Ένα βήμα πριν αφήσει πίσω της και τον τελευταίο ειδικό ευρωπαϊκό έλεγχο παρακολούθησης που συνδέεται με τα μνημόνια βρίσκεται η χώρα μας. Όλα δείχνουν πως μετά από 16 ολόκληρα χρόνια, η Ελλάδα θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή περίπτωση και από το φθινόπωρο, όπως όλα δείχνουν, θα ισχύουν γι’ αυτήν μονάχα οι γενικοί κανόνες που ισχύουν και για όλα τα υπόλοιπα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό σημαίνει πως θα σταματήσουν οι ειδικές αποστολές των θεσμών στην Αθήνα και οι ξεχωριστές εξαμηνιαίες εκθέσεις για την ελληνική οικονομία. Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της σημαντικής βελτίωσης που παρουσιάζει η δημοσιονομική εικόνα της χώρα μας. Η Ελλάδα έχει επιστρέψει στις αγορές, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, εμφανίζει υψηλά πλεονάσματα και μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος. Η Κομισιόν μας αναγνωρίζει πως μπορούμε πλέον να εξυπηρετούμε κανονικά τις δανειακές μας υποχρεώσεις, γεγονός που δίνει στην κυβέρνηση μεγαλύτερη άνεση προκειμένου να σχεδιάσει τα επόμενα οικονομικά της βήματα. Κι αυτό γιατί πέρα από την ανάκτηση της αξιοπιστία της χώρας, ανοίγει ο δρόμος για νέες φοροελαφρύνσεις, επιπλέον αυξήσεις εισοδημάτων και στοχευμένες παροχές.
Το γεγονός ότι η Κομισιόν αναμένεται να μας αξιολογήσει θετικά εντός του φθινοπώρου, είναι πολύ πιθανό να αξιοποιηθεί πολιτικά και στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης που θα προηγηθεί. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθεί στη συμπρωτεύουσα το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου και από το βήμα της ΔΕΘ θα παρουσιάσει τον οικονομικό οδικό χάρτη της επόμενης τετραετίας, προβάλλοντας το επικείμενο τέλος της ειδικής εποπτείας ως ακόμη μία επιβεβαίωση ότι οι θυσίες των προηγούμενων ετών απέδωσαν και η ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει σε σταθερή πορεία.
Τι ισχύει σήμερα
Πάμε να δούμε τι ισχύει έως τώρα και τι θα αλλάξει προσεχώς. Ο σημερινός ευρωπαϊκός κανονισμός λοιπόν προβλέπει ότι μια χώρα η οποία έχει λάβει οικονομική βοήθεια θα πρέπει να παραμένει σε μεταπρογραμματική εποπτεία μέχρι να αποπληρώσει τουλάχιστον το 75% των δανείων της. Για την Ελλάδα αυτό θα σήμαινε συνέχιση του ειδικού καθεστώτος μέχρι το 2059, λόγω του μεγάλου ύψους και της ιδιαίτερα μακράς διάρκειας των δανείων που έλαβε κατά την περίοδο των μνημονίων.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισκέπτονται την Αθήνα δύο φορές τον χρόνο. Στους ελέγχους συμμετέχουν επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας παίρνει μέρος και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι αξιολογήσεις εξετάζουν την πορεία της οικονομίας, τα δημόσια οικονομικά, την κατάσταση των τραπεζών και, κυρίως, εάν η χώρα μπορεί να συνεχίσει να αποπληρώνει χωρίς προβλήματα τα δάνειά της.
Πώς αλλάζουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες
Η Κομισιόν έχει προτείνει την αλλαγή του Κανονισμού 472/2013, ώστε η ένταση των ελέγχων να εξαρτάται από την πραγματική κατάσταση κάθε οικονομίας και όχι μόνο από το ποσοστό των δανείων που έχει αποπληρωθεί. Σύμφωνα με τη νέα πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μετά την πάροδο πέντε ετών εποπτείας θα μπορεί να πραγματοποιείται ειδική αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής του χρέους. Εάν διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι, οι τακτικές αποστολές και οι ξεχωριστές εκθέσεις θα μπορούν να σταματούν για μία πενταετία.
Μετά το τέλος αυτής της περιόδου, η κατάσταση θα εξετάζεται ξανά. Επομένως, δεν καταργείται πλήρως ο μηχανισμός ασφαλείας για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά οι έλεγχοι περιορίζονται όταν δεν υπάρχει πραγματικός λόγος να συνεχίζονται με την ίδια συχνότητα. Η λογική της Κομισιόν είναι απλή: δεν χρειάζεται να ξοδεύονται προσωπικό, χρόνος και χρήματα για συνεχείς αποστολές σε χώρες που έχουν επιστρέψει σε σταθερή οικονομική πορεία και μπορούν να καλύπτουν κανονικά τις υποχρεώσεις τους.
Γιατί μπορεί να βγει νωρίτερα η Ελλάδα
Στις 20 Αυγούστου 2022 η χώρα μας εξήλθε από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας της Ε.Ε. που είχε επιβληθεί μετά τα μνημόνια και πέρασε σε καθεστώς μεταπρογραμματικής εποπτείας, που προβλέπει απλή παρακολούθηση της οικονομίας ανά εξάμηνο (και όχι ανά τρίμηνο). Αυτό σημαίνει ότι η προβλεπόμενη πενταετία συμπληρώνεται τυπικά το καλοκαίρι του 2027. Στις Βρυξέλλες, ωστόσο, εξετάζεται το ενδεχόμενο να υπολογιστεί και η περίοδος της ενισχυμένης εποπτείας, στην οποία βρισκόταν η χώρα από το 2018 μέχρι το 2022. Το καθεστώς εκείνο ήταν ακόμη αυστηρότερο και περιλάμβανε συχνότερους και πιο αναλυτικούς ελέγχους.
Ευρωπαϊκές πηγές θεωρούν ότι θα ήταν δύσκολο να εξαιρεθεί η Ελλάδα από το πρώτο κύμα των χωρών που θα απαλλαγούν από τις τακτικές αξιολογήσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, η χώρα θα παρέμενε μόνη της στο ειδικό καθεστώς μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, παρότι οι οικονομικές της επιδόσεις έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Η απόφαση, πάντως, δεν έχει ακόμη ληφθεί. Η ευρωπαϊκή πρόταση πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, ενώ στη συνέχεια θα χρειαστεί θετική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας.
Τα στοιχεία που ενισχύουν την ελληνική θέση
Το ισχυρότερο επιχείρημα της Αθήνας είναι η εικόνα των οικονομικών στοιχείων. Στην αξιολόγηση του περασμένου Ιουνίου η Κομισιόν αναφέρει ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα διατηρεί την ικανότητα να εξυπηρετεί το χρέος της. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1% το 2025, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά με την ανάπτυξη αυτή να στηρίζεται στις επενδύσεις, στην κατανάλωση, στις εξαγωγές και στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Ιδιαίτερα θετική είναι και η πορεία των δημόσιων οικονομικών. Το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε περίπου στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ξεπερνώντας τις αρχικές προβλέψεις. Η υψηλή φορολογική συμμόρφωση, η αύξηση των εσόδων και η συγκράτηση των δαπανών βοήθησαν ώστε η χώρα να εμφανίσει καλύτερα αποτελέσματα από όσα αναμένονταν.
Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, ακολουθεί όμως σταθερά καθοδική πορεία. Από το 154,2% του ΑΕΠ το 2024 μειώθηκε στο 146,1% το 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι θα περιοριστεί στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027. Η ελληνική κυβέρνηση είναι ακόμη πιο αισιόδοξη και εκτιμά ότι το χρέος μπορεί να υποχωρήσει στο 136,8% του ΑΕΠ ήδη από το τέλος του 2026. Στην πτώση συμβάλλουν η ανάπτυξη, τα υψηλά πλεονάσματα και οι πρόωρες αποπληρωμές παλαιότερων δανείων. Σημαντική ασφάλεια προσφέρουν και τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, τα οποία βρίσκονταν κοντά στα 40 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025. Παράλληλα, η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους πλησιάζει τα 19 χρόνια, ενώ μεγάλο μέρος των δανείων έχει χαμηλά και σταθερά επιτόκια. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν χρειάζεται να αναχρηματοδοτεί κάθε χρόνο μεγάλο μέρος του χρέους του και παραμένει σε μεγάλο βαθμό προστατευμένο από τις απότομες μεταβολές των διεθνών επιτοκίων.
Επενδυτική βαθμίδα και επιστροφή στις αγορές
Ένα ακόμη στοιχείο τέλος που λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας είναι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν πλέον ότι η ελληνική οικονομία έχει αλλάξει σελίδα, ενώ οι εκδόσεις ελληνικών ομολόγων συγκεντρώνουν ισχυρό ενδιαφέρον από ξένους επενδυτές. Η Ελλάδα μπορεί να δανείζεται κανονικά από τις αγορές και έχει ήδη προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές παλαιών δανείων. Η εξέλιξη αυτή μειώνει τους μελλοντικούς τόκους και ενισχύει την εικόνα μιας χώρας που διαχειρίζεται με μεγαλύτερη ασφάλεια τις υποχρεώσεις της.
Η Κομισιόν εξακολουθεί να επισημαίνει ότι το χρέος είναι μεγάλο και ότι η δημοσιονομική σταθερότητα πρέπει να διατηρηθεί. Αναγνωρίζει, όμως, πως οι άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης είναι περιορισμένες και ότι η Ελλάδα διαθέτει τα αποθέματα για να αντιμετωπίσει πιθανές δυσκολίες.

















