Σχεδόν οκτώ στους δέκα χρήστες καθαρίζουν κατά διαστήματα τις συσκευές τους, διαγράφοντας παλιές φωτογραφίες, εφαρμογές ή το ιστορικό περιήγησης. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα έρευνα της Kaspersky, πολύ λιγότεροι προχωρούν σε ενέργειες που ενισχύουν ουσιαστικά την ψηφιακή τους ασφάλεια, όπως η αλλαγή κωδικών, η δημιουργία αντιγράφων ασφαλείας και ο έλεγχος των δικαιωμάτων πρόσβασης των εφαρμογών.
Καθώς ο μέσος άνθρωπος περνά καθημερινά τέσσερις έως έξι ώρες μπροστά σε μια οθόνη, αρχεία, διπλές φωτογραφίες, ανενεργοί λογαριασμοί και ξεχασμένες εφαρμογές συσσωρεύονται στις συσκευές. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο τακτικός «ψηφιακός καθαρισμός» δεν απελευθερώνει μόνο αποθηκευτικό χώρο και βελτιώνει την απόδοση, αλλά περιορίζει και τα δεδομένα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε περίπτωση κυβερνοεπίθεσης.
Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες πρακτικές ψηφιακού καθαρισμού;
Τα στοιχεία της Kaspersky δείχνουν ότι το 83% των συμμετεχόντων ενημερώνει τακτικά το λειτουργικό σύστημα και τις εφαρμογές του. Οι ειδικοί στην κυβερνοασφάλεια επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη πρακτική είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς όταν ένα λειτουργικό σύστημα ή μια εφαρμογή φτάσει στο τέλος του κύκλου ζωής της (end of life), παύει να λαμβάνει ενημερώσεις και διορθώσεις ασφαλείας. Ως αποτέλεσμα, νέες ευπάθειες παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση, αυξάνοντας τον κίνδυνο εκμετάλλευσής τους από κυβερνοεγκληματίες.
Το 80% των ερωτηθέντων διαγράφει εφαρμογές που δεν χρησιμοποιεί ή χρησιμοποιεί σπάνια, ενώ το 79% καθαρίζει το ιστορικό περιήγησης και την προσωρινή μνήμη (cache), ταξινομεί φωτογραφίες και βίντεο ή αφαιρεί διπλότυπα αρχεία.
Παράλληλα, το 69% φροντίζει για την καλύτερη διαχείριση των αρχείων και των email του. Η διαγραφή παλιών αρχείων και φωτογραφιών απελευθερώνει αποθηκευτικό χώρο, ενώ η σωστή διαχείριση του ψηφιακού περιεχομένου κάνει τη χρήση της συσκευής πιο εύκολη και αποτελεσματική. Μια τακτοποιημένη συσκευή όχι μόνο διευκολύνει τον εντοπισμό σημαντικών αρχείων, αλλά συμβάλλει και στη σταθερότητα του συστήματος και στην ενίσχυση της ασφάλειας.
Μόλις το 60% των συμμετεχόντων ελέγχει ή διαγράφει παλιούς διαδικτυακούς λογαριασμούς, παρότι οι ξεχασμένοι λογαριασμοί – ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούν επαναχρησιμοποιούμενους κωδικούς πρόσβασης – μπορούν να αποτελέσουν εύκολη «πόρτα εισόδου» για κυβερνοεγκληματίες. Επιπλέον, το 58% αφαιρεί αποθηκευμένες μεθόδους πληρωμής, μια πρακτική που συμβάλλει στην προστασία των οικονομικών δεδομένων σε περίπτωση παραβίασης κάποιου λογαριασμού.
Η δημιουργία αντιγράφων ασφαλείας (backup) παραμένει ακόμη λιγότερο διαδεδομένη πρακτική. Μόλις το 35% των ερωτηθέντων δημιουργεί τακτικά αντίγραφα ασφαλείας των σημαντικών δεδομένων του, αφήνοντας πολύτιμες πληροφορίες εκτεθειμένες σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης της συσκευής. Αν και το 63% δηλώνει ότι μεταφέρει αρχεία σε εξωτερικά μέσα αποθήκευσης ή υπηρεσίες cloud, οι ειδικοί της Kaspersky επισημαίνουν ότι μια πραγματικά αποτελεσματική στρατηγική δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας απαιτεί την αποθήκευση κρίσιμων δεδομένων σε περισσότερες από μία ξεχωριστές τοποθεσίες.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα είναι ότι μόνο το 36% των χρηστών αλλάζει τους κωδικούς πρόσβασής του σε τακτική βάση. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Kaspersky, περισσότεροι από τους μισούς κωδικούς πρόσβασης μπορούν να παραβιαστούν σε λιγότερο από μία ώρα, λόγω της χρήσης κοινών μοτίβων και χαρακτήρων, αλλά και επειδή δεν διαθέτουν την απαραίτητη πολυπλοκότητα. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί συνιστούν οι κωδικοί πρόσβασης να είναι μοναδικοί, ισχυροί και να ανανεώνονται όταν χρειάζεται, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος παραβίασης.
Τέλος, μόλις το 23% των συμμετεχόντων ελέγχει ή ενημερώνει τα δικαιώματα πρόσβασης των εφαρμογών και τις ρυθμίσεις απορρήτου, γεγονός που αναδεικνύει ένα σημαντικό κενό στις καθημερινές πρακτικές ψηφιακής ασφάλειας.
Πώς μπορεί ο ψηφιακός καθαρισμός να γίνει συνήθεια
Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι πιο δημοφιλείς ενέργειες ψηφιακού καθαρισμού είναι εκείνες των οποίων τα οφέλη γίνονται άμεσα αντιληπτά από τους χρήστες. Ωστόσο, οι ειδικοί της Kaspersky υπογραμμίζουν ότι δεν πρέπει να παραμελούνται οι πρακτικές που δεν προσφέρουν άμεσα ορατά αποτελέσματα, αλλά μπορούν μακροπρόθεσμα να συμβάλουν στην προστασία τόσο των προσωπικών δεδομένων όσο και των οικονομικών στοιχείων των χρηστών.
Για να μειώσουν τον κίνδυνο παραβίασης λογαριασμών ή διαρροής δεδομένων, οι χρήστες θα πρέπει να ελέγχουν και να διαγράφουν τακτικά παλιούς και ανενεργούς λογαριασμούς, καθώς και αποθηκευμένες μεθόδους πληρωμής. Για να έχουν καλύτερο έλεγχο των ιστοσελίδων και των εφαρμογών στις οποίες έχουν εγγραφεί, είναι χρήσιμο να αποθηκεύουν τα στοιχεία σύνδεσης και τα οικονομικά δεδομένα τους σε έναν password manager.
«Με μια πρώτη ματιά, η διατήρηση των συσκευών σας οργανωμένων μπορεί να φαίνεται ως μια χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί καθημερινή ενασχόληση. Το μυστικό, όμως, είναι η δημιουργία ενός συστήματος που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αυτοματοποίηση. Για παράδειγμα, η θέσπιση περιορισμών στη χρήση δεδομένων από εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και άλλες εφαρμογές μπορεί να μειώσει τη δραστηριότητα στο παρασκήνιο, να περιορίσει τη ροή περιττού περιεχομένου και να προσφέρει καλύτερο έλεγχο της ψηφιακής δραστηριότητας. Παράλληλα, εργαλεία όπως οι password managers και οι ενσωματωμένες λειτουργίες καθαρισμού των λύσεων ασφαλείας αυτοματοποιούν σημαντικό μέρος της διαδικασίας, συμβάλλοντας στην προστασία πολύτιμων δεδομένων και στη διατήρηση της ασφάλειας των συσκευών», σχολιάζει ο Vladimir Nestor, επικεφαλής ερευνητής ασφάλειας στην ομάδα GReAT (Global Research and Analysis Team) της Kaspersky.
*Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Έρευνας Αγοράς της Kaspersky τον Μάρτιο του 2026. Έλαβαν μέρος 7.200 συμμετέχοντες από 18 χώρες: Βραζιλία, Κίνα, Κολομβία, Αίγυπτος, Γαλλία, Γερμανία, Ινδία, Ινδονησία, Ιταλία, Μαλαισία, Μεξικό, Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Ισπανία, Νότια Αφρική, Ταϊλάνδη, Τουρκία και Βιετνάμ.















