Οι εξελίξεις τρέχουν και στο Ουκρανικό και η συμφωνία για παράταση της εκεχειρίας στη Μέση Ανατολή επηρεάζει και αυτό το μέτωπο. Οι πληροφορίες λένε ότι διεξάγονται εσωτερικές συζητήσεις στο Κρεμλίνο σχετικά με το αν η Ρωσία θα πρέπει να προχωρήσει σε έναν ακόμη γύρο υποχρεωτικής επιστράτευσης εφέδρων. Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία λαμβάνει εσωτερικές ρωσικές πληροφορίες σχετικά με προετοιμασίες για επιπλέον κινητοποίηση στη Ρωσία, με στόχο την αντιστάθμιση των υψηλών απωλειών στην Ουκρανία και την αύξηση της ρωσικής δύναμης στην Ουκρανία κατά «δεκάδες χιλιάδες» στρατιωτικού προσωπικού. Ο Ζελένσκι σημείωσε ότι η Ουκρανία έλαβε επίσης πληροφορίες για περαιτέρω εντατικοποίηση των ρωσικών «προσπαθειών κινητοποίησης», αν και δεν είναι σαφές αν αναφέρεται στις συνεχιζόμενες εθελοντικές στρατολογήσεις και τις συγκαλυμμένες μορφές κινητοποίησης ή στις προσπάθειες καταγραφής και επεξεργασίας Ρώσων εφέδρων.
Ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντίμιρ Πούτιν, φαίνεται, ωστόσο, να παραμένει προσηλωμένος προς το παρόν στη συνεχιζόμενη εκστρατεία στρατολόγησης με συμβόλαια. Ο Πούτιν υπέγραψε διάταγμα στις 25 Μαΐου που προβλέπει διαγραφή χρεών έως και 10 εκατομμυρίων ρουβλίων για νέους στρατολογημένους και τις συζύγους τους, εφόσον υπέγραψαν συμβόλαιο διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους με το ρωσικό Υπουργείο Άμυνας μετά την 1η Μαΐου. Το Κρεμλίνο φαίνεται να συνεχίζει να θεωρεί ως βασικό του πλεονέκτημα απέναντι στην Ουκρανία την αριθμητική υπεροχή, όμως η τακτική υπεροχή της Ουκρανίας στα drones σε όλο το μέτωπο και οι επιχειρήσεις πλήγματος μέσης εμβέλειας έχουν προς το παρόν εξουδετερώσει αυτό το πλεονέκτημα, προκαλώντας δυσανάλογα υψηλές απώλειες προσωπικού και εξοπλισμού στις ρωσικές δυνάμεις.
Αμερικανοί αναλυτές θεωρούν ότι η Ρωσία έχει βαλτώσει στο ουκρανικό πεδίο μάχης και εξαπολύει μαζικά πλήγματα κατά του Κιέβου. Ο αυξανόμενος φόβος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν θα επιχειρήσει στη συνέχεια να αναδιαμορφώσει τα δεδομένα, επεκτείνοντας τη σύγκρουση στην Ευρώπη.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η Ρωσία έχει προχωρήσει σε ολοένα και πιο πολεμοχαρείς δηλώσεις κατά των κρατών της Βαλτικής. Έχει απειλήσει να βομβαρδίσει «κέντρα λήψης αποφάσεων» στη Λετονία, αφού κατηγόρησε τη χώρα ότι φιλοξενεί Ουκρανούς χειριστές drones — έναν ισχυρισμό που οι λετονικές αρχές διέψευσαν. Στη Λιθουανία, ήχησαν σειρήνες αεροπορικής επιδρομής την περασμένη εβδομάδα, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να καταφύγει σε καταφύγιο, όταν ύποπτα ρωσικά drones πλησίασαν τον εναέριο χώρο της από τη Λευκορωσία.
Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας δημοσίευσε επίσης τις διευθύνσεις εταιρειών που φέρονται να συνεργάζονται με την Ουκρανία στην παραγωγή drones σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, προειδοποιώντας για «απρόβλεπτες συνέπειες» και «οξεία κλιμάκωση» εάν δεν σταματήσει η στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο. Αν και οι φόβοι ότι η Ρωσία θα μπορούσε να επεκτείνει τη σύγκρουση στην Ευρώπη δεν είναι καινούργιοι, οι πρόσφατες εξελίξεις τους έχουν καταστήσει πιο επείγοντες. Αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εθνικής ασφάλειας έχουν προειδοποιήσει ότι η Ρωσία θα μπορούσε να επιχειρήσει να δοκιμάσει τη συνοχή του ΝΑΤΟ, στοχοποιώντας μία από τις χώρες της Βαλτικής, σουηδικά και δανικά νησιά στη Βαλτική Θάλασσα ή εδάφη της συμμαχίας στην Αρκτική. «Το περιβάλλον ασφαλείας στην Ευρώπη έχει επιδεινωθεί κατά τους τελευταίους 24 μήνες και βλέπουμε μεγαλύτερη διάθεση από τη ρωσική πλευρά να αναλαμβάνει αυξημένους επιχειρησιακούς κινδύνους στις υβριδικές επιχειρήσεις της, φτάνοντας ακόμη και σε κινητικά στοιχεία», δήλωσε σε συνέντευξη ο Σουηδός υπουργός Άμυνας, Παλ Γιόνσον. «Γνωρίζουμε ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στην ενίσχυση της ικανότητάς μας να αποτρέπουμε και να αμυνόμαστε απέναντι στους Ρώσους».
Όμως τα δεδομένα μπορεί να αλλάξουν. Διότι μέχρι σήμερα, το να μιλά κανείς με τον Βλαντίμιρ Πούτιν δεν θεωρούνταν απλώς άχρηστο. Σε πολλούς κύκλους των Βρυξελλών είχε καταλήξει να θεωρείται σχεδόν μορφή πολιτικής προδοσίας απέναντι στην Ουκρανία. Τώρα όμως με τις παγκόσμιες εξελίξεις να κινούνται πάνω σε τεκτονικές πλάκες είναι πολύ πιθανό διαβουλεύσεις για το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία να ξεκινήσουν όχι ακόμη με συντονισμένο τρόπο, αλλά με ολοένα και πιο εμφανή μορφή. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να διατηρεί επαφές με τη Μόσχα, αλλά πότε, πώς και υπό ποιες προϋποθέσεις θα το κάνει ξανά. Αυτό που μόλις πριν από έναν χρόνο αποτελούσε πολιτικό ταμπού, σήμερα συζητείται ήδη σε υπουργικές συναντήσεις, υπουργεία Εξωτερικών και γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και κυρίως στο Λευκό Οίκο.














