--°C Athens

Πόσα χρήματα χρειάζονται για την ευτυχία; Η νέα παγκόσμια έρευνα και η θέση της Ελλάδας

Πόσα χρήματα χρειάζονται για την ευτυχία; Η νέα παγκόσμια έρευνα και η θέση της Ελλάδας

Η σχέση ανάμεσα στο χρήμα και την ευτυχία αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ζητήματα των τελευταίων δεκαετιών. Αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι η οικονομική άνεση δεν αποτελεί εγγύηση για μια ευτυχισμένη ζωή, νέα διεθνής ανάλυση επιχειρεί να προσδιορίσει το επίπεδο εισοδήματος που συνδέεται με τη μέγιστη προσωπική ικανοποίηση.

Η μελέτη βασίστηκε σε παλαιότερη έρευνα του Πανεπιστημίου Purdue στις ΗΠΑ, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα μπορούν να ενισχύσουν την αίσθηση ευημερίας, αλλά μόνο μέχρι ένα συγκεκριμένο όριο. Από εκεί και πέρα, η περαιτέρω αύξηση των αποδοχών δεν φαίνεται να προσφέρει σημαντική βελτίωση στην ποιότητα ζωής ή στην υποκειμενική αίσθηση ευτυχίας.

Οι χώρες όπου η ευτυχία έχει το υψηλότερο οικονομικό κόστος

Με αφετηρία τα ευρήματα του Purdue, η εταιρεία Remitly ανέλυσε δεδομένα από 123 χώρες, προσαρμόζοντας τα στοιχεία στις σημερινές οικονομικές συνθήκες, τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής κάθε περιοχής.

Στόχος ήταν να υπολογιστεί το λεγόμενο «σημείο κορεσμού εισοδήματος», δηλαδή το ποσό που θεωρείται αρκετό ώστε κάποιος να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο οικονομικά συνδεδεμένης ευημερίας.

Στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης βρίσκεται η Ισλανδία, όπου απαιτείται ετήσιο εισόδημα 163.579 δολαρίων για να επιτευχθεί το συγκεκριμένο επίπεδο ικανοποίησης. Ακολουθεί η Αυστραλία με 161.302 δολάρια, ενώ τρίτη κατατάσσεται η Ελβετία με 154.504 δολάρια.

Την πρώτη τετράδα συμπληρώνει η Νέα Ζηλανδία, με το απαιτούμενο ετήσιο εισόδημα να φτάνει τα 137.361 δολάρια.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι υψηλές απαιτήσεις στις συγκεκριμένες χώρες συνδέονται άμεσα με το αυξημένο κόστος διαβίωσης, την εξάρτηση από εισαγωγές αγαθών και τα εκτεταμένα κοινωνικά συστήματα που χρηματοδοτούνται μέσω υψηλότερης φορολογίας.

Παρά το γεγονός ότι η Ισλανδία εμφανίζεται ως η ακριβότερη χώρα για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού ορίου, παραμένει σταθερά ανάμεσα στις πιο ευτυχισμένες κοινωνίες παγκοσμίως. Παράγοντες όπως η κοινωνική συνοχή, η ασφάλεια, η ισότητα και η ισχυρή κοινωνική πρόνοια φαίνεται να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η χώρα όπου οι μισθοί ξεπερνούν το «όριο ευτυχίας»

Η έρευνα δεν περιορίστηκε μόνο στον υπολογισμό του απαιτούμενου εισοδήματος, αλλά εξέτασε και κατά πόσο οι πολίτες κάθε χώρας μπορούν να το προσεγγίσουν μέσω των πραγματικών αποδοχών τους.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η Σλοβενία αποτελεί τη μοναδική χώρα όπου ο μέσος ετήσιος μισθός υπερβαίνει το απαιτούμενο όριο. Συγκεκριμένα, οι μέσες αποδοχές φτάνουν τα 42.754 δολάρια, ενώ το αντίστοιχο επίπεδο ευημερίας υπολογίζεται στα 36.769 δολάρια.

Η συγκεκριμένη επίδοση αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στη στρατηγική της χώρας να ενσωματώνει δείκτες ποιότητας ζωής και ευημερίας στον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών, πέρα από τα παραδοσιακά οικονομικά μεγέθη.

Στις επόμενες θέσεις βρίσκονται το Λουξεμβούργο, η Εσθονία, η Σιγκαπούρη, η Λιθουανία και η Τσεχία, όπου οι μέσοι μισθοί πλησιάζουν σε μεγάλο βαθμό το αντίστοιχο οικονομικό όριο που συνδέεται με την ευτυχία.

Ιδιαίτερα αισθητή είναι η παρουσία χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες εμφανίζουν πιο ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στις αποδοχές και το κόστος ζωής σε σύγκριση με αρκετές δυτικές οικονομίες.

Σε ποια θέση βρίσκεται η Ελλάδα

Θετική είναι η εικόνα και για την Ελλάδα, η οποία συγκαταλέγεται στις δέκα χώρες όπου η επίτευξη του οικονομικού ορίου ευημερίας θεωρείται πιο προσιτή.

Η ανάλυση υπολογίζει ότι το απαιτούμενο ετήσιο εισόδημα ανέρχεται περίπου στα 34.900 δολάρια, ενώ οι μέσες αποδοχές αντιστοιχούν σε περίπου 27.900 δολάρια. Αυτό σημαίνει ότι ο μέσος Έλληνας καλύπτει σχεδόν το 80% του ποσού που συνδέεται με το μέγιστο επίπεδο οικονομικά προσδιοριζόμενης ευτυχίας.

Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το υψηλό επίπεδο εισοδημάτων, το κόστος που συνδέεται με την επίτευξη της συγκεκριμένης ευημερίας αγγίζει τα 134.827 δολάρια ετησίως. Ως αποτέλεσμα, ο μέσος εργαζόμενος καλύπτει λίγο περισσότερο από το μισό του απαιτούμενου ποσού.

Διαβάστε Σχετικά