Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας, υπό τον πρωθυπουργό Πέτερ Μάγιαρ, προχωρά σε μια ιστορική πρωτοβουλία για να φέρει στο φως το κομμουνιστικό παρελθόν της χώρας, ανακοινώνοντας το άνοιγμα των αρχείων της μυστικής αστυνομίας της κομμουνιστικής περιόδου. Η κίνηση, που έρχεται λίγους μήνες μετά την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν και τον τερματισμό της 16χρονης διακυβέρνησής του, συνοδεύεται από ευρύτερες θεσμικές παρεμβάσεις με στόχο, σύμφωνα με τη νέα κυβέρνηση, την αποκατάσταση της διαφάνειας και την απομάκρυνση προσώπων που συνέβαλαν στη διατήρηση ενός ολοένα πιο αυταρχικού και διεφθαρμένου συστήματος.
Η κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση νόμου την Τετάρτη, 37 χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Σε αντίθεση με άλλες πρώην χώρες του σοβιετικού μπλοκ, όπως η Πολωνία και η Τσεχία, η Ουγγαρία δεν δημοσιοποίησε ποτέ επίσημα τους φακέλους των πληροφοριοδοτών της κομμουνιστικής εποχής μετά τη μετάβαση στη δημοκρατία. «Τακτοποιούμε ένα χρέος δεκαετιών», ανέφερε ο Μάγιαρ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσθέτοντας ότι στόχος είναι τα έγγραφα να γίνουν προσβάσιμα έως τις 23 Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώνονται 70 χρόνια από την αποτυχημένη ουγγρική εξέγερση του 1956 κατά της Σοβιετικής Ένωσης.
Παρότι πολλοί από όσους αναφέρονται στους φακέλους ενδέχεται να μην βρίσκονται πλέον στη ζωή και υπάρχουν ανησυχίες ότι μέρος των εγγράφων μπορεί να έχει αφαιρεθεί από τα αρχεία, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η πρωτοβουλία αποτελεί ένα σημαντικό συμβολικό βήμα για να αποκαλυφθεί η έκταση του δικτύου πληροφοριοδοτών της κομμουνιστικής περιόδου και η δράση όσων το διαχειρίζονταν. Σύμφωνα με την πρόταση, ορισμένα από τα πρόσωπα αυτά διατήρησαν σημαντική επιρροή και μετά τη δημοκρατική μετάβαση, καταλαμβάνοντας καίριες θέσεις στο κράτος και την οικονομία.
Η μη δημοσιοποίηση των φακέλων αμέσως μετά τη μετάβαση στη δημοκρατία θεωρείται ευρέως το «προπατορικό αμάρτημα» της μετακομμουνιστικής ιστορίας της Ουγγαρίας, καθώς επέτρεψε σε στελέχη του προηγούμενου καθεστώτος να διατηρήσουν θέσεις ισχύος μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος. Σύμφωνα με το κείμενο, η περίοδος διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν δεν αποτέλεσε εξαίρεση, καθώς διαδοχικές κυβερνήσεις διόρισαν πρώην υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κομμουνιστικής εποχής σε θέσεις επιρροής. Παράλληλα, ο άλλοτε αντικομμουνιστής φοιτητής ηγέτης μετατράπηκε, πριν από την αποχώρησή του από την εξουσία τον Απρίλιο, στον πιο σταθερό σύμμαχο της Μόσχας.
Αν και διαπιστευμένοι ιστορικοί είχαν επί χρόνια πρόσβαση σε μέρος των αρχείων και οι Ούγγροι πολίτες μπορούσαν να πληροφορηθούν εάν είχαν αποτελέσει αντικείμενο παρακολούθησης κατά την κομμουνιστική περίοδο, το περιεχόμενο των φακέλων δεν ήταν ευρέως διαθέσιμο. Διαδοχικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, είχαν κατά καιρούς εξαγγείλει το άνοιγμα των αρχείων, ωστόσο όλες οι σχετικές προσπάθειες τελικά εγκαταλείφθηκαν.
Το νομοσχέδιο, το οποίο θεωρείται βέβαιο ότι θα εγκριθεί λόγω της πλειοψηφίας των δύο τρίτων που διαθέτει το κόμμα Τίσα του Μάγιαρ στο κοινοβούλιο, προβλέπει τη σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής, στην οποία θα συμμετέχουν εν ενεργεία στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών, ανεξάρτητοι ιστορικοί και αρχειονόμοι. Έργο της επιτροπής θα είναι να εξετάσει ποιοι φάκελοι θα πρέπει να παραμείνουν απόρρητοι.
Την ίδια ώρα, ο Μάγιαρ προωθεί και παρεμβάσεις που αφορούν την περίοδο της διακυβέρνησης Όρμπαν. Η κυβέρνηση κατέθεσε αυτή την εβδομάδα συνταγματική τροπολογία για την απομάκρυνση από τα αξιώματά τους βασικών συμμάχων του πρώην πρωθυπουργού, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, υποστηρίζοντας ότι συνέβαλαν στην προστασία ενός ολοένα πιο αυταρχικού και διεφθαρμένου συστήματος στην Ουγγαρία. Ο Μάγιαρ παρομοίασε την προσπάθεια αυτή με τις κινήσεις της Ιταλίας για να απαλλαγεί από την επιρροή της μαφίας.
Ο Μπάλιντ Ρουφ, τον οποίο ο Μάγιαρ επιβεβαίωσε την Τετάρτη ως επιλογή του για τη θέση του επικεφαλής του γραφείου του πρωθυπουργού, δήλωσε στην ιστοσελίδα Valasz Online ότι το άνοιγμα των αρχείων της κομμουνιστικής μυστικής αστυνομίας θα αποτελέσει την «νούμερο ένα προτεραιότητά» του. Όπως ανέφερε, πρόκειται για έργο των ιστορικών, ωστόσο η νέα κυβέρνηση θα διασφαλίσει το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο, ώστε η έρευνα να διεξάγεται χωρίς πολιτικές πιέσεις.
Σε αντίθεση με την Πολωνία και την Τσεχία, η Ουγγαρία δεν αποκάλυψε ποτέ επίσημα τα ονόματα των συνεργατών της κομμουνιστικής μυστικής αστυνομίας, αν και κατά καιρούς ορισμένα ονόματα διέρρευσαν στα μέσα ενημέρωσης. Οι πολίτες μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση μόνο στους δικούς τους φακέλους και όχι σε αρχεία που αφορούσαν άλλα πρόσωπα ή πρώην πληροφοριοδότες.
Ο ιστορικός Κρίστιαν Ούνγκβαρι, ένθερμος υποστηρικτής της πλήρους διαφάνειας, είχε δηλώσει σε διάλεξή του το 2023 ότι όσο «το παρελθόν των δημόσιων προσώπων δεν είναι δημόσιο, θα παραμένουν διαρκώς ευάλωτα σε εκβιασμούς από όσους έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες για το παρελθόν τους».
Παράλληλα, ο Ρουφ ανέφερε ότι σχεδιάζει τη δημιουργία ειδικής υπηρεσίας για την ανάκτηση δισεκατομμυρίων φιορινιών που χάθηκαν λόγω διαφθοράς, ενώ θα αναλάβει και τον συντονισμό των υποθέσεων που αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε ο Μάγιαρ να επιβλέπει στενά τις προσπάθειες για την αποδέσμευση των δισεκατομμυρίων ευρώ από τα ευρωπαϊκά κονδύλια που παραμένουν δεσμευμένα.












