Σοκ έχει προκαλέσει στη Βρετανία ο θάνατος του Τζέισον Άρντεϊ, του πρώην καθηγητή Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Μπάτερσι, στο νότιο Λονδίνο, σε ηλικία μόλις 41 ετών.
Ο Άρντεϊ είχε παραιτηθεί από τη θέση του στο Κέιμπριτζ στις 5 Αυγούστου, έπειτα από εβδομάδες έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης γύρω από καταγγελίες για λογοκλοπή στη διδακτορική του διατριβή, αλλά και για στοιχεία της ακαδημαϊκής και προσωπικής του διαδρομής.
Η βρετανική αστυνομία έχει αναφέρει ότι ο θάνατός του θεωρείται απροσδόκητος, αλλά όχι ύποπτος.
Ο θάνατός του προκάλεσε σειρά αντιδράσεων από πολιτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους, ενώ η οικογένειά του κάνει λόγο για μια πολυετή εκστρατεία παρενόχλησης και παραπληροφόρησης που είχε σοβαρές επιπτώσεις στον ίδιο.
«Τραγωδία σε τόσα επίπεδα»
Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, χαρακτήρισε τον θάνατο του Άρντεϊ «τραγωδία» και κάλεσε να μην υπάρξουν βιαστικές κρίσεις για την υπόθεση.
«Δεν είναι η ώρα για βιαστικές κρίσεις. Είναι μάλλον η στιγμή για αναστοχασμό, για να καταλάβουμε πώς φθάσαμε εδώ», δήλωσε.
Ο δήμαρχος του Λονδίνου, Σαντίκ Καν, υποστήριξε από την πλευρά του ότι ο Άρντεϊ βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν «ύπουλο δημόσιο εξευτελισμό», τον οποίο, όπως ανέφερε, πιθανότατα δεν θα είχαν αντιμετωπίσει άλλοι άνθρωποι που θα βρίσκονταν στην ίδια θέση.
Η οικογένεια καταγγέλλει «εκστρατεία διαρκούς παρενόχλησης»
Η οικογένεια του 41χρονου καθηγητή υποστηρίζει ότι ο Άρντεϊ υπήρξε στόχος μιας διαρκούς εκστρατείας εναντίον του μετά την ανάληψη της θέσης του στο Κέιμπριτζ.
Σε ανακοίνωση που δημοσιοποιήθηκε μέσω του εκδοτικού οίκου Simon & Schuster, η οικογένεια ανέφερε ότι «ο Τζέισον υπήρξε στόχος μίας εκστρατείας διαρκούς παρενόχλησης επί τρία χρόνια αφού αποδέχθηκε τη θέση του καθηγητή».
Όπως υποστήριξε, η εκστρατεία παραπληροφόρησης ήταν «αβάσταχτη» για τον ίδιο, περιγράφοντάς τον ως έναν «τρυφερό άνθρωπο» που επιθυμούσε το καλό των άλλων.
Οι κατηγορίες για λογοκλοπή και η παραίτηση
Ο Άρντεϊ είχε γίνει το 2023 ο νεότερος μαύρος καθηγητής στην ιστορία του Κέιμπριτζ, γεγονός που τον είχε καταστήσει ιδιαίτερα γνωστό στη Βρετανία.
Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, άρχισαν να διατυπώνονται σοβαρές αμφιβολίες για ορισμένες από τις ακαδημαϊκές εργασίες του, αλλά και για ισχυρισμούς σχετικά με την προσωπική του διαδρομή.
Οι κατηγορίες για λογοκλοπή στη διδακτορική του διατριβή είχαν διατυπωθεί από τον Αμερικανό ερευνητή Νέιθαν Κόφνας. Ο ίδιος ο Άρντεϊ τις είχε αρνηθεί. Προγενέστερη έρευνα του Liverpool John Moores University δεν είχε καταλήξει σε διαπίστωση λογοκλοπής, ενώ μετά τις νέες καταγγελίες το Κέιμπριτζ ξεκίνησε εκ νέου διαδικασία εξέτασης των στοιχείων που αφορούσαν το ακαδημαϊκό του έργο και την πρόσληψή του.
Λίγο πριν από την παραίτησή του, ο Άρντεϊ είχε δηλώσει ότι είχε κάνει «λάθη» σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά αρνείτο κατηγορηματικά ότι ήταν «ψεύτης, μυθομανής και λογοκλόπος».
Παράλληλα, δημοσιεύματα είχαν θέσει υπό αμφισβήτηση και άλλους ισχυρισμούς του, μεταξύ αυτών την αναφορά ότι είχε τρέξει 30 μαραθωνίους σε 35 ημέρες για φιλανθρωπικό σκοπό.
«Οι προσωπικές επιθέσεις ήταν τεράστιων διαστάσεων»
Ιδιαίτερα φορτισμένες ήταν οι δηλώσεις ανθρώπων από το περιβάλλον του.
Ο καθηγητής του Κέιμπριτζ Simon Baron-Cohen, φίλος του Άρντεϊ, ανέφερε ότι ο 41χρονος ήταν βαθιά καταρρακωμένος μετά την παραίτησή του και είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τεράστια πίεση από τη δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεσή του.
Ο Baron-Cohen είχε μάλιστα προειδοποιήσει δημόσια πριν από τον θάνατό του για την ένταση της επίθεσης που δεχόταν, ενώ μετά την είδηση του θανάτου του μίλησε για το τεράστιο προσωπικό κόστος της υπόθεσης.
Ο καθηγητής Kehinde Andrews, επίσης φίλος του Άρντεϊ, δήλωσε στο BBC ότι μετά την παραίτησή του ήταν «καταρρακωμένος» και υποστήριξε ότι η υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσει σε ευρύτερη συζήτηση για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι μαύροι πανεπιστημιακοί στη Βρετανία.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση έχει ανοίξει μεγάλη συζήτηση στη χώρα για τα όρια της δημοσιογραφικής έρευνας, την ευθύνη των πανεπιστημίων κατά την επιλογή καθηγητών και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ακαδημαϊκοί που βρίσκονται στο επίκεντρο δημόσιας αντιπαράθεσης.
















