθέσει πρόταση για δημιουργία περιφερειακού κονσόρτσιουμ παραγωγής καυσίμου από εμπλουτισμένο ουράνιο, το οποίο θα τροφοδοτεί ιρανικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες. Ωστόσο, η επιμονή της Τεχεράνης να παραμείνει όλη η παραγωγική διαδικασία εντός των συνόρων της θεωρείται «κόκκινη γραμμή» για την Ουάσιγκτον, που αντιμετωπίζει την ιδέα ως μη αποδεκτή από πλευράς ασφάλειας. Κάποιοι περιφερειακοί παίκτες προωθούν ένα ευρύτερο πολυεπίπεδο σχέδιο, που θα συνδέει τις πυρηνικές δεσμεύσεις με ρήτρες μη επίθεσης και οικονομικές συμφωνίες, σε μια προσπάθεια να κεντρίσουν την προσοχή του Αμερικανού προέδρου με ένα «πακέτο τύπου Γάζας».
Ιράν – πυρηνικά και «δέλεαρ» μπίζνες με τις ΗΠΑ
Στο ίδιο πλαίσιο, η Τεχεράνη επιχειρεί να «πουλήσει» στην Ουάσιγκτον την προοπτική μεγάλων οικονομικών συμφωνιών, εφόσον αρθούν οι σκληρές κυρώσεις. Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Χαμίντ Γκανμπαρί δήλωσε ότι στις διαπραγματεύσεις εντάσσονται κοινά συμφέροντα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σε επενδύσεις στον εξορυκτικό κλάδο, ακόμη και σε αγορές αεροπλάνων, υπογραμμίζοντας πως για να σταθεί μια συμφωνία στο χρόνο «πρέπει να κερδίζει και η αμερικανική πλευρά». Παρ’ όλα αυτά, παραμένει θολό πόσο σοβαρά μπορούν να συζητηθούν τέτοιες προοπτικές, όταν η Ουάσιγκτον δεν έχει ξεκαθαρίσει τι είδους ουσιαστική άρση κυρώσεων είναι διατεθειμένη να προσφέρει, ούτε καν για τα περίπου 6 δισ. δολάρια ιρανικών εσόδων από πετρέλαιο που είναι «παγωμένα» στο Κατάρ.
Ο ίδιος ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δηλώνει ότι προσέρχεται στη Γενεύη «με πραγματικές ιδέες για μια δίκαιη και ισότιμη συμφωνία», ξεκαθαρίζοντας όμως ότι «η υποταγή υπό την απειλή δεν βρίσκεται στο τραπέζι». Στην άλλη πλευρά, ο Τραμπ και οι στενοί συνεργάτες του εμφανίζονται να αξιοποιούν την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, καθώς η Ουάσιγκτον έχει αναπτύξει δύο αεροπλανοφόρα, το USS Gerald R. Ford και το USS Abraham Lincoln, και ισχυρές ναυτικές και αεράμυνες δυνάμεις στην περιοχή, ενισχύοντας την πίεση προς την Τεχεράνη. Πρώην Αμερικανοί διαπραγματευτές εκτιμούν ότι ο Λευκός Οίκος προσφέρει στο Ιράν ένα σκληρό δίλημμα τύπου «παράδοση και δεν θα σε χτυπήσουμε», κάτι που όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να παρουσιαστεί εσωτερικά στο ιρανικό καθεστώς ως αποδεκτή συμφωνία.
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ευθυγραμμίζει τις πυρηνικές απαιτήσεις με ένα ευρύτερο πλαίσιο, που περιλαμβάνει τον περιορισμό του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος, τον τερματισμό της στήριξης προς οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, αλλά και την αντιμετώπιση των σκληρών πρακτικών καταστολής των διαδηλώσεων στο εσωτερικό. Το Ισραήλ, με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να πιέζει ανοικτά, ζητά όχι μόνο αυστηρά όρια στα πυρηνικά και τους πυραύλους, αλλά και ουσιαστικό ξήλωμα της ιρανικής πυρηνικής υποδομής. Η Τεχεράνη διαμηνύει ότι για τους πυραύλους θα συνομιλήσει μόνο με περιφερειακούς γείτονες, την ώρα που Ομάν και Κατάρ προσπαθούν να «σπάσουν» την ατζέντα στήνοντας ξεχωριστή περιφερειακή σύνοδο για τα μη πυρηνικά ζητήματα.
Η σκιά της αποτυχημένης συμφωνίας του 2015 πλανάται πάνω από τις διαπραγματεύσεις, καθώς τότε ΗΠΑ και Ευρωπαίοι προσέφεραν ευρεία άρση οικονομικών, ενεργειακών και μεταφορικών κυρώσεων με αντάλλαγμα αυστηρούς περιορισμούς στον εμπλουτισμό για 15 χρόνια, όπως γράφει η Wall Street Journal.
Ο Τραμπ απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία το 2018, καταγγέλλοντας ότι ήταν μονομερής και ότι γέμισε τα ταμεία της Τεχεράνης, επιτρέποντάς της να ενισχύσει αποσταθεροποιητικές δραστηριότητες στην περιοχή. Σήμερα, ο Λευκός Οίκος δέχεται ισχυρές πιέσεις από το Κογκρέσο να μην επαναλάβει ένα σχήμα άρσης κυρώσεων που θα μπορούσε να αναστήσει την ιρανική οικονομία και, εμμέσως, τα δίκτυα περιφερειακών πληρεξουσίων της χώρας.











