Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ συμφώνησε να εμποδίσει τις αμερικανικές φορολογικές αρχές από το να προχωρήσουν σε διεκδικήσεις κατά του Ντόναλντ Τραμπ, των δύο μεγαλύτερων γιων του και της Trump Organization, στο πλαίσιο συμφωνίας για τον τερματισμό της αγωγής ύψους 10 δισ. δολαρίων που είχε καταθέσει ο Αμερικανός πρόεδρος κατά της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων (IRS).
Η δέσμευση του υπουργείου Δικαιοσύνης ανακοινώθηκε την Τρίτη, μία ημέρα αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε να διευθετήσει τη δικαστική του διαμάχη με την IRS, με αντάλλαγμα τη δημιουργία από την αμερικανική κυβέρνηση ταμείου ύψους 1,8 δισ. δολαρίων για πρόσωπα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, υπήρξαν θύματα «νομικού πολέμου» («lawfare»).
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΟΥΝ, ΠΑΡΑΙΤΟΥΝΤΑΙ, ΑΘΩΩΝΟΥΝ και ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΥΝ ΟΡΙΣΤΙΚΑ κάθε έναν από τους ενάγοντες και στο εξής ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ και ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ η άσκηση ή επιδίωξη οποιασδήποτε απαίτησης», έγραψε ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας Τοντ Μπλανς σε μονοσέλιδο έγγραφο που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη και αφορά την υπόθεση που κατατέθηκε τον Ιανουάριο από τον Ντόναλντ Τραμπ, τους γιους του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ, καθώς και την Trump Organization.
Εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης δήλωσε στους Financial Times ότι η απόφαση για απαγόρευση διεκδικήσεων από την IRS αφορά «μόνο υφιστάμενους φορολογικούς ελέγχους».
«Θα είχε μικρό νόημα η διευθέτηση αρκετών σημαντικών αξιώσεων, αν οποιοδήποτε από τα δύο μέρη μπορούσε απλώς να επιστρέψει και να ξεκινήσει νέες δυσμενείς αξιώσεις που θα μπορούσαν να είχαν ασκηθεί νωρίτερα», πρόσθεσε ο ίδιος εκπρόσωπος.
Ωστόσο, ο Ντάνι Βέρφελ, επίτροπος της IRS επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, σημείωσε ότι δεν γνωρίζει «ούτε ένα προηγούμενο όπου η IRS συμφώνησε εκ των προτέρων να παραιτηθεί μόνιμα από τον έλεγχο φορολογικών δηλώσεων συγκεκριμένου προσώπου ή επιχείρησης».
Όπως ανέφερε, «είτε πρόκειται για τον πρόεδρο είτε για τον απλό πολίτη, οι άνθρωποι περιμένουν να ισχύουν οι ίδιοι φορολογικοί κανόνες και το ίδιο πλαίσιο επιβολής για όλους».
Η απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης τη Δευτέρα να δημιουργήσει το ταμείο για πρόσωπα που δηλώνουν ότι υπήρξαν θύματα άδικων ερευνών και διώξεων από προηγούμενες κυβερνήσεις προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς και επιφυλάξεις ακόμη και σε ορισμένους Ρεπουμπλικάνους στο Καπιτώλιο.
Η Δημοκρατική γερουσιαστής Πάτι Μάρεϊ κατηγόρησε τον Ντόναλντ Τραμπ ότι δημιούργησε «ένα μυστικό ταμείο για να πλουτίσει τους φίλους του».
«Αυτό που συζητάμε δεν είναι τίποτε λιγότερο από έναν εν ενεργεία πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών που λεηλατεί το δημόσιο ταμείο προς ίδιον όφελος», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία, Τζον Θουν, ανέφερε ότι «υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν πολλά ερωτήματα» σχετικά με τη συμφωνία ανάμεσα στο υπουργείο Δικαιοσύνης και τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι δεν είχε ρόλο στη δημιουργία του ταμείου και ότι γνώριζε «πολύ λίγα γι’ αυτό».
Ερωτηθείς αν ο ίδιος ή μέλη της οικογένειάς του θα λάβουν αποζημίωση από το ταμείο, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε ότι οι πληρωμές θα «καθοριστούν από επιτροπή τεσσάρων ή πέντε ανθρώπων που χαίρουν σεβασμού και είναι εξαιρετικά ικανοί σε αυτό που κάνουν».
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου την Τρίτη ότι «προσπαθούμε να αποζημιώσουμε ανθρώπους στους οποίους επιβλήθηκαν υπερβολικές διώξεις και οι οποίοι υπέστησαν κακομεταχείριση από το νομικό σύστημα».
«Θα αξιολογούμε αυτές τις υποθέσεις ξεχωριστά… αν πιστεύουμε ότι κάποιος διώχθηκε άδικα και δικαιούται δίκαιη αποζημίωση, τότε αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης αυτού του ταμείου», πρόσθεσε.
Ο Μάικλ Καπούτο, ο οποίος υπηρέτησε στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, απέστειλε επιστολή στον Τοντ Μπλανς την Τρίτη ζητώντας 2,7 εκατ. δολάρια «ως αποκατάσταση και αποζημίωση» από το ταμείο, υποστηρίζοντας ότι «ο κρατικός μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε ξεκάθαρα ως όπλο εναντίον της οικογένειάς μου» από το 2016 έως το 2025, ξεκινώντας από την έρευνα του FBI για τις σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και την πρώτη προεδρική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Η αγωγή του Ντόναλντ Τραμπ κατά της IRS κατατέθηκε τον Ιανουάριο και σχετίζεται με τη διαρροή φορολογικών εγγράφων από πρώην εργολάβο της IRS προς διάφορα μέσα ενημέρωσης και οργανισμούς το 2019 και το 2020.
Η Trump Organization ανέφερε ότι η συμφωνία «επιδιώκει να διασφαλίσει ουσιαστική λογοδοσία» για τη «συστημική αποτυχία» της IRS, η οποία οδήγησε σε «παράνομη αποκάλυψη» φορολογικών πληροφοριών που αφορούσαν τον πρόεδρο, τους γιους του και 500 συνδεδεμένες οντότητες της Trump Organization.














