Η αμερικανική οικονομία μπορεί να παράγει περισσότερο πλούτο από ποτέ, όμως το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος τελικά τον καρπώνεται.
Τα εταιρικά κέρδη στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτοξεύθηκαν σε ιστορικό υψηλό, την ώρα που το μερίδιο των εργαζομένων από μισθούς και παροχές υποχωρεί σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν εδώ και περισσότερα από 70 χρόνια. Η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα της Wall Street και στην καθημερινότητα εκατομμυρίων εργαζομένων γίνεται έτσι όλο και μεγαλύτερη.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Bureau of Economic Analysis που επικαλούνται οι Financial Times, τα προ φόρων εταιρικά κέρδη έφτασαν σε ετησιοποιημένη βάση τα 4,8 τρισ. δολάρια στο δεύτερο τρίμηνο του 2026.
Το ποσό αντιστοιχεί στο 18% του εθνικού εισοδήματος, το υψηλότερο ποσοστό από την περίοδο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια στιγμή, το μερίδιο που πηγαίνει στους εργαζομένους μέσω μισθών και παροχών έχει πέσει στο 60%, το χαμηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1950.
Δύο διαφορετικές οικονομίες μέσα στην ίδια χώρα
Η εικόνα μοιάζει σχεδόν αντιφατική. Από τη μία πλευρά, οι αμερικανικές μετοχές κινούνται σε επίπεδα ρεκόρ, με την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης να τροφοδοτεί τα κέρδη των τεχνολογικών κολοσσών. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει ενισχύσει τα περιθώρια κέρδους των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων.
Η ισχυρή χρηματιστηριακή αγορά έχει ωφελήσει και εκατομμύρια Αμερικανούς που διαθέτουν επενδύσεις ή συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς. Ωστόσο, τα μεγαλύτερα οφέλη κατευθύνονται κυρίως στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία αντλούν μεγαλύτερο κομμάτι του εισοδήματός τους από επενδύσεις, μετοχές και μερίσματα.
Για τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα η πραγματικότητα είναι διαφορετική, καθώς η κύρια πηγή εισοδήματος παραμένει ο μισθός. Και εκεί τα νέα δεν είναι τόσο καλά. Τον Ιούλιο, ο πληθωρισμός ξεπέρασε την αύξηση των αποδοχών, με αποτέλεσμα οι πραγματικές ωριαίες απολαβές να είναι μειωμένες κατά 0,2% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Με άλλα λόγια, ενώ οι ισολογισμοί των επιχειρήσεων «φουσκώνουν», ένα μέρος των εργαζομένων διαπιστώνει ότι η αγοραστική δύναμη του μισθού του όχι μόνο δεν αυξάνεται, αλλά υποχωρεί.
Οι διευθύνοντες σύμβουλοι κέρδισαν πολύ περισσότερα από τους εργαζομένους
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στις μεγάλες επιχειρήσεις χαμηλών μισθών. Μελέτη του Institute for Policy Studies διαπίστωσε ότι από το 2019 έως το 2025 οι αποδοχές των CEOs στις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες που απασχολούν χαμηλόμισθους εργαζομένους αυξήθηκαν κατά 41%.
Στο ίδιο διάστημα, ο μέσος εργαζόμενος είδε τις αποδοχές του να αυξάνονται κατά 21%. Το πρόβλημα είναι ότι οι τιμές αυξήθηκαν περίπου 26% την ίδια περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι, σε πραγματικούς όρους, οι εργαζόμενοι δεν κατάφεραν καν να ακολουθήσουν το κόστος ζωής.
Η ισορροπία μετατοπίζεται εδώ και δεκαετίες
Η τάση δεν ξεκίνησε σήμερα. Η επιρροή των εργαζομένων στις αμερικανικές επιχειρήσεις μειώνεται σταδιακά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, καθώς η συμμετοχή στα συνδικάτα υποχωρεί και όλο και περισσότερες εταιρείες αναθέτουν εργασίες σε εξωτερικούς συνεργάτες.
Όμως, σύμφωνα με τους Financial Times, η πτώση του μεριδίου της εργασίας στο συνολικό εισόδημα έχει επιταχυνθεί την τελευταία πενταετία και ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους 12 μήνες. Οι οικονομολόγοι δεν είναι ακόμη βέβαιοι εάν πρόκειται για μια μόνιμη αλλαγή στη δομή της αμερικανικής οικονομίας ή για αποτέλεσμα συγκυριακών παραγόντων.
Ανάμεσα στις πιθανές εξηγήσεις βρίσκεται και η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία μπορεί να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αυξάνουν την παραγωγικότητα χωρίς αντίστοιχη αύξηση των δαπανών για εργασία. Άλλοι παράγοντες μπορεί να είναι ο υψηλός πληθωρισμός και οι οικονομικές αναταράξεις της μεταπανδημικής περιόδου.
Από οικονομικό πρόβλημα, πολιτική βόμβα
Η απόσταση μεταξύ εταιρικών κερδών και εργατικών αποδοχών έχει αρχίσει πλέον να μετατρέπεται και σε μεγάλο πολιτικό ζήτημα. Οι Financial Times περιγράφουν μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για την πορεία της οικονομίας και μια μετατόπιση προς πιο λαϊκιστικές θέσεις τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προχωρήσει σε μεγάλες φορολογικές μειώσεις που ευνοούν ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις και τα υψηλότερα εισοδήματα, ενώ την ίδια στιγμή έχουν μειωθεί κονδύλια κοινωνικών προγραμμάτων, όπως η επισιτιστική βοήθεια.
Η πίεση, πάντως, φαίνεται να επηρεάζει πλέον ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έχει υιοθετήσει σε ομιλίες του πιο φιλεργατική ρητορική, ζητώντας μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις των επιχειρήσεων, ενώ ακόμη και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει κατηγορήσει εταιρείες για υπερβολική κερδοσκοπία και εκτίναξη των τιμών.
Η μεγάλη εικόνα αποτυπώνεται ίσως καλύτερα στα δύο γραφήματα των Financial Times: στη μία πλευρά, το μερίδιο των εταιρικών κερδών στο αμερικανικό εισόδημα ανεβαίνει σε ιστορικό υψηλό, στην άλλη, το μερίδιο των εργαζομένων κατευθύνεται προς ιστορικό χαμηλό.
Και αυτή η απόκλιση μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο εκρηκτικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα στις ΗΠΑ: μια οικονομία που στα χαρτιά δείχνει εξαιρετικά ισχυρή, αλλά για εκατομμύρια εργαζομένους δεν μοιάζει καθόλου με οικονομία ευημερίας.














