Λίγο πριν από μια κρίσιμη προθεσμία, στις 18:32 ώρα Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε μέσω της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης Truth Social ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονται «πολύ κοντά» σε μια «οριστική» ειρηνευτική συμφωνία, γνωστοποιώντας ότι συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων, ώστε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις.
Η ανακοίνωση ήρθε λίγο πριν από την προθεσμία που είχε θέσει ο ίδιος για τις 20:00 EDT (00:00 GMT της Τετάρτης), προειδοποιώντας ότι σε περίπτωση αποτυχίας συμφωνίας οι ΗΠΑ θα εξαπέλυαν μαζικά πλήγματα κατά ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών του Ιράν.
Η εκεχειρία τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το Ιράν θα αναστείλει επίσης τις εχθροπραξίες και θα ανοίξει πλήρως τα Στενά του Ορμούζ για την εμπορική ναυσιπλοΐα. Το ιρανικό καθεστώς δηλώνει ότι θα συμμορφωθεί, επιμένοντας ωστόσο ότι διατηρεί «κυριαρχία» επί της στρατηγικής αυτής θαλάσσιας οδού.
Η συμφωνία αυτή επέτρεψε στον Ντόναλντ Τραμπ να αποφύγει ένα δύσκολο δίλημμα, καθώς βρισκόταν αντιμέτωπος είτε με την κλιμάκωση των απειλών του, συμπεριλαμβανομένης της δήλωσης ότι «ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε», είτε με μια υποχώρηση που θα έπληττε την αξιοπιστία του. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή φαίνεται να αποτελεί προσωρινή ανάπαυλα και όχι οριστική λύση, σύμφωνα με ανάλυση του BBC.
Οι δύο πλευρές θα προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις τις επόμενες δύο εβδομάδες, σε μια προσπάθεια επίτευξης μόνιμης συμφωνίας. Παρά τις δυσκολίες που αναμένονται, οι αγορές αντέδρασαν θετικά, με την τιμή του πετρελαίου να υποχωρεί κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά μετά από ημέρες και τα αμερικανικά χρηματιστηριακά futures να καταγράφουν άνοδο, ενισχύοντας την αίσθηση ότι αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Μόλις λίγες ώρες νωρίτερα, το ενδεχόμενο αυτό φαινόταν αβέβαιο, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απειλήσει με την «εξάλειψη» του ιρανικού πολιτισμού «χωρίς δυνατότητα επιστροφής». Παραμένει ασαφές αν αυτή η ακραία ρητορική συνέβαλε στην αποδοχή της εκεχειρίας από το Ιράν, ωστόσο πρόκειται για δηλώσεις χωρίς προηγούμενο για σύγχρονο πρόεδρο των ΗΠΑ.
Ακόμα και αν η προσωρινή συμφωνία οδηγήσει σε μόνιμη ειρήνη, ο πόλεμος με το Ιράν και η πρόσφατη ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να έχουν ήδη επηρεάσει βαθιά την εικόνα των ΗΠΑ διεθνώς. Μια χώρα που παρουσιαζόταν ως δύναμη σταθερότητας φαίνεται πλέον να κλονίζει τις βάσεις της διεθνούς τάξης, ενώ ο πρόεδρος συνεχίζει να ανατρέπει πολιτικές και διπλωματικές νόρμες.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Δημοκρατικοί πολιτικοί καταδίκασαν άμεσα τις δηλώσεις του προέδρου, με ορισμένους να ζητούν ακόμα και την απομάκρυνσή του. Ο βουλευτής, Χοακίν Κάστρο, ανέφερε μέσω της πλατφόρμας Χ ότι «είναι σαφές πως ο πρόεδρος συνεχίζει να φθίνει και δεν είναι ικανός να ηγηθεί». Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, δήλωσε ότι όποιος Ρεπουμπλικανός δεν στηρίξει τον τερματισμό του πολέμου «θα φέρει την ευθύνη για κάθε συνέπεια».
Παρότι πολλοί Ρεπουμπλικανοί στήριξαν τον πρόεδρο, δεν υπήρξε η συνήθης καθολική υποστήριξη. Ο βουλευτής από τη Τζόρτζια, Όστιν Σκοτ, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, χαρακτήρισε τις δηλώσεις Τραμπ «αντιπαραγωγικές» και δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με αυτές. Ο γερουσιαστής από το Ουισκόνσιν, Ρον Τζόνσον, προειδοποίησε ότι θα ήταν «τεράστιο λάθος» η υλοποίηση των βομβαρδισμών, ενώ ο βουλευτής από το Τέξας, Ναθάνιελ Μόραν, υπογράμμισε ότι δεν στηρίζει «την καταστροφή ενός ολόκληρου πολιτισμού», τονίζοντας ότι «αυτό δεν είναι αυτό που είμαστε».
Στο ίδιο μήκος κύματος, η γερουσιαστής από την Αλάσκα, Λίζα Μερκόφσκι, ανέφερε ότι η απειλή του προέδρου «δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως διαπραγματευτικό εργαλείο».
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, εκτιμάται ότι θα υποστηριχθεί πως η σκληρή γραμμή απέδωσε αποτελέσματα. Για έναν πρόεδρο που αντιμετωπίζει πτώση δημοτικότητας, εσωκομματική αμφισβήτηση και οικονομικές πιέσεις λόγω υψηλών τιμών ενέργειας, η προσωρινή αποκλιμάκωση αποτελεί σημαντική ανάσα.
Στην ανάρτησή του για την εκεχειρία, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ «πέτυχαν και ξεπέρασαν» όλους τους στρατιωτικούς τους στόχους. Οι ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις έχουν υποστεί σημαντικά πλήγματα, ενώ, αν και το ισλαμιστικό καθεστώς παραμένει στην εξουσία, αρκετοί κορυφαίοι ηγέτες έχουν σκοτωθεί σε βομβαρδισμούς.
Παρά ταύτα, κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ασαφή. Η τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, που αποτελεί τη βάση του πυρηνικού του προγράμματος, είναι άγνωστη, ενώ η χώρα εξακολουθεί να ασκεί επιρροή σε περιφερειακές δυνάμεις, όπως οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη.
Ακόμη και αν τα Στενά του Ορμούζ ανοίξουν πλήρως χωρίς περιορισμούς ή οικονομικές απαιτήσεις, η ικανότητα του Ιράν να ελέγχει αυτό το κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο φαίνεται πλέον πιο ξεκάθαρη από ποτέ.
Σε δήλωσή του μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Σεγέντ Αμπάς Αραγτσί, ανέφερε ότι η χώρα θα σταματήσει τις «αμυντικές επιχειρήσεις» και θα επιτρέψει την ασφαλή διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ «σε συντονισμό με τις ένοπλες δυνάμεις του Ιράν». Πρόσθεσε ότι οι ΗΠΑ έχουν αποδεχτεί το «γενικό πλαίσιο» ενός ιρανικού σχεδίου δέκα σημείων.
Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από την περιοχή, την άρση των οικονομικών κυρώσεων, την καταβολή αποζημιώσεων για τις ζημιές του πολέμου και τη διατήρηση του ελέγχου του Ορμούζ από το Ιράν. Οι όροι αυτοί θεωρούνται δύσκολο να γίνουν αποδεκτοί από την Ουάσιγκτον, γεγονός που προμηνύει δύσκολες διαπραγματεύσεις.
Προς το παρόν, η εξέλιξη αυτή συνιστά μια μερική πολιτική νίκη για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πέτυχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μέσω μιας δραματικής απειλής. Ωστόσο, η εκεχειρία αποτελεί προσωρινή λύση και όχι οριστική διευθέτηση, ενώ το μακροπρόθεσμο κόστος των δηλώσεων και των ενεργειών του, καθώς και της ίδιας της σύγκρουσης, παραμένει άγνωστο.

















