Μια 56χρονη γυναίκα από το Ηνωμένο Βασίλειο, σωματικά υγιής αλλά συντετριμμένη από τον θάνατο του μοναχογιού της, ετοιμάζεται να ταξιδέψει στην Ελβετία για να δώσει τέλος στη ζωή της με υποβοηθούμενη αυτοκτονία.
Η Γουέντι Ντάφι, πρώην εργαζόμενη σε υπηρεσίες φροντίδας, δηλώνει αποφασισμένη να προχωρήσει στη διαδικασία εντός της εβδομάδας, έχοντας ήδη ολοκληρώσει όλες τις προετοιμασίες. Η υπόθεσή της προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς δεν πάσχει από κάποια σωματική ασθένεια, αλλά επικαλείται αφόρητο ψυχικό πόνο μετά την απώλεια του παιδιού της πριν από τέσσερα χρόνια.
Η περίπτωσή της έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς εγείρει σοβαρά ηθικά και νομικά ζητήματα γύρω από την υποβοηθούμενη αυτοκτονία, ειδικά όταν δεν συντρέχουν λόγοι σωματικής ασθένειας. Η ίδια, πάντως, εμφανίζεται απόλυτα βέβαιη για την απόφασή της, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη. Ξέρω ότι είναι δύσκολο για όλους, αλλά θέλω να πεθάνω και αυτό θα κάνω».
Όπως αναφέρει, η απόφασή της δεν ήταν στιγμιαία, αλλά αποτέλεσμα μακράς εσωτερικής διεργασίας. Μάλιστα, αποκαλύπτει ότι ξεκίνησε αντίστροφη μέτρηση στο κινητό της από τη στιγμή που έλαβε την τελική έγκριση από την κλινική, λέγοντας πως «ανυπομονεί» για το ταξίδι στην Ελβετία. «Έχω κανονίσει τα πάντα», σημειώνει, εξηγώντας ότι έχει ήδη γράψει επιστολές προς τα αγαπημένα της πρόσωπα και έχει επιλέξει ακόμα και τη μουσική που θέλει να ακούγεται τις τελευταίες της στιγμές.
Η 56χρονη επιμένει ότι η επιλογή της σχετίζεται με την αδυναμία της να διαχειριστεί την απώλεια του γιου της, παρά τις προσπάθειες που έχει κάνει. «Καμία θεραπεία δεν με έκανε να νιώσω ότι αξίζει να ζω», δηλώνει, περιγράφοντας την καθημερινότητά της ως μια διαρκή ψυχική οδύνη.
Παράλληλα, αναφέρεται και σε προηγούμενη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, η οποία -όπως λέει- την έφερε σε τραγική σωματική κατάσταση. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που επιλέγει την υποβοηθούμενη διαδικασία. «Θα μπορούσα να πηδήξω από μια γέφυρα ή ένα κτίριο, αλλά αυτό θα άφηνε πίσω ανθρώπους ψυχικά τραυματισμένους από αυτό που θα έβλεπαν. Δεν θέλω να το κάνω αυτό σε κανέναν», τονίζει.
Too heartbroken to carry on: The healthy 56-year-old mother, of sound mind and loved by family, who says she will take her life at a Swiss suicide clinic this week https://t.co/dTex6GFrSZ
— Daily Mail (@DailyMail) April 22, 2026
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η αίτησή της εξετάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από εξειδικευμένους επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και ψυχίατροι, οι οποίοι είχαν πρόσβαση στο πλήρες ιατρικό ιστορικό της. Τελικά, έκριναν ότι η ψυχική της κατάσταση πληροί τα κριτήρια που θέτει η συγκεκριμένη ελβετική κλινική, η οποία δέχεται -υπό προϋποθέσεις- και περιπτώσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε ψυχικούς λόγους.
Η ίδια περιγράφει με ψυχραιμία και τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί, επισημαίνοντας ότι «πρέπει να κάνω μόνη μου το τελευταίο βήμα, όπως ορίζει ο νόμος». Όπως εξηγεί, η χορήγηση της ουσίας γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη, αλλά η τελική ενέργεια ανήκει στον ίδιο τον ασθενή.
Έχει επίσης φροντίσει για τις λεπτομέρειες που αφορούν μετά τον θάνατό της. Όπως λέει, δεν επιθυμεί τελετή, ενώ οι στάχτες της θα επιστραφούν στην οικογένειά της. «Δεν θέλω κηδεία. Θέλω οι δικοί μου να με θυμούνται αλλιώς», αναφέρει.
Την ίδια στιγμή, στη Βρετανία η υποβοηθούμενη αυτοκτονία παραμένει παράνομη, γεγονός που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε τη βοηθήσει πρακτικά -ακόμη και στη μετακίνησή της- ενδέχεται να αντιμετωπίσει νομικές συνέπειες. Η οικογένειά της γνωρίζει την απόφασή της, χωρίς ωστόσο να είναι ενήμερη για το ακριβές χρονοδιάγραμμα, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Daily Mail. «Ξέρουν ότι δεν είμαι καλά και ότι δεν θέλω να συνεχίσω έτσι», δηλώνει, αναγνωρίζοντας ότι η απόφασή της θα τους προκαλέσει πόνο.
Η υπόθεση αναμένεται να αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση για τα όρια της «επιλογής στο τέλος της ζωής», αλλά και για το κατά πόσο η σοβαρή ψυχική οδύνη μπορεί να αποτελεί επαρκή λόγο για μια τέτοια απόφαση. Παράλληλα, ειδικοί στον χώρο της ψυχικής υγείας επισημαίνουν την ανάγκη ενίσχυσης των δομών στήριξης για άτομα που βιώνουν βαθιά και παρατεταμένη θλίψη, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες περιπτώσεις απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή και συνεχή φροντίδα.















