Η Αυστρία εγκαινίασε αστυνομικό τμήμα στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Αδόλφος Χίτλερ, στην πόλη Μπράουναου, βάζοντας τέλος σε μια πολυετή διαμάχη για το μέλλον του ιστορικού κτιρίου. Οι αυστριακές αρχές προχώρησαν σε εκτεταμένη ανακαίνιση του ακινήτου, με βασικό στόχο να αποτρέψουν τη μετατροπή του σε τόπο προσκυνήματος για νεοναζί.
Το κτίριο, ένα πρώην πανδοχείο του 17ου αιώνα, είναι το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Αδόλφος Χίτλερ τον Απρίλιο του 1889. Ωστόσο, ο μετέπειτα δικτάτορας της ναζιστικής Γερμανίας έζησε στη διεύθυνση Σάλτσμπουργκερ Φόρστατ 15 μόνο για λίγες εβδομάδες, καθώς η οικογένειά του μετακόμισε σύντομα σε άλλη κατοικία μέσα στο Μπράουναου. Όταν ο Χίτλερ ήταν τριών ετών, η οικογένεια εγκατέλειψε οριστικά την πόλη.
Η μοναδική επιστροφή του Χίτλερ και η πολύχρονη διαμάχη για το κτίριο
Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στο Μπράουναου το 1938, καθ’ οδόν προς τη Βιέννη, μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία.
Για δεκαετίες, το αυστριακό υπουργείο Εσωτερικών μίσθωνε το ακίνητο από την πρώην ιδιοκτήτριά του, Γκέρλιντε Πόμερ, καταβάλλοντάς της υψηλό ενοίκιο, προκειμένου να αποτραπεί η χρήση του ως προορισμού ακραίου δεξιού τουρισμού. Για πολλά χρόνια, το κτίριο φιλοξενούσε κέντρο ημερήσιας φροντίδας και εργαστήριο της τοπικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Lebenshilfe, η οποία υποστήριζε άτομα με ειδικές ανάγκες. Ωστόσο, η οργάνωση αναγκάστηκε να αποχωρήσει το 2011, όταν η ιδιοκτήτρια μπλόκαρε τις εργασίες ανακαίνισης.
Η Γκέρλιντε Πόμερ αρνήθηκε επίσης επανειλημμένα να πουλήσει το ακίνητο στο κράτος. Έτσι, το σπίτι παρέμεινε άδειο για αρκετά χρόνια, ενώ συνεχίζονταν οι διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών σχετικά με τους όρους της συμφωνίας.
Η απαλλοτρίωση και η μετατροπή σε αστυνομικό τμήμα
Το 2016, το αυστριακό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που επέτρεψε στην κυβέρνηση να απαλλοτριώσει το σπίτι, καταβάλλοντας στην ιδιοκτήτρια αποζημίωση ύψους 812.000 ευρώ. Η Πόμερ προσέφυγε αργότερα στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι το ποσό ήταν ανεπαρκές, όμως το δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της.
Ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Βόλφγκανγκ Σομπότκα, είχε υποστηρίξει ότι το κτίριο έπρεπε να κατεδαφιστεί και στη θέση του να ανεγερθεί νέο. Η πρόταση αυτή θύμιζε παλαιότερη τοποθέτηση Ρώσου βουλευτή, ο οποίος είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε να αγοράσει το σπίτι και να το ανατινάξει.
Η ιδέα της κατεδάφισης, όμως, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλοί υποστήριξαν ότι μια τέτοια ενέργεια θα ισοδυναμούσε με άρνηση του ναζιστικού παρελθόντος της Αυστρίας.
Τελικά, το 2019 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το κτίριο θα μετατρεπόταν σε αστυνομικό τμήμα και προκήρυξε πανευρωπαϊκό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τον σχεδιασμό του έργου. Για την ανακαίνιση του παλαιού κίτρινου κτιρίου δαπανήθηκαν εκατομμύρια ευρώ, ενώ η πρόσοψή του άλλαξε σημαντικά, με αποτέλεσμα να διαφέρει αισθητά από την προηγούμενη μορφή του.
Οι αντιδράσεις και η ιστορική μνήμη
Η απόφαση για τη λειτουργία αστυνομικού τμήματος στο συγκεκριμένο σημείο δεν βρίσκει σύμφωνους όλους. Ορισμένοι θεωρούν ότι στέλνει λανθασμένο μήνυμα, ενώ άλλοι υποστήριζαν πως το κτίριο θα έπρεπε να μετατραπεί σε κέντρο που θα προωθεί την ανάληψη ευθύνης και την αντιμετώπιση του ναζιστικού παρελθόντος. Παράλληλα, ο τοπικός ιστορικός Φλόριαν Κότανκο δήλωσε ότι θα προτιμούσε να επιστρέψει εκεί η οργάνωση Lebenshilfe.
Όπως ανέφερε στο BBC, ακόμη και η ίδια η φιλανθρωπική οργάνωση δεν επιθυμούσε να επιστρέψει, επειδή θεωρούσε ότι θα χρησιμοποιούνταν ως «φύλλο συκής» σε μια πολιτική αντιπαράθεση, γεγονός που οδήγησε τελικά την κυβέρνηση να επιλέξει διαφορετική λύση.
Σήμερα, το κτίριο δεν φέρει καμία πινακίδα που να αναφέρεται στην ιστορία του, ενώ διαθέτει κάμερες ασφαλείας για την καταγραφή της δραστηριότητας πιθανών νεοναζιστών επισκεπτών. Η μοναδική εμφανής σύνδεσή του με τον Αδόλφο Χίτλερ είναι μια πέτρινη αναμνηστική πλάκα στον δρόμο μπροστά από το σπίτι, η οποία τοποθετήθηκε το 1989.
Η επιγραφή αναφέρει: «Ποτέ ξανά φασισμός – Στη μνήμη εκατομμυρίων νεκρών». Η πέτρα προέρχεται από το πρώην στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν, ενώ το όνομα του Χίτλερ δεν αναφέρεται πουθενά.
Παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί, ο Φλόριαν Κότανκο εκτιμά ότι η ιστορία του συγκεκριμένου χώρου δεν πρόκειται ποτέ να πάψει να τον συνοδεύει, ακόμη κι αν μειωθούν οι επισκέψεις νεοναζιστών. Όπως σημειώνει, «πρέπει να αντιμετωπίζεις αυτή την ιστορία με ανοιχτό και σωστό τρόπο. Δεν πρόκειται για ζήτημα υπερηφάνειας, αλλά για την αποδοχή και διαχείριση της πραγματικότητας».

















