--°C Athens

Χρήστος Καλογρίτσας: Ο «κόκκινος εργολάβος» δημοσίων έργων που ήθελε να γίνει καναλάρχης

Χρήστος Καλογρίτσας: Ο «κόκκινος εργολάβος» δημοσίων έργων που ήθελε να γίνει καναλάρχης

Πριν γίνει το πλέον πολυσυζητημένο πρόσωπο στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών πριν από ακριβώς δέκα χρόνια, πριν η λέξη «βοσκοτόπια» μπει στο καθημερινό πολιτικό λεξιλόγιο και πριν φθάσει μέχρι το Ειδικό Δικαστήριο, ο Χρήστος Καλογρίτσας είχε ήδη διανύσει μια μεγάλη επιχειρηματική διαδρομή. Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το 2016, όταν η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επιχείρησε να αναδιατάξει το τηλεοπτικό τοπίο μέσω μιας νέας διαγωνιστικής διαδικασίας για τη χορήγηση αδειών στα κανάλια.

Είχε πίσω του δεκαετίες παρουσίας στον χώρο των κατασκευών, στα δημόσια έργα, στις πολιτικές επαφές και στα μέσα ενημέρωσης. Αυτό είναι και το πρώτο στοιχείο που κάνει την περίπτωσή του ενδιαφέρουσα. Ο Καλογρίτσας δεν ήταν επιχειρηματίας ενός και μόνο κλάδου, αλλά κινήθηκε ανάμεσα σε εργοτάξια, κόμματα, τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, εφημερίδες και, πολύ αργότερα, στην τηλεοπτική αγορά. Σε μια χώρα όπου το Δημόσιο υπήρξε για δεκαετίες ο μεγάλος πελάτης των εργολάβων, μια τέτοια διαδρομή μπορούσε να γεννήσει ισχύ. Και μαζί με την ισχύ, ερωτήματα.

Το Newsbeast, μετά τον Γιώργο Κοσκωτά, τον άνθρωπο που εμφανίστηκε από το πουθενά, κατάφερε να αποκτήσει ολόκληρη τράπεζα και να χτίσει έναν μιντιακό όμιλο, ανοίγει τον φάκελο με τα έργα και τις ημέρες του επιχειρηματία Χρήστου Καλογρίτσα. Στο σημερινό πρώτο μέρος θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε τα πρώτα χρόνια της δράσης του: Τα εργολαβικά βήματα, την επιχειρηματική του γιγάντωση, τις πολιτικές επαφές και τον τραπεζικό δανεισμό. Στα μέρη που θα ακολουθήσουν, θα εστιάσουμε στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών του 2016 και στη μετέπειτα δικαστική διαδρομή. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Επειδή η ζωή κάνει κύκλους και κάποιες φορές η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Και επειδή η Ελλάδα δεν μπορεί, δεν αντέχει, να ζήσει ξανά ανάλογες καταστάσεις.

Η αφετηρία: Καρδίτσα, Ιταλία, Αριστερά

Η διαδρομή του ξεκινά από την Καρδίτσα και ειδικότερα το Ριζοβούνι, ένα πεδινό χωριό κοντά στο Μουζάκι, όπου γεννιέται το 1947, μεσούντος του εμφυλίου πολέμου. Κοντοχωριανός του είναι το ιστορικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, Χαρίλαος Φλωράκης, που τον περνάει 33 χρόνια, καθώς ο μετέπειτα γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ είχε γεννηθεί το 1914.

Ο νεαρός Χρήστος θα αφήσει τον καθαρό αέρα της Καρδίτσας προκειμένου να πάει για σπουδές στην Ιταλία, όπου λαμβάνει το πτυχίο του πολιτικού μηχανικού και από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισε να προσεγγίζει τον χώρο του ΚΚΕ. Όχι μόνο τη βάση του κόμματος, αλλά και την κορυφή του καθώς φέρεται να είχε μακροχρόνια στενή προσωπική σχέση με τον Φλωράκη. Ο ένας εμπιστεύεται τον άλλον και οι κουβέντες τους περιστρέφονται γύρω από την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και τις φιλοδοξίες του καθενός.

Η φιλία με τον ηγέτη του ΚΚΕ θα χτίσει τα κατοπινά χρόνια ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας εικόνας του Καλογρίτσα: Ο εργολάβος με τις αριστερές αναφορές, τις κομματικές επαφές και την ικανότητα να κινείται σε χώρους όπου η πολιτική συναντά την επιχειρηματικότητα. Αργότερα, αυτή η εικόνα θα συμπυκνωνόταν σε έναν χαρακτηρισμό που θα τον ακολουθούσε για χρόνια, ο «κόκκινος εργολάβος».

Η είσοδος στα ΜΜΕ, η «Πρώτη» και το Τσερνόμπιλ

Η πρώτη αξιομνημόνευτη εμφάνιση του επιχειρηματία στον χώρο της ενημέρωσης θα έρθει τον Απρίλιο του 1986 εκδίδοντας την αριστερή εφημερίδα «Η Πρώτη», με διευθυντή τον δημοσιογράφο Λυκούργο Κομίνη. Το έντυπο θεωρείται πως λειτουργεί ως γέφυρα του Κομμουνιστικού Κόμματος προκειμένου να δημιουργηθεί ο ενιαίος Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου, κάτι που τελικά θα επιτευχθεί λίγο πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 1989.

Γενικά η εφημερίδα επιχείρησε να εμφανιστεί ως φορέας της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς υιοθετώντας μια τακτική προσέγγισης κοινωνικών κινημάτων, όπως ήταν αυτό της οικολογίας, αλλά και «πεφωτισμένων» προσώπων του χώρου της Δεξιάς. Ωστόσο σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής παρέμεινε προσηλωμένη στη γραμμή της Σοβιετικής Ένωσης. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως όταν έγινε η έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ στην Ουκρανία (που τότε υπαγόταν στη Σοβιετική Ένωση), το πρωτοσέλιδο ανέφερε πως οι βλαβερές συνέπειες από τη ραδιενέργεια δεν ξεπερνούσαν σε κίνδυνο την κατανάλωση ενός τσιγάρου.

Ακολούθως θα στηρίξει τη συγκυβέρνηση Αριστεράς – Δεξιάς υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη το 1989 και την οικουμενική κυβέρνηση που ακολούθησε με πρωθυπουργό τον Ξενοφώντα Ζολώτα, θα επιτεθεί με δριμύτητα στο ΠΑΣΟΚ και προσωπικά στον Ανδρέα Παπανδρέου. Θα κλείσει όμως τον Σεπτέμβριο του 1990, όταν το ΚΚΕ αποφάσισε ότι έπρεπε να απεμπλακεί από το εγχείρημα του ενιαίου Συνασπισμού.

Η συμμετοχή Καλογρίτσα στην GPO

Λίγο αργότερα ο κ. Καλογρίτσας θα χρηματοδοτήσει τη βραχύβια έκδοση του περιοδικού «Επτάμιση». Ο εκδότης, εκεί που ήταν λάβρος κατά του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα Παπανδρέου, θα αλλάξει τώρα γραμμή, καθώς το Κίνημα έχει αναλάβει ο Κώστας Σημίτης με το περιβάλλον του οποίου έχει σαφώς καλύτερες σχέσεις. Ο Καλογρίτσας συμμετέχει στο σχήμα που δημιούργησε την εταιρεία δημοσκοπήσεων GPO που θα διενεργήσει τα προσεχή χρόνια χιλιάδες σφυγμομετρήσεις και πολιτικοκοινωνικές έρευνες. Για την ακρίβεια ο «εργολάβος της Αριστεράς» έχει παραχωρήσει το 75% της εταιρείας στα τρία παιδιά του, τον Ιωάννη, την Κωνσταντίνα και την Ηλέκτρα, το όνομα της οποίας θα δώσει και στον εκδοτικό οίκο που θα δημιουργήσει αργότερα, δίνοντας έμφαση στα παιδικά βιβλία και τα διηγήματα.

Η «Τοξότης» και ο κόσμος των δημοσίων έργων

Η ναυαρχίδα του όμως εξακολουθεί να είναι η κατασκευαστική εταιρεία «Τοξότης». Μέσα από αυτήν, ο Καλογρίτσας κινήθηκε στην αγορά των τεχνικών έργων, σε έναν χώρο όπου οι σχέσεις με το Δημόσιο, οι διαγωνισμοί, οι υπεργολαβίες, οι τραπεζικές εγγυήσεις και η ρευστότητα ήταν συχνά εξίσου σημαντικές με την ίδια την κατασκευαστική δυνατότητα. Φρόντισε να μπει από νεαρή ηλικία στον κλάδο αναλαμβάνοντας κυρίως την κατασκευή δικτύων (π.χ. επεκτάσεις του μετρό) και σημαντικά έργα όπως είναι η τηλεθέρμανση στη Φλώρινα, το εθνικό οδικό δίκτυο της Σάμου, η αναβάθμιση του παραλιακού οδικού άξονα στον Πειραιά, η αναβάθμιση του νοσοκομείου Βέροιας, Θήβας και Αιγίου και μια σειρά άλλων δημόσιων έργων σε Καρδίτσα, Τρίκαλα, Βόλο και Κόρινθο.

Η «Τοξότης» δεν ανήκε εξαρχής στους μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους που κυριάρχησαν στην Ελλάδα των σημαντικών δημοσίων έργων. Η δύναμή της χτίστηκε σταδιακά. Με μικρότερες τεχνικές εταιρείες, συνεργασίες και κοινοπρακτικά σχήματα. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Ιουλίου 2016, όταν ο Καλογρίτσας είχε ήδη μπει στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τηλεοπτικές άδειες, η «Τοξότης Α.Ε.» εμφανιζόταν να κατέχει πτυχίο 6ης τάξης για την ανάληψη δημοσίων έργων και να έχει παρουσία σε έργα δικτύων, οδοποιίας, υποδομών και δημόσιων εγκαταστάσεων. Αυτή ήταν η βάση πάνω στην οποία γιγαντώθηκε ο Καλογρίτσας. Όχι με μια ξαφνική επιχειρηματική έκρηξη, αλλά μέσα από ένα γνώριμο ελληνικό μοντέλο: δημόσια έργα, συμβάσεις, τραπεζική χρηματοδότηση, συνεργασίες με μεγαλύτερους παίκτες και διαρκής προσπάθεια διεύρυνσης του επιχειρηματικού πεδίου.

Ο «Τοξότης» θα πρωταγωνιστήσει μάλιστα στο εγχείρημα της συγχώνευσης μιας σειράς κατασκευαστικών εταιρειών κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και θα τεθεί επικεφαλής του νέου σχήματος που δημιουργήθηκε. Κάπου εδώ θα συναντήσει και τους παλιούς συντρόφους του αφού θα εξαγοράσει μεταξύ άλλων και την εταιρεία «Μέδουσα» που είναι μετονομασία της εταιρείας «Τσίπρας ΑΤΕ», που ανήκε στον αείμνηστο Παύλο Τσίπρα, πατέρα του πρώην πρωθυπουργού και νυν προέδρου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης.

Οι μεγάλες εκπτώσεις και ο οδικός άξονας Πάτρα – Πύργος

Χαρακτηριστική περίπτωση του τρόπου που κινούνταν ο «Τοξότης» είναι αυτή του οδικού άξονα Πάτρα – Πύργος. Το 2016, κι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται από το προηγούμενο έτος στην εξουσία, η κοινοπραξία «Τοξότης – Ομάδα Κατασκευών», συμφερόντων Καλογρίτσα, εμφανίστηκε στους διαγωνισμούς διεκδικώντας τμήματα του έργου, το οποίο είχε χωριστεί σε οκτώ εργολαβίες. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εποχής, η εταιρεία μειοδότησε στα πρώτα τμήματα δίνοντας πολύ μεγάλες εκπτώσεις, άνω του 50%, γεγονός που προκάλεσε προβληματισμό ακόμη και στις υπηρεσίες του υπουργείου Υποδομών για τη βιωσιμότητα των προσφορών και την πορεία των συμβάσεων. Για την κυβέρνηση της εποχής, οι μεγάλες εκπτώσεις μπορούσαν να παρουσιαστούν ως απόδειξη ότι το Δημόσιο θα πλήρωνε λιγότερα. Για τους επικριτές, όμως, γεννούσαν ερωτήματα: πόσο βιώσιμες ήταν τέτοιες προσφορές; Μπορούσε μια εταιρεία να εκτελέσει έργα τέτοιου μεγέθους με τόσο χαμηλό τίμημα; Και τι σήμαινε αυτό για την ποιότητα, τη χρηματοδότηση και την τελική εξέλιξη των συμβάσεων; Τα ερωτήματα αυτά δεν ήταν θεωρητικά, καθώς λίγα χρόνια αργότερα, η «Τοξότης» θα βρισκόταν αντιμέτωπη με προβλήματα στις εργολαβίες του Πάτρα – Πύργος, ενώ η συζήτηση για τις εγγυητικές επιστολές, τη χρηματοδότηση και την πραγματική αντοχή του ομίλου θα γινόταν ακόμη πιο έντονη.

Η Attica Bank και το ερώτημα της χρηματοδότησης

Εδώ αρχίζει να εμφανίζεται πιο καθαρά η δεύτερη μεγάλη διάσταση της υπόθεσης Καλογρίτσα: ο τραπεζικός δανεισμός. Η επιχειρηματική επέκταση στις κατασκευές απαιτεί κεφάλαια. Απαιτεί εγγυήσεις, ρευστότητα, πιστωτικές γραμμές και δυνατότητα να αντέχεις μέχρι να πληρωθείς από δημόσια έργα που συχνά καθυστερούν. Στην περίπτωση Καλογρίτσα, η σχέση με την Attica Bank θα γινόταν κεντρικό ζήτημα δημόσιας συζήτησης. Όταν πριν από μια δεκαετία προέκυψε η υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, ήρθαν στην επιφάνεια στοιχεία για τις χρηματοδοτήσεις εταιρειών συμφερόντων του. Δημοσιεύματα που επικαλούνταν πόρισμα ελέγχου κλιμακίου της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ για την Attica Bank ανέφεραν ότι ο Χρήστος Καλογρίτσας και εταιρείες συμφερόντων του, εμφανίζονταν να έχουν λάβει δάνεια συνολικού ύψους 127,6 εκατομμυρίων ευρώ από την τράπεζα. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν απλό: πώς ένας εργολάβος με ισχυρή παρουσία σε δημόσια έργα μεν, αλλά ταυτόχρονα και με εμφανείς ανάγκες χρηματοδότησης, θα μπορούσε να διεκδικήσει τηλεοπτική άδεια με τίμημα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ;

Η απάντηση θα γινόταν μέρος της μεγάλης πολιτικής σύγκρουσης που ακολούθησε. Για τη Νέα Δημοκρατία που μόλις είχε αλλάξει πρόεδρο έχοντας πλέον επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη (είχε αναλάβει καθήκοντα Ιανουάριο του 2016 κατόπιν εσωκομματικών εκλογών) αλλά και για τα περισσότερα από τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης η υπόθεση καταδείκνυε ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε εργολάβους, τράπεζες και κυβερνητική εξουσία. Για την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, η διαδικασία των τηλεοπτικών αδειών παρουσιαζόταν ως προσπάθεια να μπει τάξη σε ένα άναρχο τηλεοπτικό τοπίο στην οποία μπορούσε να συμμετέχει όποιος είχε τα προαπαιτούμενα που όριζε η διαδικασία αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο αφηγήσεις, ο Καλογρίτσας βρέθηκε στο επίκεντρο.

Εμφανίστηκε ως υποψήφιος καναλάρχης, διεκδικώντας θέση σε ένα πεδίο όπου η οικονομική δύναμη, η ενημέρωση και η πολιτική επιρροή συναντιούνται με τον πιο άμεσο τρόπο. Οι επικριτές της κυβέρνησης υποστήριζαν ότι πίσω από την υποψηφιότητά του βρισκόταν η προσπάθεια δημιουργίας ενός τηλεοπτικού σχήματος φιλικού προς τον ΣΥΡΙΖΑ – του λεγόμενου, τότε, «ΣΥΡΙΖΑ TV». Η πλευρά της κυβέρνησης, αντιθέτως, επέμενε ότι η διαδικασία ήταν ανοιχτή σε όποιον πληρούσε τις προϋποθέσεις του διαγωνισμού. Αυτό, όμως, θα το εξετάσουμε στη συνέχεια του αφιερώματος.

Συνεχίζεται…

Διαβάστε Σχετικά