Τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθεί ο πρωθυπουργός, ειδικά στον τομέα της οικονομίας, αποκάλυψε μέσα από συγκεκριμένα πράγματα που είπε ο ίδιος στην εισήγησή του στο υπουργικό συμβούλιο χθες, ενώ ανακοίνωνε τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, την έκτη κατά την περίοδο διακυβέρνησής του.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει σταθμίσει τα δεδομένα σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας σε διεθνές επίπεδο και με τις οικονομικές επιπτώσεις να έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα.
«Η αβεβαιότητα μοιάζει, τώρα, η μόνη βεβαιότητα. Κάτι που σημαίνει ανάγκη για συνεχή ετοιμότητα», είπε ο πρωθυπουργός, απευθυνόμενος και στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Οι στόχοι δεν θα αλλάξουν, λένε συνεργάτες του, αλλά η κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί με σύνεση, αποφασιστικότητα και χωρίς να διασαλευθεί σε καμία περίπτωση η δημοσιονομική και πολιτική σταθερότητα.
Ο στόχος για βασικό μισθό 950 ευρώ το 2027 παραμένει
Ο κατώτατος μισθός από την 1η Απριλίου θα είναι στα 920 ευρώ και ο στόχος για βασικό μισθό 950 ευρώ το 2027 παραμένει.
Ήδη η δέσμευση για μέσο μισθό στα 1.500 ευρώ έχει εκπληρωθεί, ενώ ο πρωθυπουργός, ακόμα και σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, υπογράμμισε ότι στην Ελλάδα οι αυξήσεις και οι φοροελαφρύνσεις θα είναι μόνιμες και επαναλαμβανόμενες.
Αυτό το οποίο διαβεβαίωσε επίσης τους πολίτες είναι ότι η κυβέρνηση θα ενισχύει στοχευμένα -και το πράττει ήδη- την πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών. Και αναφέρθηκε στα 4 αναχώματα μέσα από τις παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν απέναντι στην ενεργειακή κρίση: το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, το fuel pass, την επιδότηση στα λιπάσματα για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και τη συγκράτηση των αυξήσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια.
Όσον αφορά στη σημασία που αποδίδουν στη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση, τονίζουν ότι το πραγματικό εισόδημα των χαμηλόμισθων στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 20% σε σχέση με τον πληθωρισμό εν μέσω της μεγαλύτερης πίεσης στο κόστος ζωής που έχει καταγραφεί στην ευρωζώνη και στον ανεπτυγμένο κόσμο μετά την εισαγωγή του ευρώ.
Η αθροιστική αύξηση των μεικτών αποδοχών ισούται με 3.780 ευρώ ανά έτος, ποσό που ισοδυναμεί με σχεδόν έξι επιπλέον βασικούς μισθούς του 2019.
Τα κριτήρια με βάση τα οποία αποφασίστηκε η συγκεκριμένη αύξηση, για την οποία αντιδρά και επιχειρεί να μειώσει η αντιπολίτευση, είναι τα εξής:
- η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας,
- οι δυνατότητές της
- η πορεία του πληθωρισμού
Η κυβέρνηση κατάφερε να ισορροπήσει επιτυγχάνοντας τον στόχο για ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος αλλά και των αντοχών της υγιούς επιχειρηματικότητας, ειδικά σε ένα περιβάλλον ρευστό λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Αυτή δεν είναι η μοναδική πολιτική στην κατεύθυνση της στήριξης των εργαζόμενων και του εισοδήματός τους. Από την 01/01/2026 εφαρμόζονται οι μειώσεις φορολογικών συντελεστών για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, με πρόσθετες πρόνοιες για νέους εργαζόμενους και οικογένειες με παιδιά.
Επίσης, έχει νομοθετηθεί η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία, χάρη στην οποία έχουν ήδη υπογραφεί τρεις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις που καλύπτουν περίπου 450.000 εργαζόμενους και προσφέρουν ευνοϊκότερους όρους από τον βασικό μισθό.
Επεκτείνεται η ψηφιακή κάρτα εργασίας
Η ψηφιακή κάρτα εργασίας επεκτείνεται σε ακόμα πέντε κλάδους, με την περίμετρο των εργαζόμενων που προστατεύονται από δυνητικές εργοδοτικές αυθαιρεσίες να διευρύνεται στα 2,3 εκατομμύρια.
Η ανεργία έχει υποχωρήσει και σταθεροποιείται σε προ κρίσης επίπεδα (μετρήθηκε στο 7,7% τον Ιανουάριο), με μεγάλη βελτίωση στους επιμέρους δείκτες της ανεργίας των νέων και των γυναικών, όπου ειδικά την περίοδο της οικονομικής κρίσης η χώρα μας βρέθηκε πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό οφείλεται στη δημιουργία περισσότερων από 563.000 θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μεταξύ 2019 και 2025, με την πλήρη απασχόληση να αγγίζει πλέον το 80%.
Ο στρατηγικός σχεδιασμός της κυβέρνησης θα προσαρμόζεται στις συνθήκες, λένε συνεργάτες του πρωθυπουργού και θυμίζουν τη φράση του πρωθυπουργού «Κρατάμε εφεδρείες αν η παγκόσμια οικονομική κατάσταση επιδεινωθεί σημαντικά».


















