Με τον πρωθυπουργό να επαναλαμβάνει και κατά την περιοδεία του στη Θεσσαλονίκη χθες ότι οι εκλογές θα γίνουν την Άνοιξη του 2027 το κυβερνητικό επιτελείο μεταξύ άλλων κρίσιμων παραγόντων μελετά ενδελεχώς τις μεταβλητές των νέων δημοσκοπήσεων με τη ΝΔ να «τσιμπάει» ποσοστά προς τα επάνω γεγονός ενδεικτικό της ανάγκης των πολιτικών για ασφάλεια ειδικά σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας που εγείρει αισθήματα ανησυχίας και μη προβλεψιμότητας για το αύριο.
Στα τελευταία γκάλοπ που δημοσιεύτηκαν το κυβερνών κόμμα διατηρεί καθαρό προβάδισμα με τάση ενίσχυσης. στοιχείο που όπως σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη ενισχύει την αίσθηση πολιτικής κυριαρχίας, χωρίς όμως να επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό.
Στο ραντάρ ωστόσο του Μεγάρου Μαξίμου βρίσκονται επισταμένως τα υψηλά ποσοστά αναποφάσιστων – της γκρίζας ζώνης – τα οποία δείχνουν ότι σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος παραμένει «διαθέσιμο», γεγονός που κρατά ανοιχτό το παιχνίδι της αυτοδυναμίας.
Στο πλαίσιο αυτό η κυβερνητική στρατηγική αναμένεται να συνεχίσει να βασίζεται στο δίπολο «σταθερότητα ή αβεβαιότητα». Με δεδομένες άλλωστε τις διεθνείς εξελίξεις και τις γεωπολιτικές εντάσεις στην κυβερνητική έδρα εκτιμούν ότι το αφήγημα αυτό βρίσκει ευήκοα ώτα σε ένα τμήμα της κοινωνίας που επιζητεί προβλεψιμότητα και ασφάλεια. Άλλωστε η κυβέρνηση διαθέτει στο παλμαρέ της πολλές επιτυχείς διαχειρίσεις κρίσεων.
Έτσι, καθοριστικός παράγοντας για το επόμενο διάστημα είναι η προσέγγιση των αναποφάσιστων. Η κυβέρνηση αναμένεται να εστιάσει σε πολιτικές καθημερινότητας –όπως η ακρίβεια, τα εισοδήματα και η ασφάλεια– επιχειρώντας να διεισδύσει σε πιο μετριοπαθή και ρευστά εκλογικά ακροατήρια, άλλωστε η στόχευση αυτή συνδέεται με τη διεύρυνση προς τον κεντρώο χώρο.
Αντιπολίτευση σε φάση αναδιάταξης
Η εικόνα της αντιπολίτευσης, όπως καταγράφεται στις μετρήσεις, διευκολύνει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ενισχυμένο, αλλά χωρίς να απειλεί την πρωτιά, ενώ η πτώση της Πλεύσης Ελευθερίας περιορίζει την πίεση από τον αντισυστημικό χώρο. Ταυτόχρονα, το κατακερματισμένο τοπίο επιτρέπει στην κυβέρνηση να αποφεύγει μια μετωπική σύγκρουση με έναν ισχυρό αντίπαλο. Όμως, όπως σημειώνουν με έμφαση κυβερνητικά στελέχη, αντίπαλος της κυβέρνησης εκτός από τα προβλήματα της καθημερινότητας είναι και ο κακός της εαυτός, γι’ αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πει ουκ ολίγες φορές ότι δεν θα επιτρέψει φαινόμενα αλαζονείας.
Ενίσχυση της θετικής ατζέντας
Το επόμενο διάστημα και έως τις κάλπες οι οποίες είναι σε περίπου έναν χρόνο, η κυβερνητική στρατηγική θα έχει ωα βασικό άξονα την ανάδειξη της λεγόμενης «θετικής ατζέντας». Υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανάδειξη του κυβερνητικού έργου και αντιμετώπιση της κρίσης από τον πόλεμο χωρίς όμως να κινδυνεύσει η δημοσιονομική ισορροπία.
Η προσπάθεια θα έχει ως στόχο να διαμορφωθεί μια εικόνα αποτελεσματικότητας και συνέπειας, που να απαντά στις βασικές ανησυχίες των πολιτών.
Η ακτινογραφία των δημοσκοπήσεων GPO και Interview
Οι δυο πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις της GPO και της Interview καταγράφουν σαφές προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας, με το ΠΑΣΟΚ να παραμένει δεύτερο και την Πλεύση Ελευθερίας να σημειώνει απώλειες.
Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία φτάνει το 31,4%, καταγράφοντας άνοδο 1,3 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τη μέτρηση της GPO τον Φεβρουάριο. Αντίστοιχα, και το ΠΑΣΟΚ με 13,7% παρουσιάζει μικρή ενίσχυση, με αύξηση περίπου 0,5%.
Η ακρίβεια αναδεικνύεται ως το κυριότερο πρόβλημα για τους πολίτες, ενώ η κρίση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει το κλίμα της κοινής γνώμης λόγω πιθανών οικονομικών επιπτώσεων.
Στην δημοσκόπηση της Interview η ΝΔ εμφανίζεται ενισχυμένη σε σχέση με τον Φεβρουάριο (από 26,4% στο 28,7%), διευρύνοντας το προβάδισμά της από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ το οποίο ωστόσο καταγράφει και αυτό ανοδική πορεία σε σύγκριση με την προηγούμενη μέτρηση (από 12% στο 13,9%).
Στην καταλληλότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται, αλλά η απάντηση «κανένας» συγκεντρώνει σχεδόν ισοδύναμο ποσοστό. Επίσης, το εκλογικό σώμα εμφανίζεται διστακτικό απέναντι σε πιθανά νέα πολιτικά εγχειρήματα από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού ενώ όσον αφορά στον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ απέναντι στο Ιράν, η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί την «εμπλοκή» της Ελλάδας στον πόλεμο ως αμυντική ενέργεια και δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.














