Στη λήψη απόφασης άμεσης ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας που είχε χορηγηθεί σε υπήκοο Παλαιστίνης από τη Λωρίδα της Γάζας προχώρησαν οι ελληνικές αρχές, κρίνοντας ότι η παρουσία και η δράση του συνιστούν απειλή για την εθνική μας ασφάλεια. Η εξέλιξη ήρθε μετά τον εντοπισμό οπτικοακουστικού υλικού στο οποίο ο συγκεκριμένος άνδρας εμφανίζεται να επιδοκιμάζει και να πανηγυρίζει μαζί με μέλη της Χαμάς, τις αιματηρές επιθέσεις που σημειώνονταν σε ισραηλινά κιμπούτζ, στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Η απόφαση πάρθηκε μετά από πρωτοβουλία του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνου Πλεύρη, και εξελίχθηκε μέσα από στενή συνεργασία της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Εβραϊκή Ένωση (σ.σ. πρόκειται για τον οργανισμό που υπερασπίζεται την εβραϊκή ζωή και το Ισραήλ στην Ευρώπη αγωνιζόμενη για τον αντισημιτισμό, γνωστή και με τα αρχικά EJA), τις αρμόδιες αρχές του Βελγίου και την ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας συγκεντρώθηκαν και αξιολογήθηκαν φωτογραφίες, βίντεο και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα οποία ο άνδρας φέρεται να εκφράζει ανοιχτά τη στήριξή του στην τρομοκρατική επίθεση.
Ο αλλοδαπός, με τα στοιχεία Mohanad Alkhatib, είχε περάσει τα ελληνικά σύνορα και είχε λάβει άσυλο αρχές Μαρτίου πέρυσι, φτάνοντας στο νησί της Κω. Κατά την άφιξή του υπεβλήθη στους τυπικούς ελέγχους ασφαλείας από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, με διασταύρωση στοιχείων στα διεθνή πληροφοριακά συστήματα, όπως το SIS II και τα αρχεία της Interpol. Εκείνη τη χρονική στιγμή δεν υπήρχε καμία καταχώριση ή ένδειξη που να τον συνδέει με παράνομη δραστηριότητα ή να εγείρει ζητήματα ασφαλείας, γεγονός που οδήγησε στη χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Στη συνέχεια όμως, μετέβη στο Βέλγιο, όπου υπέβαλε νέο αίτημα διεθνούς προστασίας. Εκεί, οι βελγικές αρχές προχώρησαν σε ενδελεχή έλεγχο του ψηφιακού του αποτυπώματος και εντόπισαν πληθώρα βιντεοληπτικών τεκμηρίων που τον τοποθετούν στον περίγυρο των γεγονότων που συγκλόνισαν τη διεθνή κοινή γνώμη το φθινόπωρο του 2023.
Σε πρόσθετο υλικό που εξετάστηκε, ο ίδιος εμφανίζεται να φωτογραφίζεται δίπλα στον Ισμαήλ Χανίγια, τον τότε επικεφαλής της Χαμάς, σε χρονικό σημείο που προηγείται της δολοφονίας του στην Τεχεράνη την 31η Ιουλίου του 2024 (σ.σ. η Χαμάς είχε πει τότε ότι σκοτώθηκε από «σιωνιστική» αεροπορική επιδρομή στην κατοικία του μαζί με έναν από τους σωματοφύλακές του). Όλα αυτά τα στοιχεία συνεκτιμήθηκαν από τις αρχές ως ενδείξεις ιδεολογικής ταύτισης και δημόσιας επιδοκιμασίας της δράσης της οργάνωσης.
Το Βέλγιο απέρριψε το αίτημά του Mohamad Alkhatib, χαρακτηρίζοντάς τον πρόσωπο επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε άμεσα στην ελληνική πλευρά μέσω της Ευρωπαϊκής Εβραϊκής Ένωσης και του Ισραηλινού πρέσβη στην Αθήνα, Νόαμ Κατζ. Σε σχετική επιστολή του προς τον Έλληνα υπουργό, ο πρέσβης τόνιζε ότι «άτομο που συμμετείχε στα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου δεν μπορεί να θεωρείται επιλέξιμος για καθεστώς πρόσφυγα».
Ακολούθησε συντονισμένη κινητοποίηση των αρμόδιων υπηρεσιών στην Ελλάδα, με τη συμβολή της διευθύντριας Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εβραϊκής Ένωσης Ruth Daskalopoulou-Isaac, η οποία διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη διασταύρωση και τεκμηρίωση των πληροφοριών. Μετά την επιβεβαίωση του υλικού, οι ελληνικές αρχές προχώρησαν στη νομική αξιολόγηση της υπόθεσης και στη λήψη της τελικής απόφασης.
Η ανάκληση του ασύλου δημοσιεύθηκε επισήμως σήμερα και βασίζεται στη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του νόμου 4939/2022, σύμφωνα με την οποία το καθεστώς πρόσφυγα αίρεται όταν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Να σημειωθεί ότι το βιντεοληπτικό υλικό είχε αναρτηθεί σε λογαριασμό του TikTok με την ονομασία AHMAD έχοντας δίπλα ως σύμβολα τις σημαίες της Παλαιστίνης και του Βελγίου. Ο εν λόγω λογαριασμός όμως στη συνέχεια διαγράφηκε, ωστόσο το υλικό είχε ήδη διασωθεί και αξιοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας. Η υπόθεση αναδεικνύει τον αυστηρότερο έλεγχο που εφαρμόζεται πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ζητήματα ασύλου, ιδίως όταν προκύπτουν ενδείξεις σύνδεσης αιτούντων με τρομοκρατικές οργανώσεις ή με πράξεις που στρέφονται κατά της διεθνούς ασφάλειας.


















