Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει αριθμητικό πλεονέκτημα στο μέτωπο της Ουκρανίας, όμως το κόστος του πολέμου αρχίζει να δημιουργεί σοβαρά ρήγματα στη δυνατότητα της Μόσχας να αναπληρώνει τις απώλειές της.
Σύμφωνα με αναλυτές, το πρόβλημα για το Κρεμλίνο δεν είναι μόνο πόσους στρατιώτες μπορεί να στείλει ακόμη στην Ουκρανία, αλλά αν μπορεί να συνεχίσει να το κάνει με τον ίδιο ρυθμό, την ίδια ένταση και το ίδιο πολιτικό κόστος.
Η ρωσική πολεμική μηχανή στηρίχθηκε για μεγάλο διάστημα σε μαζική στρατολόγηση, υψηλά οικονομικά μπόνους και επιθετικές τακτικές φθοράς. Όμως οι απώλειες, η κόπωση της κοινωνίας και η πίεση στην οικονομία κάνουν το μοντέλο αυτό όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί.
Η στρατολόγηση δεν αρκεί για να καλύψει τις απώλειες
Ένα από τα βασικά προβλήματα της Ρωσίας είναι ότι μεγάλο μέρος των νέων συμβασιούχων στρατιωτών δεν αυξάνει πραγματικά τη δύναμη του στρατού, αλλά απλώς αντικαθιστά όσους σκοτώνονται, τραυματίζονται ή βγαίνουν εκτός μάχης.
Στρατιωτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Μόσχα έχει περάσει από τη φάση της συσσώρευσης δυνάμεων στη φάση της απλής αναπλήρωσης απωλειών. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν οι αριθμοί στρατολόγησης παραμένουν υψηλοί, δεν οδηγούν απαραίτητα σε ουσιαστική ενίσχυση του μετώπου.
Το πρόβλημα γίνεται πιο έντονο όσο ο πόλεμος συνεχίζεται με μεγάλες απώλειες σε πεζικό, καθώς οι ρωσικές επιθέσεις συχνά βασίζονται σε μικρές ομάδες εφόδου, συνεχείς πιέσεις στη γραμμή επαφής και τακτικές που καταναλώνουν μεγάλο αριθμό στρατιωτών.
Ο Πούτιν μπροστά σε στενό χρονικό περιθώριο
Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και αναλυτές εκτιμούν ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έχει απεριόριστο χρόνο για να επιβάλει τους όρους του στην Ουκρανία.
Η εκτίμηση που μεταδίδεται από δυτικές πηγές είναι ότι μέσα στους επόμενους μήνες η Ρωσία μπορεί να δυσκολευτεί ακόμη περισσότερο να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος, εάν δεν καταφέρει να πετύχει σημαντικά στρατιωτικά αποτελέσματα.
Το Κρεμλίνο εξακολουθεί να εμφανίζει δημόσια εικόνα αντοχής, όμως στο παρασκήνιο συσσωρεύονται πιέσεις: απώλειες στο μέτωπο, αυξανόμενο κόστος στρατολόγησης, ελλείψεις εργατικού δυναμικού και φθορά στην πολεμική οικονομία.
Η Ουκρανία ποντάρει στην τεχνολογία
Την ίδια ώρα, η Ουκρανία επιχειρεί να μετατρέψει την αριθμητική της υστέρηση σε τεχνολογικό πλεονέκτημα.
Τα drones, τα συστήματα επιτήρησης, τα πλήγματα μεγάλης εμβέλειας και οι επιθέσεις σε ρωσικές γραμμές ανεφοδιασμού έχουν αλλάξει τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.
Η ουκρανική στρατηγική δεν βασίζεται μόνο στην άμεση αναμέτρηση με τις ρωσικές δυνάμεις, αλλά και στη διάβρωση της ικανότητας της Μόσχας να μετακινεί στρατεύματα, καύσιμα, πυρομαχικά και εξοπλισμό.
Αυτή η τακτική έχει ιδιαίτερη σημασία στην Κριμαία και στις περιοχές που χρησιμοποιούνται ως διάδρομοι ανεφοδιασμού των ρωσικών δυνάμεων.
Το ρωσικό πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό
Η κρίση ανθρώπινου δυναμικού δεν αφορά μόνο τον στρατό.
Η Ρωσία αντιμετωπίζει ευρύτερη έλλειψη εργατικού δυναμικού, καθώς ο πόλεμος απορροφά άνδρες από την οικονομία, ενώ η αμυντική παραγωγή απαιτεί συνεχώς περισσότερους εργαζόμενους.
Τα υψηλά μπόνους για στρατολόγηση λειτουργούν ως εργαλείο προσέλκυσης, αλλά αυξάνουν το δημοσιονομικό βάρος και δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας. Σε πολλές περιοχές, ο στρατός ανταγωνίζεται την πραγματική οικονομία για εργατικά χέρια.
Έτσι, το μέτωπο στην Ουκρανία και η ρωσική οικονομία συνδέονται όλο και πιο στενά: όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση και στα δύο πεδία.
Η δυσπιστία απέναντι στη στράτευση
Η ρωσική στρατολόγηση δυσκολεύεται και για έναν ακόμη λόγο: οι πληροφορίες από το μέτωπο έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο πολλοί Ρώσοι βλέπουν τη συμμετοχή στον πόλεμο.
Οι αναφορές για κακή μεταχείριση στρατιωτών, υψηλές απώλειες σε επιθέσεις πεζικού και αποστολές σχεδόν αυτοκτονικού χαρακτήρα έχουν ενισχύσει τη δυσπιστία απέναντι στις υποσχέσεις του υπουργείου Άμυνας.
Ακόμη και οι προσπάθειες προσέλκυσης νέων σε πιο εξειδικευμένες μονάδες, όπως οι μονάδες drones, φαίνεται να επηρεάζονται από τον φόβο ότι οι στρατολογούμενοι μπορεί τελικά να σταλούν σε κλασικές αποστολές πρώτης γραμμής.
Η Μόσχα πιέζει, αλλά δεν «σπάει» το μέτωπο
Παρά τις δυσκολίες, η Ρωσία δεν έχει χάσει τη δυνατότητα να πολεμά. Διαθέτει ακόμη περισσότερους ανθρώπους, μεγαλύτερο βάθος και σημαντική βιομηχανική ικανότητα.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν η Μόσχα μπορεί να συνεχίσει τον πόλεμο, αλλά με τι κόστος και για πόσο ακόμη μπορεί να διατηρήσει την ίδια ένταση.
Οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να πιέζουν σε διάφορα σημεία του μετώπου, όμως η δυνατότητα για μεγάλη επιχειρησιακή διάσπαση παραμένει αβέβαιη.
Η Ουκρανία, παρά τα δικά της προβλήματα σε ανθρώπινο δυναμικό, έχει καταφέρει να επιβραδύνει τη ρωσική προέλαση και να μεταφέρει τον πόλεμο σε πεδία όπου η τεχνολογία και η ευελιξία μπορούν να περιορίσουν το αριθμητικό πλεονέκτημα της Μόσχας.
Το δίλημμα του Κρεμλίνου
Ο Πούτιν βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα.
Για να συνεχίσει τον πόλεμο με την ίδια ένταση, χρειάζεται περισσότερους στρατιώτες. Όμως μια νέα μεγάλη κινητοποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνική αναστάτωση και να πλήξει την εικόνα ελέγχου που διατηρεί το Κρεμλίνο στο εσωτερικό.
Αν, από την άλλη, περιορίσει την ένταση των επιχειρήσεων, κινδυνεύει να χάσει την πρωτοβουλία και να βρεθεί σε πιο αδύναμη θέση σε πιθανές διαπραγματεύσεις.
Αυτό κάνει τους επόμενους μήνες κρίσιμους για τη ρωσική στρατηγική.
Ο πόλεμος μπαίνει σε νέα φάση φθοράς
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός πολέμου όπου η Ρωσία δεν καταρρέει, αλλά πιέζεται όλο και περισσότερο από το ίδιο το μέγεθος της σύγκρουσης που έχει επιλέξει να συνεχίσει.
Οι αριθμοί μπορεί ακόμη να ευνοούν τη Μόσχα, όμως η ποιότητα των δυνάμεων, η ταχύτητα αναπλήρωσης, η οικονομική αντοχή και η κοινωνική ανοχή αποκτούν πλέον καθοριστική σημασία.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν κρίνεται μόνο στα χαρακώματα. Κρίνεται και στο αν η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει να βρίσκει ανθρώπους πρόθυμους να πολεμήσουν, να πληρώνει το κόστος και να αντέχει τις απώλειες χωρίς να διαρραγεί το εσωτερικό της μέτωπο.














