Ένα νομοσχέδιο που χαιρετίστηκε ως νίκη για τις γυναίκες που έχουν πέσει θύματα βιασμού ή σεξουαλικής βίας συναντά εμπόδια στην ιταλική Γερουσία, όπου ένας πιο περιοριστικός ορισμός της συναίνεσης έχει τορπιλιστεί από την ακροδεξιά, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του νομοσχεδίου.
Η κεντροαριστερή βουλευτής Λάουρα Μπολντρίνι δήλωσε στο AFP ότι πρότεινε το αρχικό νομοσχέδιο για να δοθεί ένα τέλος στις «τερατώδεις αποφάσεις» με τις οποίες οι δικαστές θεωρούσαν τη συναίνεση μιας γυναίκας έμμεση «επειδή είχε δεχθεί να τη μεταφέρουν με το αυτοκίνητο στο σπίτι της ή επειδή δεν είχε κλειδώσει την πόρτα του μπάνιου».
Το νομοσχέδιο, ωστόσο, είχε ένα πολλά υποσχόμενο ξεκίνημα. Σε μια σπάνια διακομματική συνεργασία μεταξύ της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι -της πρώτης γυναίκας που ηγήθηκε της ιταλικής κυβέρνησης- και της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης Έλι Σλάιν, η κάτω βουλή ενέκρινε ομόφωνα το νομοσχέδιο τον Νοέμβριο.
«Ήταν μια ιστορική στιγμή», λέει η Μπολντρίνι, μια από τις πιο εξέχουσες πολιτικές προσωπικότητες της Ιταλίας, η οποία αγωνίζεται για τα δικαιώματα των γυναικών παρά τις απειλές θανάτου και βιασμού που δέχεται.
Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο για τη σεξουαλική βία, τα θύματα πρέπει να αποδείξουν σωματικό εξαναγκασμό, απειλές ή κατάχρηση εξουσίας.
Ακτιβιστές χαιρέτισαν την ψήφιση του νομοσχεδίου από τους βουλευτές χαρακτηρίζοντάς την νίκη για τις γυναίκες που έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής βίας στην Ιταλία, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 23% του γυναικείου πληθυσμού, σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία.
Ωστόσο, η νομοθεσία στη συνέχεια κόλλησε στη Γερουσία όταν ο Ματέο Σαλβίνι, ο ηγέτης του κόμματος της Λέγκας και μέλος του συνασπισμού της πρωθυπουργού Μελόνι, δήλωσε ότι ο νόμος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για λόγους εκδίκησης και απαίτησε να επαναδιατυπωθεί.
Η γερουσιαστής της Λέγκας Τζούλια Μποντζόρνο δήλωσε στο AFP ότι το νομοσχέδιο μπλοκαρίστηκε επειδή ορισμένοι ψηφοφόροι της δεξιάς πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος για να αποδειχθεί η συναίνεση βάσει αυτού του νόμου θα ήταν να «υπογραφεί μια συμφωνία», κάτι που «προκάλεσε τεράστια κατακραυγή» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Επιστροφή στο σημείο μηδέν»
Νόμοι με περιεχόμενο συναφές με το ιταλικό νομοσχέδιο υπάρχουν ήδη σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας.
Η άρνηση της Γερουσίας να υιοθετήσει το νομοσχέδιο στην αρχική του μορφή προκάλεσε διαμαρτυρίες σε εθνικό επίπεδο.
Η Μποντζόρνο, η οποία είναι δικηγόρος, πρότεινε μια σειρά από τροπολογίες, αλλά οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτές δεν αντιμετωπίζουν την «αντίδραση σοκ», που παρατηρείται συχνά κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επίθεσης, η οποία εμποδίζει τα θύματα να πουν όχι ή να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Μετά την ψήφιση του ισχύοντος νόμου περί βιασμού το 1996, οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου έχουν σταδιακά ευθυγραμμίσει την Ιταλία με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία βασίζεται στην έννοια της συναίνεσης και επικυρώθηκε από τη Ρώμη το 2013.
Οποιαδήποτε τροπολογία που δεν θέτει τη συναίνεση στο επίκεντρο του ζητήματος σε αυτόν τον τομέα θα ανέτρεπε αυτές τις προόδους και «θα επέστρεφε την Ιταλία στο σημείο μηδέν», σημειώνει η Μπολντρίνι.
Η Μάρτα Τσίνια, δικηγόρος της Differenza Donna, μιας οργάνωσης που διαχειρίζεται καταφύγια γυναικών, πιστεύει ότι η Ιταλία χρειάζεται έναν νόμο όπου «μόνο το ναι να σημαίνει ναι» επειδή, «πολιτισμικά, οι γυναίκες θεωρούνται πάντα διαθέσιμες» για τους άνδρες.
Αμφισβητεί το επιχείρημα του Ματέο Σαλβίνι ότι ο νόμος θα υπερφορτώσει τα δικαστήρια, επισημαίνοντας ότι τα περισσότερα θύματα αποφεύγουν να υποβάλουν καταγγελίες επειδή η νομική διαδικασία είναι τόσο επίπονη.
«Διευκολύνει τον βιασμό»
Κάθε νομοσχέδιο που δεν βάζει στο επίκεντρο την έννοια της συναίνεσης «δίνει στους κατηγορούμενους τα εργαλεία για να μεταθέσουν την ευθύνη στις γυναίκες, να τις επαναθυματοποιήσουν» και «διευκολύνει τον βιασμό», σύμφωνα με τη Μάρτα Τσίνια.
«Στέλνει επίσης λάθος μήνυμα στις νεότερες γενιές», προσθέτει.
Μια έκθεση της ActionAid που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο σχετικά με τη βία και την έμφυλη ανισότητα στην Ιταλία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «πατριαρχικά μοντέλα που νομιμοποιούν τη βία επιμένουν στις νεότερες γενιές».
Η ιταλική κυβέρνηση άσκησε βέτο σε μια σειρά προτάσεων που η αντιπολίτευση παρουσιάζει ως βελτίωση της ζωής των γυναικών, που κυμαίνονται από την ίση γονική άδεια έως τον κατώτατο μισθό.
Περιόρισε επίσης τη σεξουαλική και διαπροσωπική εκπαίδευση στα σχολεία, την οποία οι ειδικοί θεωρούν βασικό εργαλείο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας.
Για την Μπολντρίνι η κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική που δεν στοχεύει στην «καταπολέμηση των διακρίσεων και της βίας κατά των γυναικών».
«Και ο νόμος περί συναίνεσης είναι η πιο περίτρανη απόδειξη αυτού», καταλήγει, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.











