Οι καταγγελίες του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη κατά του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για τις αλλαγές που επέφερε στον Ποινικό Κώδικα το καλοκαίρι του 2019 ανοίγουν ξανά έναν φάκελο που ουδέποτε απαντήθηκε πειστικά: Γιατί η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε, κυριολεκτικά λίγες ημέρες πριν από τις εθνικές εκλογές, να ψηφίσει μια τόσο κρίσιμη μεταρρύθμιση που είχε άμεσες συνέπειες σε μεγάλες δικαστικές υποθέσεις; Στο κέντρο των αλλαγών που επήλθαν τότε ήταν η μετατροπή της ενεργητικής δωροδοκίας αξιωματούχων από κακούργημα σε πλημμέλημα. Μια αλλαγή που δεν αποτελούσε απλώς μια τεχνική νομική λεπτομέρεια, αλλά μια παρέμβαση με τεράστιο πρακτικό αποτέλεσμα. Διότι όταν ένα αδίκημα υποβαθμίζεται ποινικά, αλλάζουν και τα όρια της παραγραφής. Και όταν αλλάζουν τα όρια της παραγραφής, μεγάλες υποθέσεις μπορούν να κλείσουν χωρίς ουσιαστική καταδίκη.
Ο υπουργός Υγείας, μιλώντας προχθές το βράδυ στον τηλεοπτικό σταθμό Action 24, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του προέδρου της ΕΛΑΣ και πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνησή του ΣΥΡΙΖΑ είχε προχωρήσει επίτηδες σε εσπευσμένες αλλαγές του Ποινικού Κώδικα λίγο πριν στηθούν οι κάλπες. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «ο κ. Κοντονής, ο υπουργός Δικαιοσύνης του κ. Τσίπρα, δήλωσε ότι πήρε λεφτά για να ψηφίσει τους νέους Ποινικούς Κώδικες. Και αυτή είναι η μόνη λογική λύση για ποιο λόγο ενώ είχε προκηρύξει εκλογές στις 26 Ιουνίου 2019 τις μετέθεσε για τις 7 Ιουλίου – κι αν θέλει να μου κάνει μήνυση ο κ. Τσίπρας. Πείτε μου μια φορά που έχουν ανακοινωθεί εκλογές και αλλάζει ημερομηνία για να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο. Ο Τσίπρας είναι ο πιο διεφθαρμένος πολιτικός της μεταπολίτευσης και απλώς δεν τον κυνήγησε ο Μητσοτάκης. Να μας πει γιατί έπρεπε να ψηφίσει αυτό το νομοσχέδιο τόσο επειγόντως που μετέτρεψε το κακούργημα της ενεργής δωροδοκίας σε πλημμέλημα».
Στο ίδιο ζήτημα πάντως στέκεται σήμερα και ο δημοσιογράφος Γιώργος Χρ. Παπαχρήστος στη στήλη «Στίγμα» της εφημερίδας «Τα Νέα», υπενθυμίζοντας τον ρόλο και τη στάση του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Σταύρου Κοντονή. Όπως γράφει χαρακτηριστικά, ο κ. Γεωργιάδης επικαλέστηκε για τις βαριές αυτές καταγγελίες το υπουργό Δικαιοσύνης επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Σταύρο Κοντονή «ο οποίος αρνιόταν κατηγορηματικά να ψηφίσει τις αλλαγές (βασικά την αλλαγή, περί δωροδοκίας) στον Ποινικό Κώδικα. Και εξ αυτού του λόγου, εξεδιώχθη από την κυβέρνηση για να αναλάβει στη θέση του ως υπουργός Δικαιοσύνης, ο Μιχάλης Καλογήρου, ο οποίος και σήμερα είναι δεξί χέρι του προέδρου Τσίπρα.
Η υπόθεση Μυτιληναίου – Νέζη
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις πάντως που δείχνουν στην πράξη τι σήμαιναν οι αλλαγές του 2019 είναι η πολύκροτη δίκη του επιχειρηματία Ευάγγελου Μυτιληναίου και του πρώην διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ, Στέργιου Νέζη. Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος είχε κατηγορηθεί ότι κατέβαλε ως «μίζα» το ποσό των 250.000 ευρώ στον Στέργιο Νέζη. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα χρήματα φέρονται να δόθηκαν ως παράνομο αντάλλαγμα προκειμένου να ανατεθεί στη ΜΕΤΚΑ, εταιρεία του Ομίλου Μυτιληναίου, το έργο της κατασκευής της μονάδας συνδυασμένου κύκλου στο εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Λαύριο.
Η ροή των χρημάτων, κατά την κατηγορία, εντοπίστηκε να καταλήγει μέσω εξωχώριας εταιρείας σε τραπεζικό λογαριασμό του Στέργιου Νέζη. Δηλαδή υπήρχε συγκεκριμένο ποσό, συγκεκριμένη διαδρομή, συγκεκριμένος αποδέκτης και συγκεκριμένο έργο. Η δίκη στο Γ’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων πέρασε από πολλές διακοπές και συνεδριάσεις μέσα στο 2018 και το 2019. Η πλευρά των κατηγορουμένων επιχείρησε αρχικά να προβάλει ενστάσεις ώστε να μη δικαστεί η υπόθεση. Οι ενστάσεις αυτές όμως δεν έγιναν δεκτές.
Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη του εμβάσματος. Όμως η εισαγγελική πλευρά δεν πείστηκε. Τον Ιούνιο του 2019, δηλαδή τον ίδιο μήνα που ψηφίζονταν στη Βουλή οι νέοι Ποινικοί Κώδικες, ο εισαγγελέας της έδρας, Νίκος Δεληδήμος, ήταν καταπέλτης. Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι οι ισχυρισμοί τους αποτελούν «δικαιολογίες για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα» και τόνισε πως ήταν πλέον προφανές ότι τα χρήματα συνδέονταν άμεσα με τη σύμβαση του Λαυρίου.
Ωστόσο ο επιχειρηματίας Ευάγγελος Μυτιληναίος απαλλάχθηκε τελικά από τις κατηγορίες λόγω παραγραφής του αδικήματος, με βάση τις αλλαγές και τα χρονικά όρια του Ποινικού Κώδικα. Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο. Η υπόθεση έκλεισε λόγω παραγραφής. Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι ένα μόνο από τα παραδείγματα που δείχνουν πώς μια αλλαγή στη νομοθεσία μπορεί να αλλάξει τη μοίρα μιας υπόθεσης με τεράστια οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.














