Μια συμφωνία που μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή φέρεται να έχει εγκρίνει ο Ντόναλντ Τραμπ, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος στη Σαουδική Αραβία, αλλά και για ενδεχόμενο εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφος του βασιλείου.
Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αναμένεται να παρουσιάσει μια ευρεία συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με το Ριάντ, η οποία θα επιτρέψει σε αμερικανικές επιχειρήσεις να συμμετάσχουν στην κατασκευή της σαουδαραβικής πυρηνικής υποδομής.
Η συμφωνία, όπως μεταδίδει το New York Times , η οποία φέρεται να έχει διάρκεια 30 ετών και αξία δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, θεωρείται τεράστια εμπορική ευκαιρία για την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία. Την ίδια στιγμή, όμως, προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η Σαουδική Αραβία να εμπλουτίζει ουράνιο και να επανεπεξεργάζεται χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο.
Η λεπτομέρεια που προκαλεί συναγερμό
Το πλέον αμφιλεγόμενο σημείο της συμφωνίας είναι ότι φέρεται να δημιουργεί το νομικό πλαίσιο για συνεργασία σε ολόκληρο τον κύκλο του πυρηνικού καυσίμου, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο εμπλουτισμός ουρανίου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα μεταφέρουν αυτομάτως στη Σαουδική Αραβία τεχνολογία εμπλουτισμού. Ωστόσο, μετά την εκπόνηση κοινής αμερικανοσαουδαραβικής μελέτης, θα μπορούσε να επιτραπεί η κατασκευή μονάδας εμπλουτισμού στο σαουδαραβικό έδαφος.
Ο εμπλουτισμός ουρανίου χρησιμοποιείται για την παραγωγή καυσίμου για πυρηνικούς αντιδραστήρες. Η ίδια τεχνολογία, όμως, εφόσον χρησιμοποιηθεί σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή σχάσιμου υλικού για πυρηνικά όπλα.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο Αμερικανοί βουλευτές, ειδικοί σε θέματα μη διάδοσης πυρηνικών όπλων και Ισραηλινοί αξιωματούχοι αντιμετωπίζουν με ανησυχία τη συμφωνία.
Χωρίς το αυστηρό «χρυσό πρότυπο»
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, η συμφωνία δεν περιλαμβάνει το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο», δηλαδή τη ρητή παραίτηση μιας χώρας από τον εμπλουτισμό ουρανίου και την επανεπεξεργασία πυρηνικών αποβλήτων.
Έναν τέτοιο όρο είχαν αποδεχθεί τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2009, όταν υπέγραψαν τη δική τους συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με την Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, το αμερικανοσαουδαραβικό κείμενο δεν αναμένεται να προβλέπει την εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Το συγκεκριμένο πρωτόκολλο παρέχει στους διεθνείς επιθεωρητές διευρυμένες δυνατότητες ελέγχου, ακόμη και σε μη δηλωμένες εγκαταστάσεις.
Η απουσία αυτών των δύο δικλίδων ασφαλείας βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης στην Ουάσινγκτον.
Ο φόβος για μια σαουδαραβική πυρηνική βόμβα
Οι ανησυχίες ενισχύονται από προηγούμενες δηλώσεις του πρίγκιπα διαδόχου και ουσιαστικού ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Ο Σαουδάραβας διάδοχος έχει δηλώσει ότι το βασίλειο δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικής βόμβας. Έχει, όμως, ξεκαθαρίσει ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η χώρα του θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Η θέση αυτή έχει εντείνει τον φόβο ότι ένα πρόγραμμα που ξεκινά ως απολύτως ειρηνικό θα μπορούσε, σε περίπτωση νέας κρίσης, να αποκτήσει στρατιωτική διάσταση.
Η συμφωνία προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση επειδή προωθείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επικεντρώσει τη στρατηγική τους στην αποτροπή του Ιράν από την απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Οι επικριτές της αμερικανικής κυβέρνησης θέτουν πλέον το ερώτημα πώς μπορεί η Ουάσινγκτον να αντιτίθεται στον εμπλουτισμό ουρανίου από την Τεχεράνη, αλλά ταυτόχρονα να αφήνει ανοικτή την ίδια δυνατότητα για το Ριάντ.
Τι κερδίζουν ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία
Για τη Σαουδική Αραβία, η ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας αποτελεί βασικό κομμάτι του σχεδίου «Vision 2030» του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Το Ριάντ θέλει να περιορίσει την κατανάλωση πετρελαίου και φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να διαθέτει μεγαλύτερες ποσότητες αργού προς εξαγωγή. Η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε επίσης να καλύψει τις τεράστιες ανάγκες της χώρας για κλιματισμό και αφαλάτωση θαλασσινού νερού.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το όφελος είναι τόσο οικονομικό όσο και γεωπολιτικό.
Αμερικανικές εταιρείες, με τη Westinghouse να θεωρείται μία από τις βασικές υποψήφιες για την κατασκευή αντιδραστήρων, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν συμβόλαια δισεκατομμυρίων. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επιδιώκει να κρατήσει το Ριάντ μακριά από ανταγωνιστές όπως η Κίνα και η Ρωσία, οι οποίες επίσης ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στο σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Μια αμερικανική συμφωνία θα έδινε, επίσης, στην Ουάσινγκτον μεγαλύτερη δυνατότητα παρακολούθησης και επιρροής στις πυρηνικές δραστηριότητες του βασιλείου.
Στο Κογκρέσο η επόμενη μάχη
Η συμφωνία αναμένεται να υποβληθεί στο Κογκρέσο βάσει του άρθρου 123 του αμερικανικού Νόμου περί Ατομικής Ενέργειας.
Οι Αμερικανοί νομοθέτες θα έχουν περίπου 90 ημέρες κοινοβουλευτικών εργασιών για να εξετάσουν το κείμενο και να επιχειρήσουν να το απορρίψουν.
Στην πράξη, όμως, το μπλοκάρισμά του θεωρείται δύσκολο. Θα απαιτούνταν κοινό ψήφισμα του Κογκρέσου και, σε περίπτωση προεδρικού βέτο, πλειοψηφία δύο τρίτων για την ανατροπή του.
Η αντιπαράθεση αναμένεται σφοδρή. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι βλέπουν μια συμφωνία δισεκατομμυρίων που θα ενισχύσει την αμερικανική βιομηχανία και θα κρατήσει τη Σαουδική Αραβία στο δυτικό στρατόπεδο.
Από την άλλη, όσοι φοβούνται ότι το πυρηνικό «δώρο» του Τραμπ στον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας και εξαιρετικά επικίνδυνης κούρσας εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή.














