--°C Athens

Γιατί δεν πρόκειται να πει εύκολα το «ναι» η Ελλάδα στην πρόταση Τραμπ να συμμετάσχει η Αθήνα στο «Συμβούλιο Ειρήνης»

Γιατί δεν πρόκειται να πει εύκολα το «ναι» η Ελλάδα στην πρόταση Τραμπ να συμμετάσχει η Αθήνα στο «Συμβούλιο Ειρήνης»

Σε στάση προσεκτικής αναμονής βρίσκεται η Αθήνα απέναντι στην πρόσκληση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, προς την Ελλάδα να συμμετάσχει στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης», μια νέα διεθνή πρωτοβουλία που ο Αμερικανός πρόεδρος είχε προαναγγείλει, χωρίς ωστόσο να έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως ο χαρακτήρας, οι αρμοδιότητες και η θεσμική του υπόσταση.

Με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά, το «Συμβούλιο Ειρήνης» θα είναι ένα σχήμα στο οποίο θα συμμετέχουν επιλεγμένα κράτη, με στόχο θεωρητικά την παρέμβαση σε διεθνείς κρίσεις και ζητήματα ασφάλειας. Δεν πρόκειται όμως για όργανο που προβλέπεται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, ούτε για μηχανισμό που έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας ή τη Γενική Συνέλευση.

Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό πρόβλημα που επισημαίνουν πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα. Ότι το Συμβούλιο αυτό φαίνεται να λειτουργεί εκτός του υπάρχοντος διεθνούς συστήματος, δηλαδή εκτός Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, και να δημιουργεί μια παράλληλη δομή λήψης αποφάσεων για θέματα ασφάλειας. Με απλά λόγια, θα μπορούσε να παίρνει πολιτικές πρωτοβουλίες χωρίς σαφείς κανόνες, χωρίς ισορροπία ρόλων και χωρίς τη θεσμική νομιμοποίηση που έχουν τα Ηνωμένα Έθνη.

Ένα ακόμα σημείο που προκαλεί ανησυχία είναι ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιος θα αποφασίζει, με ποια κριτήρια και με ποια ευθύνη. Δεν υπάρχει γνωστή διαδικασία ψηφοφορίας, κατανομή αρμοδιοτήτων ή μηχανισμός ελέγχου. Αυτό δημιουργεί φόβους ότι το όργανο θα μπορούσε να λειτουργήσει περισσότερο ως πολιτικό εργαλείο ισχυρών χωρών και λιγότερο ως συλλογικός μηχανισμός ειρήνης. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν επενδύσει διαχρονικά στον ρόλο του ΟΗΕ, στο Διεθνές Δίκαιο και στην πολυμερή διπλωματία, μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να θεωρηθεί θεσμικά προβληματική. Και μάλιστα η ανησυχία αυτή δεν αφορά μόνο το ίδιο το «Συμβούλιο Ειρήνης», αλλά το προηγούμενο που θα μπορούσε να δημιουργήσει: την υποβάθμιση των διεθνών οργανισμών και την αντικατάστασή τους από άτυπα σχήματα χωρίς ξεκάθαρους κανόνες.

Σύμφωνα με κυβερνητικές και διπλωματικές πηγές, ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται να σχεδιάζεται αυτό το όργανο προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς σε αρκετά σημεία δεν συμβαδίζει με τις βασικές αρχές που ακολουθεί η ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια. Κατά συνέπεια εκτιμάται από το κυβερνητικό επιτελείο πως τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία, η αποδοχή της πρόσκλησης δεν θεωρείται πιθανή. Ο λόγος δεν είναι η πρόθεση αμφισβήτησης των στρατηγικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η ανάγκη να προστατευθεί ο ρόλος των διεθνών θεσμών και κυρίως των Ηνωμένων Εθνών, στους οποίους η Ελλάδα έχει επενδύσει σταθερά πολιτικά και διπλωματικά. Όπως επισημαίνεται, η Αθήνα αντιμετωπίζει με επιφύλαξη κάθε πρωτοβουλία που ενδέχεται να δημιουργήσει νέες δομές χωρίς ξεκάθαρους κανόνες και χωρίς ευρεία διεθνή νομιμοποίηση.

Αυτή τη στιγμή πάντως την πρόσκληση Τραμπ έχουν αποδεχτεί ορισμένοι ηγέτες όπως ο πρόεδρος της Λευκορωσίας, Βίκτορ Λουκασένκο, και ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα. Παρ’ όλα αυτά, στην Αθήνα το βασικό ερώτημα δεν αφορά το ποιοι συμμετέχουν, αλλά το πώς θα κινείται ο νέος αυτός θεσμός. Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, φαίνεται να υπερβαίνει τις προβλέψεις του ψηφίσματος 2803/25 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (που ψηφίστηκε τον περασμένο Νοέμβριο και αφορά ένα πρώτο σχέδιο ειρήνης για τη Γάζα), γεγονός που δημιουργεί ανησυχία για πιθανή υπονόμευση του υπάρχοντος διεθνούς πλαισίου.

Η χώρα μας πάντως βρίσκεται σε στενή συνεννόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, επιδιώκοντας κοινή στάση και συντονισμό. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί κρίσιμο το ζήτημα να αντιμετωπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς αφορά συνολικά τη σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τη θέση της γηραιάς ηπείρου στο μεταβαλλόμενο διεθνές σκηνικό. Οι διαβουλεύσεις αυτές βρίσκονται σε εξέλιξη ενόψει και του σημερινού έκτακτου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπου αναμένεται να τεθούν επί τάπητος οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι προκλήσεις που διαμορφώνονται.

Παράλληλα, η συνολικότερη στάση της Ελλάδας θα επηρεαστεί και από άλλες διεθνείς εξελίξεις (όπως η κατάσταση στη Γροιλανδία), οι οποίες εντάσσονται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον αυξανόμενων εντάσεων και ανακατατάξεων.

Η ανησυχία της κυβέρνησης αποτυπώθηκε άλλωστε ξεκάθαρα και στη συνάντηση που είχε ο πρωθυπουργός με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα, την Τρίτη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε ένα διεθνές περιβάλλον που αλλάζει με ταχύτητα και αβεβαιότητα, τονίζοντας ότι «το 2026 μπήκε με πρωτοφανείς προκλήσεις για το διεθνές γεωπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, όπως αυτό οικοδομήθηκε ουσιαστικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Σύμφωνα με τον ίδιο, βασικές σταθερές που θεωρούνταν δεδομένες για δεκαετίες αμφισβητούνται πλέον ανοιχτά.

Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πιστεύει στον διάλογο και στη λογική ως βασικά εργαλεία για την αποφυγή σοβαρών κρίσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά τις σχέσεις της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως σημείωσε, η χώρα μας διατηρεί στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα είναι κράτος – μέλος της Ε.Ε., συμμετέχει ως μη μόνιμο μέλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και έχει δώσει διαχρονικά μάχες για την υπεράσπιση της πολυμέρειας και του Διεθνούς Δικαίου ως μοναδικού σημείου αναφοράς για την επίλυση διεθνών διαφορών.

Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η Ελλάδα δεν πρόκειται να απομακρυνθεί από αυτές τις αρχές, ακόμη και σε ένα τόσο σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Τόνισε, ωστόσο, ότι πάνω απ’ όλα προέχει το εθνικό συμφέρον και η ασφάλεια της χώρας. Χρησιμοποιώντας δε μια χαρακτηριστική εικόνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι «στις ταραγμένες θάλασσες πρώτα και πάνω από όλα πρέπει το σκαρί της πατρίδας να είναι ασφαλές», υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη η χώρα να διατηρεί σταθερή πορεία προς την πρόοδο, τη σταθερότητα και την ασφάλεια.

Διαβάστε Σχετικά