--°C Athens

Γιατί αντέχει ακόμη το Ιράν παρά τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς

Γιατί αντέχει ακόμη το Ιράν παρά τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς

Παρά τους σχεδόν επί δύο εβδομάδες αδιάκοπους βομβαρδισμούς από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η ηγεσία του Ιράν παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή και δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα με κατάρρευση. Πολύ περισσότερο που η χθεσινή πρώτη παρέμβαση του νέου θρησκευτικού ηγέτη τόνωσε το ηθικό των πολιτών.

Εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο της χώρας και της κοινωνίας, παρά τις απώλειες στην κορυφή της εξουσίας και την ένταση του πολέμου. Οι αρχικές εκτιμήσεις έλεγαν ότι η παρατεταμένη στρατιωτική πίεση θα αποκάλυπτε τελικά εσωτερικά ρήγματα και ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τις εθνοτικές γραμμές ρήξης του Ιράν, ιδιαίτερα στις δυτικές επαρχίες όπου ζουν κουρδικές κοινότητες κοντά στα σύνορα με το Ιράκ και όπου δραστηριοποιούνται αρκετές ένοπλες κουρδικές αντιπολιτευτικές ομάδες. Ωστόσο, οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν μέχρι στιγμής έχουν διαψεύσει αυτές τις εκτιμήσεις.

Αντί να προκαλέσουν φυγόκεντρες πιέσεις, οι επιθέσεις φαίνεται να έχουν ενισχύσει ένα ευρύτερο αίσθημα εθνικής συνοχής σε πολλά μέρη της χώρας – συμπεριλαμβανομένων περιοχών που οι ξένοι αναλυτές συχνά παρουσιάζουν ως ευάλωτες σε αυτονομιστικές αναταραχές. Και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν απορίες καθώς η χώρα δεν είναι ένα ομοιογενές έθνος-κράτος. Μεγάλες κοινότητες Αζέρων, Κούρδων, Αράβων και Τουρκμένων ζουν σε όλη τη χώρα, ενώ αρκετές επαρχίες διαθέτουν επίσης σημαντικούς σουνιτικούς πληθυσμούς.

Ωστόσο, η ποικιλομορφία στο Ιράν δεν έχει μεταφραστεί αυτόματα σε αποσχιστικές τάσεις. Η εθνοτική ταυτότητα και η εθνική ταυτότητα αλληλεπικαλύπτονται με πιο σύνθετους τρόπους. Οι Αζέροι, για παράδειγμα, είναι εδώ και καιρό βαθιά ενσωματωμένοι στον πολιτικό και στρατιωτικό πυρήνα του κράτους, ενώ οι κουρδικές περιοχές, παρά τις περιόδους έντασης, έχουν επίσης διατηρήσει οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση με το ευρύτερο ιρανικό πολιτικό σύστημα. Ακόμη και μέλη της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, προέρχονται από οικογένειες με αζερικές ρίζες. Αυτές οι επικαλυπτόμενες ταυτότητες περιπλέκουν το αφήγημα ότι η εθνοτική διαφορά από μόνη της συνιστά δομική αδυναμία.

Ο αρχικός σχεδιασμός του Τραμπ ήταν λοιπόν να πιέσουν αυτές τις περιοχές και να προκαλέσουν όχι μόνο διαταραχή στην ασφάλεια αλλά και πολιτικό κατακερματισμό.

Όμως όπως φάνηκε, οι Ιρανοί ήταν προετοιμασμένοι. Και είχαν εγκαίρως προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αυτονομιστικών φατριών να εκμεταλλευτούν τον πόλεμο θα αντιμετωπιστεί με αποφασιστικά αντίποινα. Οι ομοσπονδιακές αρχές του Ιράκ και αξιωματούχοι της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν τόνισαν επίσης ότι το ιρακινό έδαφος δεν πρέπει να μετατραπεί σε εφαλτήριο επιθέσεων εναντίον γειτονικών κρατών.

Οι αναλύσεις λοιπόν των Αμερικανών δεν ήταν απολύτως σωστές. Δεν υπολόγισαν ότι η ιρανική κοινωνία είναι πολιτικά πολυδιάστατη. Περιλαμβάνει εθνικιστές, μεταρρυθμιστές, θρησκευτικά κινήματα, αριστερούς ακτιβιστές και κοινότητες που ασκούν κριτική στην κεντρική κυβέρνηση αλλά παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε ένοπλες στρατηγικές που υποστηρίζονται από ξένες δυνάμεις. Οι ένοπλες οργανώσεις μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την αστάθεια. Δεν μπορούσαν όμως να κατασκευάσουν ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση.

Η κοινωνία στο Ιράν είχε επίσης καταλάβει ότι εισήλθε στον πόλεμο εν μέσω σημαντικής οικονομικής πίεσης που συνδέεται με τον πληθωρισμό λόγω κυρώσεων και με προηγούμενες διαδηλώσεις. Αλλά διαχώρισαν τις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες από την ξένη παρέμβαση.

Η αμερικανική επίθεση σε σχολείο θηλέων στη νότια ιρανική πόλη Μιναμπ έγινε ισχυρό σύμβολο σε αυτό το πλαίσιο. Το πλήγμα στο σχολείο προκάλεσε καταδίκες και εκκλήσεις για έρευνες σχετικά με πιθανές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Εικόνες παιδιών που σκοτώθηκαν κατά τον βομβαρδισμό κυκλοφόρησαν γρήγορα στα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και έκανε και σχετική αναφορά ο νέος θρησκευτικός ηγέτης.

Όποια λοιπόν κι αν είναι η δηλωμένη αφήγηση της Ουάσιγκτον περί αποδυνάμωσης του ιρανικού κράτους, η αντίληψη ότι άμαχοι – και ιδιαίτερα παιδιά – είχαν γίνει θύματα της σύγκρουσης άλλαξε δραματικά τον συναισθηματικό τόνο του πολέμου μέσα στο Ιράν. Όταν ένας πόλεμος παρουσιάζεται διεθνώς ως πίεση προς μια κυβέρνηση αλλά βιώνεται τοπικά ως βία εναντίον της κοινωνίας, οι πολιτικές αντιδράσεις μπορούν να αλλάξουν γρήγορα.

Αντί να δημιουργούν υποστήριξη για εξωτερική επέμβαση, τέτοια περιστατικά συχνά ενισχύουν την εθνική αλληλεγγύη.

Στο Ιράν, αυτή η αντίδραση έχει διαμορφωθεί από ιστορική μνήμη και πολιτισμικές αφηγήσεις. Ο οκταετής πόλεμος Ιράν–Ιράκ, από το 1980 έως το 1988, παραμένει μία από τις ισχυρότερες συλλογικές μνήμες στη σύγχρονη πολιτική κουλτούρα της χώρας.

Κατά τη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης, εθελοντές από διαφορετικές εθνοτικές και θρησκευτικές κοινότητες κινητοποιήθηκαν για να υπερασπιστούν τη χώρα απέναντι σε αυτό που θεωρήθηκε ευρέως ξένη επιθετικότητα.

Αυτή η κληρονομιά συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο πολλοί Ιρανοί ερμηνεύουν σήμερα την εξωτερική στρατιωτική πίεση. Για πόσο; Είναι ένα ερώτημα.

Διαβάστε Σχετικά