Η πληροφορία ότι η Τουρκία ετοιμάζεται να καταθέσει νομοσχέδιο στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση για την κατοχύρωση θαλάσσιων δικαιοδοσιών σε αμφισβητούμενες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία επικοινωνιακή έξαρση της Άγκυρας. Δεν είναι, από μόνη της, προαναγγελία θερμού επεισοδίου. Δεν παράγει, επίσης, διεθνές δίκαιο εις βάρος της Ελλάδας. Είναι όμως μια κίνηση που, αν επιβεβαιωθεί, μπορεί να σηματοδοτήσει την επόμενη φάση της τουρκικής στρατηγικής: τη μεταφορά της «Γαλάζιας Πατρίδας» από το επίπεδο του δόγματος και των χαρτών στο επίπεδο εσωτερικής νομοθεσίας, διοικητικής πράξης και μελλοντικής διπλωματικής πίεσης.
Το Bloomberg μετέδωσε ότι η Τουρκία προετοιμάζει νομοσχέδιο για να δηλώσει θαλάσσια δικαιοδοσία σε περιοχές του Αιγαίου και της Μεσογείου όπου υπάρχουν διαφωνίες, με φόντο υφιστάμενα ή πιθανά κοιτάσματα φυσικού αερίου. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, η κίνηση περιγράφεται από πηγές ως «πρώτο βήμα» για να στερεώσει η Άγκυρα τις αξιώσεις της και να δηλώσει επισήμως δικαιώματα σε πιθανούς ενεργειακούς πόρους.
Η είδηση δεν έμεινε σε τεχνοκρατικό επίπεδο. Στον τουρκικό Τύπο ντύθηκε αμέσως με τη γνωστή γλώσσα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Sözcü έγραψε για «κίνηση από την Άγκυρα που θα τρελάνει την Ελλάδα», υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο θα επιχειρήσει να κατοχυρώσει θαλάσσιες ζώνες και δικαιώματα σε φυσικό αέριο. Το Halk TV μίλησε για κίνηση «για Κύπρο και φυσικό αέριο που θα ταράξει την Ελλάδα», ενώ η Karar έκανε λόγο για «πόλεμο φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο».
Αυτή η γλώσσα δεν είναι ασήμαντη. Στην Τουρκία, η δημόσια συζήτηση γύρω από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν λειτουργεί μόνο ενημερωτικά. Λειτουργεί και προπαρασκευαστικά. Διαμορφώνει εσωτερικό ακροατήριο, παράγει πολιτική πίεση, θέτει πλαίσιο νομιμοποίησης και προετοιμάζει την κοινωνία για κινήσεις που αργότερα παρουσιάζονται ως «φυσική» συνέχεια μιας εθνικής στρατηγικής. Η Αθήνα, επομένως, οφείλει να διαβάσει την υπόθεση όχι μόνο ως πιθανό νομοσχέδιο, αλλά ως κομμάτι μιας ευρύτερης αλυσίδας.
Από το δόγμα στη νομοθέτηση
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι καινούργια έννοια. Αναπτύχθηκε ως τουρκική θαλάσσια γεωπολιτική αντίληψη, συνδεδεμένη με την προβολή ναυτικής ισχύος και τη διεύρυνση των τουρκικών αξιώσεων σε Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Στην ανάλυση του IFRI για τη «Mavi Vatan», το δόγμα παρουσιάζεται ως προϊόν στρατηγικής σκέψης που συνδέει την τουρκική ασφάλεια, την ενέργεια, τη ναυτική ισχύ και την αντίληψη ότι η Τουρκία απειλείται με αποκλεισμό από τη θάλασσα.
Η σημασία της πιθανής νομοθετικής κίνησης είναι ακριβώς εδώ: η Άγκυρα μπορεί να επιχειρεί να μετατρέψει ένα δόγμα σε εσωτερικό νομικό εργαλείο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργεί διεθνή νομιμότητα. Ένας τουρκικός νόμος δεν μπορεί να καταργήσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, ούτε να αφαιρέσει από τα ελληνικά νησιά δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο. Μπορεί όμως να αποκτήσει πρακτική χρησιμότητα για την Τουρκία.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για έκδοση αδειών ερευνών. Μπορεί να λειτουργήσει ως επιχείρημα σε διπλωματικές επιστολές. Μπορεί να γίνει αναφορά σε NAVTEX. Μπορεί να μπει σε τουρκικούς χάρτες, σε στρατιωτικό σχεδιασμό, σε ανακοινώσεις υπουργείων και σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Το σημαντικότερο: μπορεί να δεσμεύσει πολιτικά την ίδια την Τουρκία σε μια πιο σκληρή γραμμή, καθιστώντας δυσκολότερη κάθε μελλοντική υπαναχώρηση.
Αυτό είναι το πρώτο σημείο συναγερμού για την Ελλάδα. Όχι επειδή η Άγκυρα αποκτά δίκαιο εκεί όπου δεν έχει, αλλά επειδή επιχειρεί να δημιουργήσει κρατική συνέχεια γύρω από τις διεκδικήσεις της.
Το προηγούμενο του τουρκολιβυκού μνημονίου
Για να κατανοηθεί η πιθανή τουρκική μεθοδολογία, πρέπει να επιστρέψουμε στο 2019. Το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο ήταν ακριβώς μια κίνηση παραγωγής τετελεσμένου μέσω νομικοφανούς εργαλείου. Η Τουρκία και η τότε κυβέρνηση της Τρίπολης, του Φαγέζ αλ Σάρατζ, υπέγραψαν μνημόνιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών, αγνοώντας την επήρεια μεγάλων ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και το Καστελλόριζο. Το κείμενο του μνημονίου κατατέθηκε στα Ηνωμένα Έθνη και έκτοτε η Άγκυρα το χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς στη στρατηγική της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική πλευρά αντέδρασε τότε υποστηρίζοντας ότι Τουρκία και Λιβύη δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές που να επιτρέπουν τέτοια οριοθέτηση, καθώς παρεμβάλλονται ελληνικά νησιά με δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες. Σε ελληνική επιστολή προς τον ΟΗΕ τονίστηκε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας και αγνοεί το δικαίωμα των νησιών να παράγουν θαλάσσιες ζώνες.
Το κρίσιμο δίδαγμα είναι ότι η Τουρκία δεν χρειάζεται διεθνή αποδοχή για να αξιοποιήσει μια πράξη. Της αρκεί, σε πρώτη φάση, να τη χρησιμοποιεί ως πολιτικό, διπλωματικό και επιχειρησιακό εργαλείο. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν έγινε αποδεκτό από την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία ή ευρύτερα από κρίσιμους διεθνείς παίκτες ως έγκυρη βάση εις βάρος τρίτων. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει στην τουρκική φαρέτρα. Αυτό ακριβώς μπορεί να επιχειρηθεί και τώρα με ένα νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες.
Η Άγκυρα απαντά στην οργάνωση της ελληνικής πολιτικής
Η νέα τουρκική κινητικότητα δεν προκύπτει σε κενό. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει κινηθεί πιο συστηματικά σε ζητήματα θαλάσσιου χώρου. Έχει συμφωνία ΑΟΖ με την Ιταλία, μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο, προωθεί θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και έχει ανακοινώσει θαλάσσια πάρκα. Αυτές οι κινήσεις, ακόμη και όταν έχουν περιβαλλοντικό ή ευρωπαϊκό χαρακτήρα, διαβάζονται από την Τουρκία μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Τον Απρίλιο του 2025 η Ελλάδα υπέβαλε θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά και από ευρωπαϊκή πίεση για καθυστέρηση στην εκπλήρωση σχετικών υποχρεώσεων. Η Αθήνα τόνισε ότι ο σχεδιασμός αφορά την οργάνωση δραστηριοτήτων όπως αλιεία, τουρισμός, μεταφορές, προστασία περιβάλλοντος και ανανεώσιμες πηγές, όχι οριοθέτηση ΑΟΖ. Η Τουρκία αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι τμήματα του ελληνικού σχεδιασμού εισέρχονται σε περιοχές που θεωρεί αμφισβητούμενες.
Αργότερα, η Ελλάδα αντέδρασε σε τουρκικό θαλάσσιο χωροταξικό χάρτη, υποστηρίζοντας ότι επιχειρεί να εμφανίσει ως τουρκικής δικαιοδοσίας περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος, χωρίς νομική βάση. Το Reuters μετέδωσε ότι η Αθήνα διαμαρτυρήθηκε για τουρκικό θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο που, κατά την ελληνική θέση, διεκδικεί περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας.
Η Άγκυρα, από την πλευρά της, ανακοίνωσε ότι παρακολουθεί τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και ότι έχει γνωστοποιήσει τον δικό της σχεδιασμό στην UNESCO/IOC, ενώ υποστήριξε ότι οι ελληνικές κινήσεις δεν έχουν νομικά αποτελέσματα για την Τουρκία.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: βρισκόμαστε σε μια φάση όπου οι δύο πλευρές δεν αντιπαρατίθενται μόνο με φρεγάτες, υπερπτήσεις ή δηλώσεις. Αντιπαρατίθενται και με χάρτες, χωροταξικά σχέδια, περιβαλλοντικές ζώνες, αδειοδοτήσεις, επιστολές, καταθέσεις σε διεθνείς οργανισμούς και εσωτερικά νομοθετήματα. Η θάλασσα γίνεται πεδίο διοικητικής και νομικής χαρτογράφησης. Και σε αυτό το πεδίο η Τουρκία θέλει να μην αφήσει την Ελλάδα να δημιουργήσει εικόνα «κανονικότητας» χωρίς τουρκική αντίδραση.
Η εσωτερική τουρκική διάσταση
Η πιθανή κίνηση της Άγκυρας έχει και εσωτερική πολιτική λογική. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι σήμερα αποκλειστικά ερντογανικό αφήγημα. Έχει υιοθετηθεί, με διαφορετικές αποχρώσεις, από εθνικιστικούς, κεμαλικούς, στρατιωτικούς και ευρασιανιστικούς κύκλους. Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν δεν μπορεί εύκολα να εμφανιστεί ως ηγέτης που εγκαταλείπει ή αποδυναμώνει το δόγμα.
Η πίεση είναι διπλή. Από τη μία, η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τη Δύση, ειδικά σε μια περίοδο που η οικονομία της χρειάζεται επενδύσεις, τεχνολογία, χρηματοδότηση και σταθερότητα. Από την άλλη, η εσωτερική εθνικιστική αφήγηση απαιτεί σκληρή στάση απέναντι στην Ελλάδα, στην Κύπρο και σε κάθε περιφερειακή σύμπραξη που θεωρείται ότι περιορίζει την Τουρκία.
Η ψήφιση ενός νομοσχεδίου για τις θαλάσσιες ζώνες θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτικά «φθηνός» τρόπος εθνικής επίδειξης. Δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη άμεση στρατιωτική κίνηση. Δεν συνεπάγεται από μόνο του σύγκρουση. Στέλνει όμως ισχυρό μήνυμα στο εσωτερικό ότι η κυβέρνηση δεν υποχωρεί στη «Γαλάζια Πατρίδα». Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί η πληροφορία εμφανίζεται σε μια στιγμή σχετικής ύφεσης στα ελληνοτουρκικά, αλλά με έντονες υπόγειες τριβές.
Η Τουρκία δοκιμάζει και τους τρίτους
Μια τέτοια κίνηση δεν απευθύνεται μόνο στην Ελλάδα. Απευθύνεται και σε ΗΠΑ, ΕΕ, ΝΑΤΟ, Ισραήλ, Αίγυπτο και Λιβύη. Η Τουρκία θέλει να υπενθυμίσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αρχιτεκτονική ασφάλειας ή ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο που να την παρακάμπτει.
Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τη θέση της μέσα από αμυντικές συμφωνίες, εξοπλισμούς, λιμενικές και ενεργειακές υποδομές, σχέσεις με Γαλλία, ΗΠΑ, Ισραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο. Η Τουρκία προσπαθεί να σπάσει την εικόνα ότι η περιοχή μπορεί να οργανωθεί χωρίς αυτήν. Το κάνει άλλοτε με διάλογο, άλλοτε με διαμεσολαβητικό ρόλο σε άλλα μέτωπα, άλλοτε με ένταση.
Το πιθανό νομοσχέδιο μπορεί επομένως να είναι μήνυμα προς τρίτους: «λάβετε υπόψη τις τουρκικές θέσεις πριν επενδύσετε, οριοθετήσετε, χρηματοδοτήσετε ή σχεδιάσετε». Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για ενεργειακές εταιρείες, αγωγούς, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ερευνητικά προγράμματα και θαλάσσιες υποδομές.
Η νομική ουσία: τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η Τουρκία
Από ελληνικής σκοπιάς, πρέπει να γίνει καθαρή διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό αποτέλεσμα και στο νομικό αποτέλεσμα.
Νομικά, η Τουρκία δεν μπορεί με εσωτερικό νόμο να δημιουργήσει δικαιώματα εις βάρος της Ελλάδας ή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι τα νησιά έχουν θαλάσσιες ζώνες, με την ειδική εξαίρεση βράχων που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή οικονομική ζωή. Η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS, στηρίζει τη θέση της στο άρθρο 121 και στη γενικότερη διεθνή νομολογία για τα νησιά.
Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει την UNCLOS και υποστηρίζει ότι στο Αιγαίο, ως κλειστή ή ημίκλειστη θάλασσα με ιδιαίτερη γεωγραφία, πρέπει να εφαρμοστεί αρχή ευθυδικίας που περιορίζει την πλήρη επήρεια των ελληνικών νησιών. Το τουρκικό ΥΠΕΞ περιγράφει την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου ως διαφορά που αφορά την ισορροπία δικαιωμάτων και συμφερόντων πέραν των 6 ναυτικών μιλίων χωρικών υδάτων.
Αυτή είναι η βαθύτερη σύγκρουση. Η Ελλάδα βλέπει το ζήτημα μέσα από την αρχή ότι τα νησιά παράγουν θαλάσσιες ζώνες. Η Τουρκία επιχειρεί να προτάξει τη γεωγραφία των ηπειρωτικών ακτών και να περιορίσει την επήρεια των ελληνικών νησιών, ιδίως στο ανατολικό Αιγαίο και στην περιοχή Καστελλόριζου – Ρόδου – Κρήτης.
Άρα, ο τουρκικός νόμος δεν θα δημιουργήσει από μόνος του δικαιώματα. Μπορεί όμως να οξύνει το πρακτικό πρόβλημα: να δώσει στην Τουρκία εσωτερική βάση για ενέργειες που θα αμφισβητούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Τα πιθανά σενάρια
- Σενάριο 1 – Ελεγχόμενη επικοινωνιακή πίεση: Το πρώτο και ηπιότερο σενάριο είναι η Άγκυρα να χρησιμοποιήσει την υπόθεση κυρίως ως μήνυμα. Το νομοσχέδιο μπορεί να διαρρεύσει, να συζητηθεί, να αξιοποιηθεί στον τουρκικό Τύπο, να παρουσιαστεί ως ένδειξη αποφασιστικότητας και στη συνέχεια να μείνει για κάποιο διάστημα σε εκκρεμότητα. Σε αυτό το σενάριο, η Τουρκία δεν επιδιώκει άμεση επιχειρησιακή κλιμάκωση. Θέλει να μετρήσει αντιδράσεις, να απαντήσει στην ελληνική και ευρωπαϊκή κινητικότητα, να κατευνάσει εσωτερικές εθνικιστικές πιέσεις και να υπενθυμίσει ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» παραμένει ζωντανή. Για την Ελλάδα, αυτό δεν απαιτεί υπερβολική ρητορική. Απαιτεί όμως άμεση διπλωματική προετοιμασία, χαρτογράφηση των πιθανών τουρκικών κινήσεων και ενημέρωση εταίρων ότι οποιοδήποτε μονομερές τουρκικό νομοθέτημα δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι ελληνικών δικαιωμάτων.
- Σενάριο 2 – Ψήφιση νόμου και διπλωματική αξιοποίησή του: Το δεύτερο σενάριο είναι η Τουρκία να καταθέσει και να ψηφίσει το νομοσχέδιο, χρησιμοποιώντας το στη συνέχεια σε διεθνείς οργανισμούς. Θα μπορούσε να το συνοδεύσει με χάρτες, ρηματικές διακοινώσεις, επιστολές στον ΟΗΕ ή αναφορές σε διεθνή fora. Αυτό θα ήταν σοβαρότερο από μια απλή διαρροή. Θα παρήγαγε ένα νέο τουρκικό «έγγραφο αναφοράς», το οποίο η Άγκυρα θα μπορούσε να επικαλείται σταθερά. Θα επιχειρούσε έτσι να δημιουργήσει εικόνα συνεπούς και θεσμικά οργανωμένης διεκδίκησης. Η ελληνική απάντηση σε αυτό το σενάριο πρέπει να είναι τεχνικά άρτια. Δεν αρκεί μια πολιτική ανακοίνωση. Χρειάζεται νομική τεκμηρίωση, διεθνής ενημέρωση, πιθανή επιστολή στον ΟΗΕ, συντονισμός με Κύπρο, ενημέρωση ΕΕ, ΗΠΑ, Γαλλίας, Αιγύπτου και Ισραήλ. Η Αθήνα πρέπει να προλάβει την τουρκική προσπάθεια δημιουργίας «αρχείου» χωρίς αντίλογο.
- Σενάριο 3 – Νομοσχέδιο ως προοίμιο αδειοδοτήσεων: Το τρίτο σενάριο είναι το πιο επικίνδυνο σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο. Η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει το νομοσχέδιο ως βάση για να εκδώσει άδειες έρευνας στην TPAO ή σε άλλους κρατικούς/παρακρατικούς φορείς σε περιοχές που επικαλύπτουν ελληνικές ή κυπριακές αξιώσεις. Αυτό θα θύμιζε τη μεθοδολογία του 2020: νομικοφανής βάση, χάρτης, NAVTEX, ερευνητικό πλοίο, ναυτική συνοδεία, διεθνής διαμεσολάβηση. Εάν η Άγκυρα κινηθεί προς περιοχές του τουρκολιβυκού μνημονίου, νοτίως της Κρήτης ή πέριξ του Καστελλόριζου, η Αθήνα θα βρεθεί ενώπιον πολύ σοβαρής δοκιμασίας. Το κρίσιμο ερώτημα θα είναι αν η Τουρκία επιδιώκει πραγματική έρευνα ή συμβολική παρουσία. Η διαφορά είναι σημαντική επιχειρησιακά, αλλά όχι απαραίτητα πολιτικά. Ακόμη και μια συμβολική παρουσία μπορεί να δημιουργήσει εικόνα αμφισβήτησης, εάν δεν απαντηθεί με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Αυτό το σενάριο θα εξαρτηθεί από την αντίδραση των ΗΠΑ, της ΕΕ, την εσωτερική κατάσταση στην Τουρκία και το εάν η Άγκυρα θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι ευάλωτη ή απομονωμένη.
- Σενάριο 4 -Ελεγχόμενη κρίση για επιβολή διαλόγου: Η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν την ένταση ως μοχλό διαπραγμάτευσης. Δημιουργεί πίεση, προκαλεί διεθνή ανησυχία και στη συνέχεια οι τρίτοι ζητούν «διάλογο» και «αποκλιμάκωση». Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι έτσι μπορεί να συρθεί σε διάλογο υπό πίεση και με διευρυμένη ατζέντα. Η Αθήνα αναγνωρίζει ως βασική διαφορά προς οριοθέτηση την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Η Άγκυρα επιδιώκει συνήθως πακέτο ευρύτερων ζητημάτων: χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση, «γκρίζες ζώνες», έρευνα και διάσωση, μειονότητα, Κύπρος. Ένα νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να φέρει όλα αυτά στο τραπέζι υπό τον μανδύα των «συνολικών διαφορών». Αυτό είναι ίσως το πιο πιθανό μεσοπρόθεσμο σενάριο.
- Σενάριο 5 – Σύνδεση με Κύπρο και ψευδοκράτος: Η τουρκική ρητορική στα δημοσιεύματα δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Μιλά και για δικαιώματα της «ΤΔΒΚ», δηλαδή του ψευδοκράτους. Αυτό είναι κρίσιμο. Η Άγκυρα μπορεί να αξιοποιήσει το νομοσχέδιο για να ενισχύσει τη θέση της ότι οι Τουρκοκύπριοι έχουν χωριστά δικαιώματα σε φυσικούς πόρους και θαλάσσιες ζώνες. Το σενάριο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κινήσεις πέριξ της Κύπρου, σε νέες τουρκικές άδειες, σε επαναφορά γεωτρητικών πλοίων ή σε πίεση προς τη Λευκωσία να αποδεχθεί συνδιαχείριση φυσικού αερίου. Η Τουρκία έχει επανειλημμένα συνδέσει την Ανατολική Μεσόγειο με το Κυπριακό και με τη θέση της υπέρ λύσης δύο κρατών, την οποία η διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει. Σε πρόσφατες ελληνοτουρκικές επαφές, η Άγκυρα συνέχισε να προβάλλει λύση δύο κρατών για την Κύπρο, θέση που δεν έχει διεθνή στήριξη. Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, αυτό σημαίνει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο διμερής ελληνοτουρκική. Πρέπει να υπάρχει και ελληνοκυπριακός συντονισμός.
- Σενάριο 6 – Διαπραγματευτικό χαρτί για άλλα μέτωπα: Η Τουρκία μπορεί να μη θέλει τελικά κρίση στο Αιγαίο. Μπορεί να χρησιμοποιεί την υπόθεση ως χαρτί για άλλα μέτωπα: F-16, ευρωτουρκικές σχέσεις, τελωνειακή ένωση, Συρία, Λιβύη, Ουκρανία, ενεργειακές οδεύσεις, ρόλος στο ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα συχνά λειτουργεί διασυνδετικά: πιέζει σε ένα πεδίο για να αποσπάσει προσοχή ή ανταλλάγματα σε άλλο. Αν αυτό ισχύει, το νομοσχέδιο είναι λιγότερο προοίμιο κρίσης και περισσότερο εργαλείο διαπραγματευτικής πίεσης (ή προσπάθεια πίεσης). Ωστόσο, ακόμη και τότε παραμένει επικίνδυνο, διότι κάθε εργαλείο πίεσης μπορεί να ξεφύγει από τον αρχικό σχεδιασμό του.
- Σενάριο 7 – Πάγωμα λόγω διεθνών αντιδράσεων: Υπάρχει και το σενάριο η Άγκυρα να διαρρεύσει την πρόθεση, να εισπράξει αντιδράσεις και να επιλέξει προσωρινό πάγωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί αν Ουάσιγκτον, Βρυξέλλες ή άλλοι παράγοντες θεωρήσουν ότι η κίνηση υπονομεύει την περιφερειακή σταθερότητα σε μια περίοδο που η Δύση δεν θέλει νέο ενδονατοϊκό μέτωπο. Αυτό δεν θα σήμαινε εγκατάλειψη της στρατηγικής. Θα σήμαινε αναβολή. Η Τουρκία συχνά επανέρχεται σε θέματα όταν κρίνει ότι η συγκυρία είναι καλύτερη.
Τι πρέπει να κάνει η Αθήνα
Η Ελλάδα χρειάζεται ψύχραιμη αποφασιστικότητα. Ούτε δραματοποίηση ούτε αδράνεια. Πρέπει να υπάρξει άμεση νομική προετοιμασία. Αν το νομοσχέδιο κατατεθεί, η Αθήνα πρέπει να έχει έτοιμη απάντηση με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, τη νομολογία, τις υφιστάμενες ελληνικές οριοθετήσεις και το δικαίωμα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.
Πρέπει να υπάρξει προληπτική διπλωματική ενημέρωση. Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει την τουρκική ψήφιση για να κινηθεί. Πρέπει να εξηγήσει σε ΕΕ, ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Ισραήλ και ΟΗΕ ότι πιθανή τουρκική νομοθέτηση θα είναι μονομερής και δεν μπορεί να παραγάγει δικαιώματα σε μη οριοθετημένες ή ελληνικού ενδιαφέροντος περιοχές. Πρέπει να ενισχυθεί ο συντονισμός με την Κύπρο. Η Τουρκία θα προσπαθήσει να συνδέσει την κίνηση με τα «δικαιώματα» του ψευδοκράτους. Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να έχουν κοινό λεξιλόγιο και κοινή αντίδραση. Πρέπει να διατηρηθεί στρατιωτική ετοιμότητα χωρίς δημόσιο πολεμικό κλίμα. Η αποτροπή λειτουργεί καλύτερα όταν είναι αξιόπιστη και σιωπηλή. Οι υπερβολικές δηλώσεις μπορεί να βοηθούν την τουρκική αφήγηση περί «ελληνικής υστερίας».
Εκτός αυτών η Ελλάδα πρέπει να προσέξει την παγίδα της διευρυμένης ατζέντας. Η Τουρκία θα επιχειρήσει να εμφανίσει το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ως σύνολο «διαφορών». Η Αθήνα πρέπει να επιμείνει ότι η μόνη νομικά προσδιορισμένη διαφορά προς οριοθέτηση είναι υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Πρέπει να συνεχιστούν οι ελληνικές πρωτοβουλίες κανονικότητας. Θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, θαλάσσια πάρκα, ενεργειακά έργα, αδειοδοτήσεις, έρευνες και διεθνείς συνεργασίες δεν πρέπει να παγώσουν επειδή αντιδρά η Τουρκία. Πρέπει όμως να γίνονται με προσεκτική νομική θωράκιση και διπλωματική προετοιμασία.
Η ουσία: Η Τουρκία δεν αλλάζει το δίκαιο, προσπαθεί να αλλάξει το πλαίσιο
Η πιθανή νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν θα αλλάξει από μόνη της το διεθνές νομικό καθεστώς. Θα μπορούσε όμως να αλλάξει το πολιτικό και διαπραγματευτικό περιβάλλον. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο. Η Τουρκία δεν επιδιώκει αναγκαστικά άμεση σύγκρουση. Επιδιώκει να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από το «τι προβλέπει το διεθνές δίκαιο» στο «υπάρχουν αλληλοεπικαλυπτόμενες αξιώσεις που πρέπει να συζητηθούν». Θέλει να παράγει αμφισβήτηση, να τη νομιμοποιήσει εσωτερικά, να τη εξαγάγει διπλωματικά και να την καταστήσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Αυτό είναι πιο ύπουλο από μια στιγμιαία πρόκληση. Η πρόκληση απαντάται. Το τετελεσμένο που κανονικοποιείται σταδιακά είναι δυσκολότερο.
Για την Ελλάδα, ο σωστός τόνος είναι συγκρατημένος συναγερμός. Η Αθήνα δεν πρέπει να εμφανιστεί φοβική. Δεν πρέπει όμως και να υποτιμήσει την πιθανότητα ότι η Τουρκία ετοιμάζει μια νέα φάση θεσμικής αμφισβήτησης. Η εμπειρία του τουρκολιβυκού μνημονίου, των χαρτών της «Γαλάζιας Πατρίδας», των αντιδράσεων στον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και των τουρκικών κινήσεων σε διεθνείς οργανισμούς δείχνει ότι η Άγκυρα δουλεύει σωρευτικά. Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί με τρεις λέξεις: τεκμηρίωση, αποτροπή, διεθνοποίηση. Όχι με πανικό. Όχι με υποτίμηση. Και κυρίως όχι με την ψευδαίσθηση ότι επειδή ένας τουρκικός νόμος δεν παράγει διεθνές δίκαιο, δεν παράγει και γεωπολιτικό αποτέλεσμα.











