Ο Μπιλάλ Ερντογάν, γιος του προέδρου της Τουρκίας, μιλώντας σε εκδήλωση για τη νεολαία στο Ικόνιο, στην Καπαδοκία, κλήθηκε από φοιτητή να απαντήσει στις φήμες περί δικής του πολιτικής καριέρας και διαδοχής του πατέρα του. Στην ερώτηση αυτή ξεκαθάρισε ευθύς εξαρχής ότι «εύκολα να βγάλουμε από τη μέση την ερώτηση, δεν έχω πολιτική καριέρα ως στόχο», υποβαθμίζοντας τις σχετικές συζητήσεις ως αποτέλεσμα της δημοσιότητάς του και εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «αυτά θα περάσουν».
Στην τοποθέτησή του ο Μπιλάλ συνέδεσε την προσωπική του στάση με μια ευρύτερη αντίληψη για το «νόημα» της ζωής, τονίζοντας ότι αν θέλει κανείς να την κάνει ουσιαστική, οφείλει να δουλεύει ώστε «το αύριο να είναι καλύτερο από το σήμερα» και ότι ο πιο «υγιής και μακροπρόθεσμος» δρόμος γι’ αυτό είναι η επένδυση στη νεολαία. Υπενθύμισε το γνωστό θρησκευτικό ρητό «όποιος έχει δύο ίδιες μέρες είναι σε ζημία», συνδέοντας το με την ανάγκη συνεχούς βελτίωσης και δράσης, όχι κατ’ ανάγκην μέσα από εκλογικά αξιώματα αλλά μέσω κοινωνικών, εκπαιδευτικών και θρησκευτικών δομών.
Παράλληλα, περιέγραψε το όραμά του μέσα από την εικόνα μιας «ισχυρής Τουρκίας», αναφερόμενος στην αύξηση του ΑΕΠ από 200 δισ. δολάρια σε περίπου 1,6 τρισ. και στην άνοδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος, ως απόδειξη ότι η χώρα είναι σήμερα «πιο επιδραστική» στη διεθνή σκηνή και ότι ζει «τις πιο ισχυρές της ημέρες» στην ιστορία της Δημοκρατίας. Ωστόσο, τόνισε πως όλα αυτά δεν αρκούν και ότι χρειάζεται συνέχεια και «ακόμη καλύτερο» μέλλον, επαναφέροντας το βάρος στη δική του, εξωθεσμική όπως λέει, συμβολή μέσω ιδρυμάτων, νεολαιίστικων δραστηριοτήτων και θρησκευτικού λόγου.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μπιλάλ προέβαλε έναν έντονα συντηρητικό κοινωνικό λόγο, καλώντας τους νέους «να μην καθυστερούν τον γάμο», να βλέπουν την οικογένεια ως «υψηλό θεσμό» και να επιδιώκουν να αποκτήσουν «όσα περισσότερα παιδιά μπορούν» ως θρησκευτική και εθνική υποχρέωση, συνδέοντας το με την κρίσιμη πτώση της γεννητικότητας και τη γήρανση του πληθυσμού. Εξέφρασε ανησυχία ότι σε 5–10 χρόνια «τα δημοτικά σχολεία θα αρχίσουν να μένουν άδεια» και ότι η Τουρκία κινδυνεύει μέχρι το 2100 να βρεθεί κάτω από τα 50 εκατ. κατοίκους και σε καθεστώς «υπεργηρασμένης κοινωνίας», παρουσιάζοντας έτσι τη δημογραφική ατζέντα ως κεντρικό του μέλημα, σε αντιδιαστολή με την άρνησή του να στοχεύσει εκλογικές θέσεις.
Την ίδια στιγμή, η φράση «δεν έχω πολιτικές φιλοδοξίες» έρχεται σε αντίστιξη με το γεγονός ότι διεθνή και τουρκικά δημοσιεύματα τον εμφανίζουν ολοένα και πιο συχνά ως έναν από τους πιθανούς διαδόχους του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είτε άμεσα είτε σε δεύτερο χρόνο. Αναλύσεις τον καταγράφουν πλέον στην «τριάδα» των πιο συχνά αναφερόμενων ονομάτων γύρω από το μέλλον της ηγεσίας του AKP, μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών και πρώην αρχηγό της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν και τον γαμπρό του προέδρου και επικεφαλής της Baykar, Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ.
Στο φόντο αυτό, η δημόσια αποστασιοποίηση του Μπιλάλ από οποιαδήποτε «πολιτική φιλοδοξία» λειτουργεί αφενός ως μήνυμα προς την τουρκική κοινωνία ότι παραμένει σε ρόλο «κοινωνικού και θρησκευτικού παράγοντα», αφετέρου όμως δεν κλείνει τη συζήτηση για το πώς μπορεί να αξιοποιηθεί μελλοντικά το όνομά του στο εσωτερικό του κυβερνώντος μπλοκ. Ενδεικτικό είναι ότι ορισμένες δημοσκοπήσεις και πολιτικές αναλύσεις θεωρούν πως, παρότι ο ίδιος το αρνείται, τμήμα της βάσης του AKP τον βλέπει ως πιθανό «κληρονόμο» στο κόμμα, έστω σε μεταγενέστερη φάση και μετά από μια ενδιάμεση λύση τύπου Φιντάν ή Μπαϊρακτάρ.














