Χιλιάδες άνθρωποι στη Ρωσία συζητούν ενεργά και αναζητούν εξορκισμούς, μια πνευματική τελετουργία που πραγματοποιείται από ορισμένους ιερείς με σκοπό την απομάκρυνση πνευμάτων ή δαιμόνων από ένα άτομο που θεωρείται ότι βρίσκεται υπό κατοχή. Το φαινόμενο αυτό γνωρίζει εκ νέου έντονη διάδοση, προκαλώντας ευρεία συζήτηση τόσο σε κοινωνικό όσο και σε θρησκευτικό επίπεδο.
Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους εξορκισμούς αποδίδεται στην έντονη κοινωνική πίεση που βιώνει η ρωσική κοινωνία, θυμίζοντας την αντίστοιχη έξαρση που είχε καταγραφεί κατά τη δεκαετία του 1980, την περίοδο της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης. Στη σημερινή συγκυρία, η τάση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος έχει επιβαρύνει το συλλογικό αίσθημα ανασφάλειας και αβεβαιότητας.
Παρότι η Ορθόδοξη Εκκλησία συμβουλεύει ότι οι εξορκισμοί θα πρέπει να τελούνται αποκλειστικά από κληρικούς, έχει αναπτυχθεί παράλληλα μια άτυπη «οικονομία εξορκισμών». Σε αυτό το πλαίσιο, μέντιουμ και αυτοαποκαλούμενοι πνευματικοί καθοδηγητές προσφέρουν σχετικές υπηρεσίες, χρεώνοντας υψηλά ποσά για τις συνεδρίες και τις «διαβουλεύσεις» τους, σύμφωνα με τον Independent.
Η εξάπλωση του φαινομένου έχει οδηγήσει ακόμη και σε αυτό που περιγράφεται ως «τουρισμός εξορκισμών», με ανθρώπους να ταξιδεύουν σε συγκεκριμένες περιοχές ή να συμμετέχουν σε οργανωμένες εκδρομές προκειμένου να συμβουλευτούν γνωστούς «μέντιουμ εξορκιστές», όπως ο Πατέρας Γκούσεφ. Οι επισκέψεις αυτές παρουσιάζονται ως λύση σε προσωπικά ή ψυχολογικά αδιέξοδα, μέσα από μια πνευματική διαδικασία που υπόσχεται ανακούφιση.
Η εμπορευματοποίηση των εξορκισμών αποτυπώνει τη δημιουργία ενός είδους «πνευματικού σούπερ μάρκετ», όπου οι τελετουργίες μετατρέπονται σε προϊόντα. Σε ένα περιβάλλον εθνικής αβεβαιότητας και προσωπικού χάους, οι πρακτικές αυτές προσφέρουν σε πολλούς την αίσθηση ελέγχου και σταθερότητας, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες της σύγχρονης ρωσικής κοινωνίας.













