Η Ουάσινγκτον μιλά ήδη σαν να έχει «τελειώσει» με το Ιράν, αλλά στην πράξη βρίσκεται μπροστά σε έναν αντίπαλο που έχει προετοιμαστεί επί δεκαετίες για ακριβώς αυτόν τον πόλεμο. Ο Ντόναλντ Τραμπ διακηρύσσει σε κομματικά ακροατήρια ότι «έχουμε χτυπήσει άγρια το Ιράν» και ότι η Τεχεράνη «δεν έχει τίποτα πια», όμως στο έδαφος η Ισλαμική Δημοκρατία αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική από όσο θέλει να πιστεύει ο Λευκός Οίκος. Για την ιρανική ηγεσία, ο στόχος δεν είναι να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ, αλλά να επιβιώσει· αν αντέξει, κερδίζει.
Η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ από κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές άνοιξε τον δρόμο για την άνοδο του γιου του, Μοτζταμπά, σε μια διαδικασία που περισσότερο εδραίωσε το καθεστώς παρά το αποσταθεροποίησε.
Ο Τραμπ επιχείρησε να παρέμβει δημόσια, χαρακτηρίζοντας την επιλογή Μοτζταμπά «απαράδεκτη» για τις ΗΠΑ και απαιτώντας από τους Φρουρούς της Επανάστασης να του δώσουν έμμεσο βέτο, αλλά στην ιρανική πολιτική κουλτούρα αυτό λειτούργησε ως σφραγίδα νομιμοποίησης από τον «Μεγάλο Σατανά». Αντί για αλλαγή, η Δύση βλέπει σήμερα ένα Ιράν ακόμη πιο σκληρό, με στενότερη διαπλοκή ανάμεσα στη θρησκευτική ηγεσία, τους Φρουρούς της Επανάστασης και τα τεράστια οικονομικά δίκτυα που διασφαλίζουν τη συνοχή του καθεστώτος.
Τραμπ, Ιράν και ο πόλεμος φθοράς
Ο νέος ανώτατος ηγέτης, κληρικός και σκληροπυρηνικός, διαθέτει βαθιές σχέσεις με τους Φρουρούς της Επανάστασης και έχει ήδη χτίσει μια τεράστια περιουσία μέσω ενός παγκόσμιου χαρτοφυλακίου ακινήτων, αξιοποιώντας τις «μαύρες τρύπες» της οικονομικής αυτοκρατορίας του καθεστώτος. Αυτό σημαίνει ότι ο κρίσιμος τριγωνικός άξονας ιδεολογίας, στρατιωτικής ισχύος και χρηματοοικονομικού ελέγχου παραμένει άθικτος, καθιστώντας απίθανη μια κατάρρευση εκ των έσω, όσο σφοδρά κι αν είναι τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα. Αντί για τη «μεγάλη ρωγμή» που ευαγγελίζονταν ορισμένοι στη Δύση, η μετάβαση μοιάζει περισσότερο με κλείδωμα της πορείας του Ιράν σε μια ακόμη πιο συγκρουσιακή τροχιά.
Για τον Τραμπ, ο πόλεμος φαίνεται να είναι ένα παιχνίδι καθαρής ισχύος: περισσότερα βομβαρδιστικά, μεγαλύτερη φωτιά, υψηλότερο κόστος για τον αντίπαλο. Ωστόσο, η Τεχεράνη παίζει σε άλλο ταμπλό, επενδύοντας στην ασυμμετρία, από πυραύλους και drones μέχρι σμήνη ταχύπλοων και δικτυωμένα παραστρατιωτικά δίκτυα. Στόχος δεν είναι η μετωπική σύγκρουση με τις ΗΠΑ, αλλά η σταδιακή φθορά των συμμάχων τους στον Κόλπο, των παγκόσμιων αγορών και της πολιτικής αντοχής της ίδιας της προεδρίας Τραμπ.
Τραμπ, Ιράν και η οικονομία όμηρος
Η ιρανική στρατηγική αποδίδει ήδη: ο πόλεμος έχει εκτινάξει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, δημιουργώντας ένα «σοκ» στις αγορές που θυμίζει τις πρώτες ημέρες της πανδημίας. Η αστάθεια δεν περιορίζεται στην ενέργεια, αλλά απλώνεται σε μετοχές, ομόλογα και πιστωτικές αγορές, την ώρα που οι επενδυτές προσπαθούν να κοστολογήσουν έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, το ερώτημα είναι απλό αλλά αμείλικτο: μπορεί να αντέξει για μήνες την πολιτική φθορά που συνεπάγονται ακριβή βενζίνη, πληθωριστικές πιέσεις και εξαγριωμένοι σύμμαχοι στον Κόλπο, των οποίων οι ενεργειακές και τουριστικές υποδομές γίνονται στόχος ιρανικών drones;
Την ίδια στιγμή, η Ουάσινγκτον βλέπει τα αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών να φθείρονται, περιορίζοντας δυνητικά τις επιλογές των ΗΠΑ σε άλλα μέτωπα για χρόνια. Ο Τραμπ, που κάποτε ισχυριζόταν ότι η Ουκρανία «δεν έχει χαρτιά να παίξει» απέναντι στη Ρωσία, αναγκάζεται τώρα να ζητά από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να βοηθήσει στην κατάρριψη ιρανικών drones στον Περσικό, σε μια ειρωνική αντιστροφή ρόλων. Ο πρόεδρος που πίστευε ότι η ακατέργαστη ισχύς αρκεί για να κάμψει κάθε αντίπαλο, βρίσκεται μπροστά σε ένα Ιράν που έχει χτίσει τη στρατηγική του ακριβώς πάνω στην ιδέα ότι ο πιο αδύναμος μπορεί να κερδίσει, αρκεί να αντέξει περισσότερο.
Τραμπ, Ιράν και το σενάριο «για πάντα πόλεμος»
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η υπερεκτίμηση της επιθετικής ισχύος και η υποτίμηση της αντοχής του αντιπάλου είναι συνταγή για αδιέξοδο, από το Βιετνάμ και το Αφγανιστάν μέχρι το Ιράκ. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σήμερα στο Ιράν: όπως η Χαμάς επιβιώνει παρά τη συντριπτική ισχύ του Ισραήλ και όπως η Ουκρανία αντιστάθηκε για χρόνια στη Ρωσία, έτσι και η Τεχεράνη στοιχηματίζει ότι μπορεί να παραμείνει όρθια μέχρι να κάμψει την πολιτική βούληση της Ουάσινγκτον. Με τον νέο ανώτατο ηγέτη να ενσαρκώνει τη συνέχεια του σκληρού πυρήνα του καθεστώτος, η προοπτική μιας γρήγορης «καθαρής νίκης» για τον Τραμπ μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή φαντασίωση παρά με ρεαλιστικό σενάριο, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος στέλνει αντιφατικά μηνύματα: από τη μια μιλά για «σχέδιο» και υπονοεί ότι το τέλος του πολέμου πλησιάζει, από την άλλη διακηρύσσει ότι οι ΗΠΑ δεν θα σταματήσουν «μέχρι ο εχθρός να ηττηθεί πλήρως και αποφασιστικά». Αν όντως εννοεί το δεύτερο, τότε θα χρειαστεί όχι μόνο να «γνωρίσει τον εχθρό του» αλλά και να αποδεχθεί ότι ο πραγματικός πόλεμος δεν θα κριθεί στα ραντάρ και στα briefing του Πενταγώνου, αλλά στην αντοχή των κοινωνιών και των αγορών, δικών του και των συμμάχων του. Αν όχι, το μόνο που μένει είναι μια ελεγχόμενη «έξοδος» με επικοινωνιακό μανδύα νίκης – κι ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή που τελειώνει χωρίς πραγματικά να έχει λυθεί τίποτα.














