--°C Athens

Ο άνθρωπος που έπεισε τον Ντόναλντ Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν – Οι συνομιλίες στο γήπεδο γκολφ και το παρασκήνιο της απόφασης

Ο άνθρωπος που έπεισε τον Ντόναλντ Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν – Οι συνομιλίες στο γήπεδο γκολφ και το παρασκήνιο της απόφασης

Η προσπάθεια του γερουσιαστή από τη Νότια Καρολίνα, Λίντσεϊ Γκράχαμ, να πείσει τον Ντόναλντ Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν ξεκίνησε, χωρίς να εκπλήξει όσους γνωρίζουν τη σχέση μεταξύ των δύο ανδρών, στο γήπεδο γκολφ.

Μετά τις εκλογές του 2024, οι δύο άνδρες βρέθηκαν στο γήπεδο για να συζητήσουν την ατζέντα της δεύτερης θητείας του επανεκλεγμένου προέδρου, με τον Λίντσεϊ Γκράχαμ να έχει πολλές συμβουλές. Σε εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε την Τρίτη στο γραφείο του στο Καπιτώλιο, ο γερουσιαστής θυμήθηκε ότι προέτρεψε τον Ντόναλντ Τραμπ να «blow some shit up» (να ανατινάξει κάτι), για να αντιμετωπιστεί το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Παράλληλα, μίλησε για την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αμφισβητώντας τα νομικά θεμέλια της κυριαρχίας τους στην αγορά, ενώ συμβούλευσε τον πρόεδρο να επεκτείνει τις συμφωνίες που είχε διαπραγματευτεί μεταξύ του Ισραήλ και συμμάχων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η τελευταία αυτή στρατηγική προϋπέθετε την αντιμετώπιση του βασικού παράγοντα αστάθειας στην περιοχή. «Σκεφτόμασταν από πολύ νωρίς ότι το Ιράν λειτουργεί ως εμπόδιο για την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ και για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή», δήλωσε. «Του είπα πριν αναλάβει τα καθήκοντά του… “αν μπορέσεις να καταρρεύσεις αυτό το τρομοκρατικό καθεστώς, αυτό θα είναι κάτι σαν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου“», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η συζήτηση αυτή αποτέλεσε την αρχή μιας συνεχούς επικοινωνίας που διήρκεσε μήνες, κορυφώθηκε με έντονο παρασκηνιακό λόμπινγκ «τις τελευταίες εβδομάδες», όπως ανέφερε ο ίδιος και περιλάμβανε επίσης συνομιλία για το Ιράν κατά τη διάρκεια συνάντησης στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη. Η συνάντηση ολοκληρώθηκε λιγότερο από 48 ώρες πριν από την έναρξη της μεγάλης κοινής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ, η οποία στόχευσε τα πυραυλικά και πυρηνικά προγράμματα του Ιράν, καθώς και πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες και άλλους κρίσιμους στόχους.

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε πόλεμο αποτέλεσε ένδειξη ότι οι «σκληρές» φωνές που στο παρελθόν είχε δημοσίως απορρίψει, με πιο έντονη εκείνη του Λίντσεϊ Γκράχαμ, κυριάρχησαν στις αποφάσεις της δεύτερης θητείας του. Για τον βετεράνο Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε επίσης μια στιγμή δικαίωσης, καθώς επί δεκαετίες πίεζε διαδοχικές κυβερνήσεις να αναλάβουν στρατιωτική δράση κατά του Ιράν χωρίς επιτυχία μέχρι σήμερα.

Ωστόσο, όπως ανέφερε ο ίδιος, η έκβαση δεν ήταν δεδομένη. Ο Λίντσεϊ Γκράχαμ μίλησε για μια «πραγματική μάχη» εντός της κυβέρνησης σχετικά με το αν ο πρόεδρος έπρεπε να προχωρήσει σε στρατιωτική δράση για να τερματίσει μια γεωπολιτική αντιπαράθεση που διαρκεί 47 χρόνια. Άλλο πρόσωπο με γνώση των εσωτερικών συζητήσεων δήλωσε ότι μέσα στην κυβέρνηση ελάχιστοι υποστήριζαν ανοιχτά την ιδέα επίθεσης στο Ιράν, με εξαίρεση τον πρέσβη των ΗΠΑ στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι. Έτσι, ο Γκράχαμ βρέθηκε μεταξύ εκείνων που πίεζαν έντονα τόσο εκτός όσο και εντός του πολιτικού συστήματος.

Δημόσια, ο γερουσιαστής αξιοποίησε συχνές εμφανίσεις σε τηλεοπτικά δίκτυα και δηλώσεις στους διαδρόμους του Καπιτωλίου για να αναδείξει την απειλή που, όπως υποστήριζε, αποτελούν τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα του Ιράν, ακόμα και μετά το χτύπημα του Ιουνίου που είχε διατάξει ο Τραμπ εναντίον των πιο ευαίσθητων πυρηνικών εγκαταστάσεων της χώρας. Παράλληλα, μέσα από τηλεοπτικές εμφανίσεις, το μέσο που προτιμά ο πρόεδρος, τον επαινούσε συχνά, αποκαλώντας τον «Reagan Plus» λόγω του μεγάλου αντίκτυπου των ενεργειών του.

Σε ιδιωτικές συνομιλίες, ο Λίντσεϊ Γκράχαμ προσπάθησε να αξιοποιήσει την προτίμηση του Ντόναλντ Τραμπ για αποφασιστικές και ριψοκίνδυνες ενέργειες, αλλά και την αυξανόμενη ανησυχία του προέδρου για την υστεροφημία του, καθώς βρίσκεται στη δεύτερη και τελευταία θητεία του. «Υπήρχε πραγματική μάχη για να μην γίνει», είπε ο γερουσιαστής. «Να το κάνει μόνο του το Ισραήλ ή να μην γίνει σχεδόν τίποτα. Του λέγαμε: “Κύριε Πρόεδρε, θέλετε να αφήσετε το αποτύπωμά σας σε αυτό. Θέλετε να ξέρουν ότι η Αμερική θα πολεμήσει”», ανέφερε.

Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο την Τρίτη.

Ο Λίντσεϊ Γκράχαμ δήλωσε ότι η επιτυχής σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο έβαλε τον Ντόναλντ Τραμπ «στη νοοτροπία να προχωρήσει μέχρι τέλους». Ωστόσο, ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος ότι θα υπάρξει στρατιωτική δράση μέχρι τα τέλη του περασμένου μήνα, όταν ο πρόεδρος έστειλε δεύτερο αεροπλανοφόρο κοντά στην περιοχή.

Οι επιθέσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από Δημοκρατικούς, βασικούς Ευρωπαίους και μεσανατολικούς συμμάχους, αλλά και από ορισμένα μέλη του ίδιου του κόμματος του Τραμπ, τα οποία αμφισβήτησαν τη λογική της ευρείας επιχείρησης και το ποια θα είναι η τελική της κατάληξη. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αμερικανική κοινή γνώμη παραμένει επιφυλακτική απέναντι στο ενδεχόμενο μιας ακόμη «ατέρμονης σύγκρουσης», μετά τις εμπειρίες του Ιράκ και του Αφγανιστάν.

Καθώς υπερασπίζεται τον πρόεδρο τόσο δημόσια όσο και σε ιδιωτικές επαφές με συμμάχους στη Μέση Ανατολή, ο Λίντσεϊ Γκράχαμ προσπαθεί να τονίσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιδιώκουν να ανοικοδομήσουν το Ιράν. Όπως δήλωσε, η μελλοντική πορεία της χώρας θα καθοριστεί από τον ίδιο τον ιρανικό λαό.

«Αν θέλουν να ανασυστήσουν τη χώρα τους για να φτιάξουν περισσότερα πυρηνικά όπλα και περισσότερους πυραύλους για να μας χτυπήσουν, θα αντιμετωπίσουμε τους νέους ανθρώπους όπως αντιμετωπίσαμε τους παλιούς», δήλωσε και συμπλήρωσε: «Δεν το πιστεύω όμως. Νομίζω ότι θα βρουν έναν τρόπο να γίνουν μια διαφορετική χώρα».

Στη συνέχεια απέρριψε τον γνωστό «κανόνα του Pottery Barn» που είχε διατυπώσει ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, πριν από τον πόλεμο στο Ιράκ πριν από περισσότερα από 20 χρόνια. «“Το σπας, σου ανήκει”. Αυτό μπορεί να ισχύει για ένα κατάστημα μεταχειρισμένων, αλλά δεν ισχύει για την εξωτερική πολιτική», είπε. «Αν υπάρχει απειλή, σπάσ’ την».

Παρά ταύτα, η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε ερωτήματα ακόμα και από ορισμένους υποστηρικτές του, οι οποίοι θεωρούν ότι απέχει από την προσέγγιση «America First» που προωθεί. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2024, ο πρόεδρος και κορυφαίοι σύμβουλοί του είχαν υποσχεθεί ότι η δεύτερη κυβέρνησή του δεν θα εμπλακεί σε νέες διεθνείς συγκρούσεις, ενώ στην ομιλία της ορκωμοσίας του το 2025 είχε δηλώσει ότι η επιτυχία της κυβέρνησής του θα κρινόταν εν μέρει από «τους πολέμους στους οποίους δεν θα εμπλακούμε ποτέ».

Πολλές από αυτές τις δηλώσεις επανεμφανίστηκαν στο διαδίκτυο μετά τα πλήγματα του Σαββατοκύριακου, ωστόσο ο Τραμπ φαίνεται πλέον να υιοθετεί τη γραμμή παρέμβασης που υποστηρίζει ο Λίντσεϊ Γκράχαμ. Ο γερουσιαστής δήλωσε ότι δεν ανησυχεί πως ο πρόεδρος θα υποχωρήσει απέναντι στην κριτική και ότι είναι «αποφασισμένος να νικήσει».

«Είναι δύσκολο να τον πείσεις, αλλά όταν τον πείσεις, είναι πλήρως αφοσιωμένος», δήλωσε ο Γκράχαμ, προσθέτοντας ότι «το America First δεν σημαίνει “βάζω το κεφάλι στην άμμο“».

Οι επιθέσεις πυροδότησαν επίσης διακομματική πρωτοβουλία στο Κογκρέσο για να εμποδιστεί ο πρόεδρος να αναλάβει περαιτέρω στρατιωτική δράση χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Η προσπάθεια αναμένεται να αποτύχει, αλλά προκάλεσε έντονη συζήτηση κατά τη διάρκεια κλειστής συνεδρίασης των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών την Τρίτη, με τον Λίντσεϊ Γκράχαμ να βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.

Σύμφωνα με δύο άτομα που γνωρίζουν το περιεχόμενο της συζήτησης και τα οποία επικαλείται το Politico, ο γερουσιαστής αντέδρασε όταν ο Τοντ Γιανγκ από την Ιντιάνα επέκρινε την έλλειψη διαβούλευσης με το Κογκρέσο και το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί ηγέτες δεν πραγματοποίησαν ακροάσεις για το θέμα.

Αν και η υποστήριξη του Λίντσεϊ Γκράχαμ σε επιθετικές στρατιωτικές ενέργειες δεν αποτελεί κάτι νέο, η πλήρης υιοθέτησή της από τον Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί σημαντική αλλαγή. Πριν από μία δεκαετία θα ήταν αδιανόητο οι δύο άνδρες να συνεργάζονται για έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα την περίοδο που ο Γκράχαμ ήταν υποψήφιος για την προεδρία και επέκρινε έντονα τον τότε υποψήφιο Τραμπ για τις απομονωτικές του θέσεις.

Μάλιστα, μόλις το 2019 ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επικρίνει δημόσια τον Λίντσεϊ Γκράχαμ για το ιστορικό του στην υποστήριξη στρατιωτικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, όταν ο γερουσιαστής τον είχε καλέσει να αντιδράσει πιο δυναμικά μετά τον βομβαρδισμό εγκαταστάσεων πετρελαίου στη Σαουδική Αραβία από το Ιράν.

«Είναι πολύ εύκολο να επιτίθεσαι, αλλά, αν συναντήσετε τον Λίντσεϊ, ρωτήστε τον πώς πήγε η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή και πώς πήγε η εισβολή στο Ιράκ», είχε δηλώσει τότε ο Τραμπ.

Ο Λίντσεϊ Γκράχαμ δήλωσε ότι ένας από τους κανόνες του είναι να μην «βγάζεις τον εαυτό σου εκτός παιχνιδιού» λόγω παλαιότερων διαφωνιών και ότι αυτή η στάση οδήγησε σε μια σχέση εμπιστοσύνης με έναν πρόεδρο δύο θητειών. «Αν μου έλεγαν το 2016 ότι θα κατέληγα να είμαι ένας από τους καλύτερους φίλους του, στενός σύμβουλός του και ότι θα τον θαυμάζω ως αρχιστράτηγο, δεν θα το πίστευα», είπε, προσθέτοντας ότι «ο πρόεδρος βλέπει σε εμένα κάποιον που μπορεί να φέρει αποτέλεσμα».

Πρόσωπο κοντά στον Λευκό Οίκο, που μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, ανέφερε ότι, αν κάποιος άσκησε δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στην απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν, αυτός ήταν ο Λίντσεϊ Γκράχαμ. Ο Ραντ Πολ από το Κεντάκι, ο οποίος υποστηρίζει μια πιο περιορισμένη εξωτερική πολιτική, έκανε παρόμοια παρατήρηση σχετικά με την επιρροή του Γκράχαμ στη στρατηγική του Τραμπ απέναντι στη Βενεζουέλα, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους ότι ο Ρεπουμπλικανός συνάδελφός του θα έπρεπε να «απαγορευτεί να πηγαίνει στον Λευκό Οίκο».

«Αυτό ήταν σαρκασμός», διευκρίνισε στη συνέχεια.

Άλλες φωνές από τη φιλελεύθερη πτέρυγα του κόμματος ήταν πιο αιχμηρές. Ο Νταγκ Στάφορντ, επικεφαλής πολιτικός σύμβουλος του Ραντ Πολ, χαρακτήρισε τον Γκράχαμ «ανόητο πολεμοχαρή». Ο βουλευτής Τιμ Μπέρτσετ από το Τενεσί δήλωσε επίσης σε δημοσιογράφους μετά από κλειστή ενημέρωση για το Ιράν ότι «ο Λίντσεϊ Γκράχαμ δεν έχει δει καβγά που να μην θέλει να τον μετατρέψει σε βομβαρδισμό».

Την ίδια ώρα, ο Λίντσεϊ Γκράχαμ στρέφει το βλέμμα στο μέλλον, καθώς συνεχίζει τις παρασκηνιακές επαφές με τον Ντόναλντ Τραμπ και συμμάχους στη Μέση Ανατολή. Στόχος του είναι να δημιουργήσει μια διακομματική συμμαχία στη Γερουσία για να ολοκληρώσει το σχέδιο που, όπως είπε, συζήτησε με τον πρόεδρο στο γήπεδο γκολφ: την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών μέσω μιας συνθήκης που θα επικυρωθεί από τη Γερουσία.

Παράλληλα, διατηρεί στενό συντονισμό με τον πρόεδρο. Οι δύο άνδρες μίλησαν τηλεφωνικά το πρωί της Τρίτης, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να παρακολουθεί προσεκτικά τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του γερουσιαστή, στις οποίες δηλώνει ότι το «μητρικό πλοίο της τρομοκρατίας βυθίζεται» και ότι «ο καπετάνιος είναι νεκρός».

«Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε… “Μου αρέσει αυτό, συνέχισε να εμφανίζεσαι στην τηλεόραση“», ανέφερε ο Γκράχαμ. «Κάτι μου λέει ότι θα το κάνω».

Διαβάστε Σχετικά