Με την κούρσα μεταξύ διπλωματίας και ταυτόχρονα της περαιτέρω κλιμάκωσης να φτάνει σε κρίσιμο σημείο, οι ξένοι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι μελλοντικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν πρέπει να στηριχθούν σε διαφορετική βάση, αν πρόκειται να επιτύχουν.
Οι δύο χώρες έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον οκτώ γύρους συνομιλιών μόνο τον τελευταίο χρόνο, κανένας από τους οποίους δεν κατάφερε να αποτρέψει τον πόλεμο.
Είναι βέβαιο ότι στο παρασκήνιο γίνονται κάποιες διπλωματικές επαφές, με αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές να επιδιώκουν μια έξοδο που θα διασώζει τα προσχήματα. Η Τεχεράνη χρειάζεται να κάνει σημαντικές παραχωρήσεις στο πυρηνικό της πρόγραμμα, στους βαλλιστικούς πυραύλους και στους περιφερειακούς συμμάχους της, ενώ η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ πρέπει να παρουσιάσει στο εσωτερικό του αλλά και στη διεθνή κοινότητα ότι άλλαξε το status quo της χώρας σε δυτικές επιταγές.
Απομακρύνεται η προοπτική συμφωνίας
Ωστόσο, με τον πόλεμο να εντείνεται, η προοπτική μιας συμφωνίας φαίνεται να απομακρύνεται μέρα με τη μέρα. Η Τεχεράνη επιδιώκει ελάχιστες παραχωρήσεις, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ και το Ισραήλ φαίνεται να σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν τη σύγκρουση για να μεγιστοποιήσουν την πίεση και τα στρατιωτικά οφέλη. Τι είναι πιθανό να λένε στις διπλωματικές προσπάθειες, οι οποίες είναι ανεπίσημες και για την ώρα διαψεύδονται;
Οι «κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης
Η Τεχεράνη επιμένει εδώ και καιρό ότι το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της και η στήριξη προς περιφερειακούς συμμάχους δεν είναι διαπραγματεύσιμα, παρουσιάζοντάς τα ως βασικά στοιχεία της αμυντικής της στρατηγικής. Αντίθετα, έχει δείξει ευελιξία σε πυρηνικά ζητήματα, υποδηλώνοντας προθυμία να συζητήσει την τύχη του εμπλουτισμού ουρανίου και αυξημένη εποπτεία στο πλαίσιο οποιασδήποτε συμφωνίας.
Όταν η Τεχεράνη επέστρεψε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τον Φεβρουάριο, οι συνομιλίες στη Γενεύη στις 26 Φεβρουαρίου σημείωσαν «σημαντική πρόοδο», σύμφωνα με τον μεσολαβητή Ομάν. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκέντρωναν τη μεγαλύτερη στρατιωτική ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή, το Μουσκάτ χαιρέτισε μια «πρόοδο που δεν είχε επιτευχθεί ποτέ στο παρελθόν».
«Αν ο τελικός στόχος είναι να διασφαλιστεί για πάντα ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνική βόμβα, νομίζω ότι έχουμε λύσει αυτό το πρόβλημα μέσω αυτών των διαπραγματεύσεων», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλμπουσαΐντι, στις 27 Φεβρουαρίου.
Αυτό συνέβη μία ημέρα ακριβώς πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ αρχίσουν να βομβαρδίζουν το Ιράν.
Όταν οι συνομιλίες καταρρέουν υπό τις βόμβες
Το Ιράν είχε δεχθεί επιθέσεις από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ βρισκόταν ήδη εν μέσω πυρηνικών συνομιλιών και στο παρελθόν. Ο πρώτος γύρος διαπραγματεύσεων εκτροχιάστηκε τον περασμένο Ιούνιο, όταν το Ισραήλ εξαπέλυσε αιφνιδιαστικό κύμα επιθέσεων στην Τεχεράνη, οδηγώντας σε έναν πόλεμο 12 ημερών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτέθηκαν επίσης σε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις στις 22 Ιουνίου, προτού ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοινώσει κατάπαυση του πυρός, ισχυριζόμενος ότι ο στρατός του «εξαφάνισε» τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν.
Το Ιράν «υποστηρίζει ότι, αφού υπέστη αυτόν τον πόλεμο και τις βαριές του απώλειες, δεν θα επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις μόνο και μόνο για να παραχωρήσει τις πυρηνικές του εγκαταστάσεις ή τις επιστημονικές του δυνατότητες».
Περιθώρια ευελιξίας υπό πίεση
Η ένταση του πολέμου, σε συνδυασμό με τις απώλειες του Ιράν και την αυξανόμενη ανησυχία ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να συνεχιστεί έως ότου επιχειρηθεί τουλάχιστον αλλαγή καθεστώτος επί του πεδίου, ενδέχεται να ανοίξει περιορισμένο χώρο για ευελιξία, ιδιαίτερα σε ζητήματα που η Τεχεράνη αντιμετώπιζε επί μακρόν ως κόκκινες γραμμές. Αυτές οι παραχωρήσεις είναι κρίσιμες όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και για τα κράτη του Κόλπου, τα οποία έχουν επωμιστεί το βάρος των αντιποίνων του Ιράν στις επιθέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Πέμπτη ότι έχει δώσει στο Ιράν προθεσμία έως τις 6 Απριλίου για να διαπραγματευτεί και να καταλήξει σε συμφωνία πριν από βομβαρδισμούς στις ενεργειακές του εγκαταστάσεις. Πρέπει επίσης να παρουσιάσει ένα επιχείρημα για να δικαιολογήσει το δαπανηρό αυτό πόλεμο στο εσωτερικό. Η δυσαρέσκεια για την εξωτερική του πολιτική αυξάνεται. Το Πεντάγωνο έχει δαπανήσει σχεδόν 2 δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα στον πόλεμο και ζητά από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών επιπλέον 200 δισεκατομμύρια δολάρια.
Κλιμάκωση ή διαπραγμάτευση;
Παρότι δήλωσε ότι είχε «τέλειες συνομιλίες» με το Ιράν, ισχυρισμό που η Τεχεράνη διαψεύδει, η πίεση της κυβέρνησής του για αποστολή χιλιάδων επιπλέον στρατιωτών στην περιοχή υποδηλώνει ότι η κλιμάκωση είναι πιθανή. Έχει επίσης ερμηνευθεί ως στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών για να εξαναγκάσουν το Ιράν να αποδεχθεί μια συμφωνία με τους δικούς τους όρους. Ο πόλεμος ασφαλώς δεν θα τελειώσει εύκολα και οποιαδήποτε διπλωματική κίνηση που γίνεται έστω και δειλά, είναι από μόνο του θετικό.











