Ανώτατα στελέχη του ΟΗΕ ενημέρωσαν το Συμβούλιο Ασφαλείας ότι τον τελευταίο μήνα οι εχθροπραξίες στην Ουκρανία έχουν κλιμακωθεί σημαντικά, με περισσότερα θύματα μεταξύ των αμάχων, νέα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές πόλεων και διεύρυνση των ανθρωπιστικών αναγκών, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στο διπλωματικό πεδίο.
Ενημερώνοντας το Συμβούλιο Ασφαλείας που συνεδρίασε για το θέμα, ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας Χάλεντ Κιάρι ανέφερε ότι «έχουμε διαπιστώσει ανησυχητική κλιμάκωση των εχθροπραξιών» και ότι «οι ρωσικές επιθέσεις συνεχίζουν να εντείνονται, με αυξανόμενα θύματα μεταξύ αμάχων και εκτεταμένες καταστροφές σε ολόκληρη την Ουκρανία». Όπως σημείωσε, παρότι η 32ωρη εκεχειρία το Πάσχα, που ανακοίνωσε η Ρωσική Ομοσπονδία και αποδέχθηκε η Ουκρανία, αποτέλεσε μια πρωτοβουλία που θα μπορούσε να προσφέρει ανάπαυλα στους αμάχους, «αυτή η προσωρινή παύση των συγκρούσεων δεν τηρήθηκε».
Σύμφωνα με τον κ. Κιάρι, τρεις συνεχόμενες νύχτες αεροπορικών επιδρομών μεταξύ 13 και 16 Απριλίου έπληξαν πολλές περιοχές της χώρας, ενώ η επίθεση της νύχτας 15 προς 16 Απριλίου χαρακτηρίστηκε ως «η φονικότερη επίθεση του έτους μέχρι σήμερα», με στόχους στις περιφέρειες Οδησσού, Ντνιπροπετρόβσκ, Κιέβου, Σούμι και Χαρκόβου. Ανέφερε ότι κατοικημένες πολυκατοικίες επλήγησαν στην Οδησσό και στο Ντνίπρο, ενώ «τουλάχιστον 20 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον ένα παιδί, φέρεται να σκοτώθηκαν» σε ολόκληρη τη χώρα από την επίθεση αυτή. Τόνισε ότι «η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τη διαρκώς αυξανόμενη απώλεια ζωών μεταξύ αμάχων», παραπέμποντας στα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σύμφωνα με τα οποία μόνο τον τελευταίο μήνα σκοτώθηκαν τουλάχιστον 211 άμαχοι και τραυματίστηκαν 1.206.
Ο κ. Κιάρι αναφέρθηκε επίσης στις συνεχιζόμενες επιθέσεις κατά κρίσιμων υποδομών, περιλαμβανομένων των λιμένων του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας, που είναι ζωτικής σημασίας για τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, καθώς και στο σιδηροδρομικό δίκτυο και σε πολιτιστικά μνημεία στο Λβιβ, όπου «μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO ανεκτίμητης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας δέχθηκαν εκ νέου πλήγματα». Επανέλαβε ότι «οι επιθέσεις κατά αμάχων και πολιτικών υποδομών απαγορεύονται σαφώς από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο» και υπογράμμισε ότι «πρέπει να σταματήσουν αμέσως, όπου κι αν συμβαίνουν».
Για την ανθρωπιστικής κατάσταση, η Βοηθός Γενική Γραμματέας Τζόις Μσούγια δήλωσε ότι «οι επιθέσεις έχουν ενταθεί και οι άμαχοι συνεχίζουν να υφίστανται το κύριο βάρος», περιγράφοντας πυραυλικά, μη επανδρωμένα και πυροβολικά πλήγματα σε κατοικημένες περιοχές, μέσα μαζικής μεταφοράς, ενεργειακά συστήματα και λιμενικές εγκαταστάσεις.
Όπως ανέφερε, «μαζικό κύμα νυχτερινών επιθέσεων την περασμένη εβδομάδα σε Ντνίπρο, Κίεβο και Οδησσό προκάλεσε τον θάνατο περισσότερων από 21 αμάχων και τον τραυματισμό άνω των 140 ανθρώπων», ενώ ξεχωριστό πλήγμα σε δημόσιο λεωφορείο στη Νικόπολη προκάλεσε τέσσερις νεκρούς και δεκαέξι τραυματίες.
Η κ. Μσούγια προειδοποίησε ότι οι επανειλημμένες ζημιές στις ενεργειακές υποδομές έχουν προκαλέσει «συστημικό σοκ», διαταράσσοντας την ηλεκτροδότηση, την ύδρευση, τη θέρμανση και βασικές υπηρεσίες για εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ εκτίμησε ότι οι συνέπειες θα είναι «εκτεταμένες κατά τους θερινούς μήνες και έως τον επόμενο χειμώνα». Υπογράμμισε ότι «οι άμαχοι και οι υποδομές που είναι απαραίτητες για την ευημερία τους πρέπει να προστατεύονται», σημειώνοντας ότι τα πλήγματα σε νοσοκομεία, ενεργειακά συστήματα και δίκτυα ύδρευσης επιτείνουν τις ανθρωπιστικές ανάγκες.
Παρά το γεγονός ότι ανθρωπιστικές αποστολές εξακολουθούν να προσεγγίζουν κοινότητες κοντά στη γραμμή του μετώπου στις περιοχές Μικολάιβ και Χερσώνας, η κ. Μσούγια ανέφερε ότι η πρόσβαση παραμένει περιορισμένη και οι ανάγκες υπερβαίνουν τους διαθέσιμους πόρους. Από τα 10,8 εκατομμύρια ανθρώπων που χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια φέτος, σχεδόν τα τρία τέταρτα του σχεδίου χρηματοδότησης ύψους 2,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων παραμένουν ακάλυπτα, αφήνοντας «σχεδόν 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια ακόμη προς χρηματοδότηση». Προειδοποίησε ότι «χωρίς έγκαιρες και διαρκείς χρηματοδοτικές συνεισφορές, οι ανθρωπιστικοί φορείς αναγκάζονται να περιορίζουν τη βοήθεια ακριβώς τη στιγμή που οι ανάγκες αυξάνονται».
Κλείνοντας, η κ. Μσούγια κάλεσε τα μέλη του Συμβουλίου να διασφαλίσουν τον σεβασμό του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, την ανθρωπιστική πρόσβαση «σε όλες τις περιοχές της Ουκρανίας, περιλαμβανομένων όσων βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Ρωσικής Ομοσπονδίας», και την έγκαιρη χρηματοδότηση, τονίζοντας ότι για εκατομμύρια ανθρώπους «η προστασία, η πρόσβαση και οι έγκαιρες οικονομικές συνεισφορές αποτελούν σανίδα σωτηρίας».
Η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ΟΗΕ, πρέσβυς Αγ. Μπαλτά κατά την τοποθέτηση της επανέλαβε την έκκληση προς τη Ρωσία να θέσει τέλος στον επιθετικό πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας, με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Καταδίκασε με τον πιο έντονο τρόπο τη σκόπιμη στοχοποίηση αμάχων και κρίσιμων μη στρατιωτικών υποδομών, ως σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Η κ. Μπαλτά χαιρέτισε την πρόσφατη επίσκεψη της Ειδικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα για τα Παιδιά στις Ένοπλες Συγκρούσεις (SRSG/CAAC) στο Κίεβο και κάλεσε τη Ρωσία να εξασφαλίσει την ασφαλή και άνευ όρων επιστροφή των απελάθεντων και βίαια μεταφερθέντων παιδιών της Ουκρανίας.
Ζήτησε πλήρη κατάπαυση του πυρός, ως απαραίτητο πρώτο βήμα προς μια συνολική, δίκαιη και διαρκή ειρήνη.
Επίσης, τόνισε ότι καμία ειρηνευτική συμφωνία δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς την πλήρη συναίνεση της Ουκρανίας και την άμεση συμμετοχή της Ευρώπης, καθώς και χωρίς αξιόπιστες και εφαρμόσιμες εγγυήσεις ασφαλείας για την αποτροπή της επανάληψης του πολέμου.
Πηγή: ΑΠΕ













