Ένας επιστήμονας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ υποστηρίζει ότι το ηλιακό μας σύστημα ενδέχεται να είναι πολύ πιο «γεμάτο» με διαστρικά αντικείμενα από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες. Σύμφωνα με νέα δεδομένα και υπολογισμούς που παρουσίασε ο Άβι Λεμπ, εκτιμάται ότι περίπου 35 εκατομμύρια διαστρικά αντικείμενα μεγέθους ενός μέτρου είναι εγκλωβισμένα εντός της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο.
Ο Λεμπ, ο οποίος είχε απασχολήσει έντονα τη διεθνή επιστημονική κοινότητα με τον αμφιλεγόμενο ισχυρισμό ότι το αντικείμενο 3I/ATLAS θα μπορούσε να είναι εξωγήινο διαστημόπλοιο, βασίζει τα συμπεράσματά του στον εντοπισμό δύο υποψήφιων διαστρικών μετεώρων, των CNEOS-22 και CNEOS-25. Τα συγκεκριμένα φαινόμενα καταγράφηκαν το 2022 πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό και το 2025 πάνω από τη Θάλασσα Μπάρεντς στην Αρκτική. Τα αντικείμενα ήταν μικρά, με διάμετρο περίπου 1,2 και 1,8 μέτρα αντίστοιχα, ωστόσο κινούνταν με ταχύτητες που ξεπερνούσαν την ταχύτητα διαφυγής του ηλιακού συστήματος, στοιχείο που τα χαρακτηρίζει ως διαστρικής προέλευσης.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο Λεμπ και η ομάδα του εκτιμούν ότι τέτοιοι διαστρικοί μετεωρίτες συγκρούονται με τη Γη περίπου μία φορά κάθε τρία χρόνια, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ιδιαίτερα πυκνής «δεξαμενής» παρόμοιων αντικειμένων γύρω από τον Ήλιο. Κάθε αντικείμενο μεγέθους ενός μέτρου θα μπορούσε να μεταφέρει περίπου τρία εκατομμύρια τόνους υλικού, ανεβάζοντας τη συνολική μάζα των διαστρικών σωμάτων εντός της γήινης τροχιάς σε περίπου 220 δισεκατομμύρια τόνους.
Μεγαλύτερα διαστρικά αντικείμενα, όπως το 3I/ATLAS, θεωρούνται πολύ πιο σπάνια, όμως λόγω της σημαντικά μεγαλύτερης μάζας τους η συνολική τους συμβολή είναι συγκρίσιμη. Αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι τα μικρότερα σώματα ενδέχεται να αποτελούν θραύσματα μεγαλύτερων διαστρικών αντικειμένων. Όπως σημείωσε ο Λεμπ, η μελέτη αυτού του πληθυσμού θα μπορούσε να αποκαλύψει με ποιον τρόπο μετακινείται η ύλη ανάμεσα σε διαφορετικά αστρικά συστήματα.
Η συγκεκριμένη θεωρία βασίζεται σε προηγούμενες ανακαλύψεις, όπως το διάσημο αντικείμενο Οουμουάμουα και τον κομήτη Μπορίσοφ, αλλά και σε νεότερα ευρήματα που αφορούν μαζικά διαστρικά σώματα. Σύμφωνα με τον Λεμπ, τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι το διάστημα είναι γεμάτο από «διαστρικά απορρίμματα» που περιπλανώνται ανάμεσα στα άστρα. Το πρώτο γνωστό διαστρικό αντικείμενο, το Οουμουάμουα, ανιχνεύθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2017, όταν διέσχισε το εσωτερικό του ηλιακού συστήματος. Δύο χρόνια αργότερα, στις 30 Αυγούστου 2019, ο κομήτης Μπορίσοφ έγινε το δεύτερο επιβεβαιωμένο διαστρικό αντικείμενο, κινούμενος σε υπερβολική τροχιά που αποκάλυπτε την προέλευσή του από άλλο αστρικό σύστημα.
Ο Λεμπ επισημαίνει ότι με βελτιωμένες μεθόδους παρατήρησης, όπως τηλεσκόπια επόμενης γενιάς και πιθανές διαστημικές αποστολές αναχαίτισης, οι επιστήμονες θα μπορούν να μετρούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις ιδιότητες, τις τροχιές και την προέλευση των διαστρικών επισκεπτών. Σε ανάρτησή του σε προσωπικό ιστολόγιο την Τρίτη, ανέφερε ότι μια συντονισμένη προσπάθεια θα μπορούσε να προειδοποιεί τη Γη για απειλές από φυσικές συγκρούσεις ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, από τεχνητά αντικείμενα, επεκτείνοντας την πλανητική άμυνα πέρα από τους αστεροειδείς του ηλιακού συστήματος.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Λεμπ σκοπεύει να αναζητήσει χρηματοδότηση για ωκεάνιες αποστολές με στόχο την ανάκτηση υλικού από τα CNEOS-22 και CNEOS-25, σύμφωνα με την Daily Mail. Η ραδιοχρονολόγηση των ευρημάτων θα μπορούσε να εκτιμήσει το χρονικό διάστημα που τα αντικείμενα ταξίδευαν στο διαστρικό διάστημα και να βοηθήσει στον εντοπισμό της προέλευσής τους. Στο παρελθόν, ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι θραύσματα που ανακτήθηκαν από μετεωρίτη του 2014 κοντά στην Παπούα Νέα Γουινέα ενδέχεται να είναι τεχνητής προέλευσης, αν και ο ισχυρισμός αυτός παραμένει αμφισβητούμενος. Η ομάδα του ανέφερε την ανεύρεση εκατοντάδων μικροσκοπικών μεταλλικών σφαιρών στον πυθμένα του ωκεανού, ορισμένες από τις οποίες παρουσίαζαν ασυνήθιστη σύσταση που, σύμφωνα με τον Λεμπ, δεν αντιστοιχεί σε γνωστά κράματα.
Ο Λεμπ έχει επίσης διατυπώσει την υπόθεση ότι ένας μελλοντικός πολιτισμός θα μπορούσε κάποτε να εντοπίσει ένα ανθρώπινο αντικείμενο, όπως τα διαστημόπλοια Voyager, καθώς αυτά εισέρχονται στην ατμόσφαιρα ενός άλλου πλανήτη. Τα Voyager 1 και 2, έπειτα από ταξίδι δισεκατομμυρίων ετών στον Γαλαξία, θα μπορούσαν θεωρητικά να προσκρούσουν σε έναν κατοικήσιμο εξωπλανήτη. Εκεί, εξωγήινοι επιστήμονες ενδέχεται να ανακαλύψουν τον χρυσό δίσκο των 12 ιντσών, ο οποίος περιλαμβάνει εικόνες, φυσικούς ήχους, μουσική και χαιρετισμούς σε 55 γλώσσες, με την αναγνώριση του τεχνουργήματος ως ένδειξη νοήμονος ζωής να αποτελεί, όπως έγραψε ο Λεμπ, μια βαθιά επιστημονική πρόκληση.
Συνδυάζοντας την ανίχνευση μετεώρων στην ατμόσφαιρα, τη δορυφορική παρακολούθηση και ισχυρά τηλεσκόπια, οι ερευνητές θα μπορούσαν να αποκτήσουν πρωτοφανή εικόνα για το υλικό που κυκλοφορεί ανάμεσα στα άστρα. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να μεταμορφώσει την κατανόησή μας για το διαστρικό Διάστημα, ενισχύοντας παράλληλα την ετοιμότητα απέναντι σε μελλοντικές συναντήσεις με αντικείμενα εκτός ηλιακού συστήματος.
Εφόσον οι εκτιμήσεις του Λεμπ επιβεβαιωθούν, η γειτονιά του Ήλιου αποδεικνύεται πολύ πιο δραστήρια από ό,τι θεωρούνταν έως σήμερα, γεμάτη με απομεινάρια μακρινών πλανητικών συστημάτων. Κάθε αντικείμενο αποτελεί ένα μικροσκοπικό δείγμα της ιστορίας ενός άλλου άστρου, μεταφέροντας στοιχεία για τον σχηματισμό πλανητών και διαστημικών θραυσμάτων σε ολόκληρο τον Γαλαξία. Είτε πρόκειται για συνηθισμένους βράχους είτε για σπάνια τεχνολογικά κατάλοιπα, οι διαστρικοί επισκέπτες ανοίγουν ένα νέο πεδίο για την αστρονομία, την πλανητική επιστήμη και την αναζήτηση εξωγήινης νοημοσύνης, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τόσο τις επιστημονικές ευκαιρίες όσο και την ανάγκη επαγρύπνησης.













